50η Επέτειος από τη Σύσταση της Συνόδου των Επισκόπων. Ομιλία του Άγιου Πατέρα Φραγκίσκου

 

5Οή ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ

ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ

 

Αίθουσα Παύλος 6ος

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

 

 

Μακαριότατοι, Εκλαμπρότατοι, Σεβασμιότατοι, Αδελφοί και Αδελφές,

Ενώ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η Τακτική Γενική Συνέλευση, η τέλεση της πεντηκοστής επετείου από τη σύσταση της Συνόδου των Επισκόπων, είναι για μας αιτία χαράς, δόξας και ευχαριστίας προς τον Κύριο. Κατά το χρονικό διάστημα, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού έως τη σημερινή Συνέλευση, έχουμε βιώσει, όλο και πιο έντονα, την αναγκαιότητα και την ομορφιά της «συμπόρευσης».

Σε αυτή την ευχάριστη περίσταση επιθυμώ να απευθύνω έναν εγκάρδιο χαιρετισμό προς την Αυτού Εκλαμπρότητα τον Καρδινάλιο Lorenzo Baldisseri, προς τον Υπογραμματέα, Σεβασμιότατο Fabio Fabene, τους Αξιωματούχους, τους Συμβούλους και τους άλλους Συνεργάτες της Γενικής Γραμματείας της Συνόδου των Επισκόπων, και όλους τους αφανείς, που κάνουν την καθημερινή εργασία, μέχρι αργά το βράδυ. Χαιρετώ και ευχαριστώ επίσης για την παρουσία τους, τους συνοδικούς Πατέρες, και τους άλλους Συμμετέχοντες στην εν εξελίξει Συνέλευση, καθώς επίσης όλους τους παρόντες σε αυτή την Αίθουσα.

Τη στιγμή αυτή, θέλουμε να θυμηθούμε επίσης αυτούς που, κατά την περίοδο των πενήντα χρόνων, εργάστηκαν στην υπηρεσία της Συνόδου, αρχίζοντας από τους Γενικούς  Γραμματείς, που διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλον στη θέση αυτή: τους Καρδιναλίους Wladyslaw Rubin, Josef Tomko, Jan Pieter Schotte και τον Αρχιεπίσκοπο Nikola Eterovic. Δράττομαι της ευκαιρίας, για να εκφράσω, από καρδιάς, την ευγνωμοσύνη μου προς όσους, ζωντανούς ή αποβιώσαντες, έχουν συμβάλει με μια γενναιόδωρη και κατάλληλη στράτευση στην εξέλιξη της συνοδικής δραστηριότητας.

Από την αρχή της διακονίας μου ως Επίσκοπος Ρώμης, είχα σκοπό να  αξιοποιήσω τη Σύνοδο, που αποτελεί μια από τις πλέον πολύτιμες κληρονομιές της τελευταίας συνοδικής συνεδρίας.[1] Για τον Μακάριο Παύλο 6ο, η Σύνοδος των Επισκόπων, όφειλε να  προτείνει ξανά την εικόνα της οικουμενικής Συνόδου και να μελετήσει το πνεύμα και τη μέθοδό της.[2] Ο ίδιος Ποντίφικας, προέβλεπε ότι ο συνοδικός οργανισμός «με την πάροδο του χρόνου, θα μπορέσει να τελειοποιηθεί περισσότερο»[3]. Αυτόν απηχούσε, είκοσι χρόνια αργότερα, ο Άγιος Ιωάννης Παύλος, όταν δήλωνε ότι «ίσως το όργανο αυτό μπορεί να βελτιωθεί περισσότερο. Ίσως, η συλλογική ποιμαντική ευθύνη, μπορεί να εκφραστεί στη Σύνοδο ακόμη περισσότερο»[4]. Τέλος, το 2006, ο Βενέδικτος 16ος, επικύρωσε ορισμένες τροποποιήσεις της Διάταξης της Συνόδου των Επισκόπων (Ordo Synodi Episcoporum) υπό το φως επίσης των ρυθμίσεων του Κώδικα Κανονικού Δικαίου και του Κώδικα των Κανόνων των ανατολικών Εκκλησιών, που είχαν στο μεταξύ δημοσιευτεί.[5]

Οφείλουμε να βαδίσουμε σε αυτόν το δρόμο. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε και έχουμε κληθεί να αγαπούμε, και να υπηρετούμε ακόμα και με τις αντιφάσεις του, απαιτεί από την Εκκλησία την ενδυνάμωση της συνέργειας σε όλους τους τομείς της αποστολής της. Η πορεία της συνοδικότητας, είναι ακριβώς η πορεία που ο Θεός αναμένει από την Εκκλησία της τρίτης χιλιετίας.

* * *

Αυτό που ο Κύριος μας ζητάει, περιέχεται ήδη πλήρως, κατά κάποια έννοια, μέσα στον όρο «Σύνοδος». Το να πορευόμαστε μαζί –Λαϊκοί, Ποιμένες, Επίσκοπος Ρώμης– είναι μια έννοια που εύκολα διατυπώνεται με λέξεις, αλλά όχι τόσο εύκολα εφαρμόζεται στην πράξη.

Αφού επιβεβαίωσε ότι ο Λαός του Θεού αποτελείται από όλους τους βαπτισμένους που καλούνται να «σχηματίσουν έναν πνευματικό ναό και ένα ιερατείο άγιο»[6], η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού διακηρύττει ότι «το σύνολο των πιστών έχοντας λάβει από το Χριστό το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος (βλ. 1 Ιω. 2,20.27), δεν μπορεί να κάνει λάθος στην πίστη, και φανερώνει αυτή την ιδιότητα μέσω του υπερφυσικού αισθητηρίου της πίστεως όλου του Λαού, όταν «από τους Επισκόπους μέχρι τους τελευταίους λαϊκούς Πιστούς» προβάλλει τη γενική συναίνεσή του σε θέματα πίστεως και ηθικής»[7]. Πρόκειται για το περίφημο αλάθητο “στην πίστη”.

Στην αποστολική παραίνεση Evangelii gaudium, έχω υπογραμμίσει πως «ο Λαός του Θεού είναι άγιος, εξαιτίας αυτού του χρίσματος, που τον καθιστά αλάνθαστο “στην πίστη”[8] προσθέτοντας πως «κάθε βαπτισμένος, οποιοσδήποτε και αν είναι ο ρόλος του μέσα στην Εκκλησία και ο βαθμός καλλιέργειας της πίστεώς του, είναι ενεργό υποκείμενο ευαγγελισμού και θα ήταν ανάρμοστο να σκεφθούμε ένα σχέδιο ευαγγελισμού που υλοποιείται από ειδικούς και όπου το υπόλοιπο του πιστού λαού θα ήταν μόνο αποδέκτης των ενεργειών τους».[9] Το αισθητήριο της πίστεως (sensus fidei) μας αποτρέπει να χωρίσουμε την Εκκλησία, με τρόπο αυστηρό, σε Εκκλησία διδάσκουσα και Εκκλησία διδασκομένη, εφόσον και το Ποίμνιο διαθέτει μια δική του «όσφρηση» για να διακρίνει τους νέους δρόμους που ο Κύριος ανοίγει στην Εκκλησία.[10]

Από αυτή την πεποίθηση οδηγήθηκα, όταν θέλησα να συμβουλευτούμε τον Λαό του Θεού για την προετοιμασία της διπλής συνοδικής συνάντησης για την οικογένεια, όπως συνήθως γίνεται και έγινε με όλες τις «κατευθυντήριες γραμμές» (Lineamenta). Βεβαίως, μια συμβουλευτική αυτού του είδους, ουδόλως θα μπορούσε να είναι αρκετή για να συλλάβουμε το αισθητήριο της πίστεως (sensus fidei). Αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μιλήσουμε για την οικογένεια χωρίς να εμπλέξουμε τις οικογένειες ακούοντας τις χαρές τους και τις ελπίδες τους, τα βάσανά τους και τις αγωνίες τους;[11] Μέσα από τις απαντήσεις στα δύο ερωτηματολόγια που αποστείλαμε στις τοπικές Εκκλησίες, είχαμε τη δυνατότητα να ακούσουμε τουλάχιστο κάποιες από αυτές γύρω από τα ζητήματα που τις αγγίζουν από κοντά και για τα οποία έχουν τόσα πολλά να πουν.

Μια συνοδική Εκκλησία, είναι  μια Εκκλησία που ακούει, έχοντας επίγνωση ότι το να ακούμε, «είναι περισσότερο από μια απλή ακρόαση»[12]. Είναι μια ακρόαση αμοιβαία και γεμάτη σεβασμό, μέσω της οποίας ο καθένας έχει κάτι να μάθει. Πιστός Λαός, Σύλλογος Επισκόπων, Επίσκοπος Ρώμης: ο ένας ακούει τους άλλους, και όλοι ακούνε το Άγιο Πνεύμα, «το Πνεύμα της αληθείας» (Ιω. 14, 17), για να γνωρίσουν αυτό που το ίδιο Πνεύμα «λέει στις Εκκλησίες» (Αποκ. 2,7).

Η Σύνοδος των Επισκόπων, είναι το σημείο σύγκλισης αυτού του δυναμισμού ακρόασης που πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας. Η συνοδική πορεία αρχίζει ακούοντας τον Λαό, που «συμμετέχει επίσης στο προφητικό έργο του Χριστού»[13], σύμφωνα με μια αρχή, προσφιλή στην Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας: «Αυτό που αφορά όλους, από όλους πρέπει να αντιμετωπιστεί» (Quod omnes tangit ab omnes tractari debet). Η πορεία της Συνόδου προχωρεί ακούοντας τους Ποιμένες. Μέσω των συνοδικών Πατέρων, οι Επίσκοποι ενεργούν ως αυθεντικοί φύλακες, διερμηνείς και μάρτυρες της πίστεως όλης της Εκκλησίας, που οφείλουν να ξέρουν να διακρίνουν με προσοχή τα συχνά μεταβαλλόμενα ρεύματα της κοινής  γνώμης. Την παραμονή της Συνόδου του προηγούμενου έτους δήλωνα: «Από το Άγιο Πνεύμα για τους συνοδικούς Πατέρες, ζητούμε πριν απ’ όλα, το δώρο της ακρόασης: ακρόαση του Θεού, μέχρι να αισθανθούμε μαζί Του την κραυγή του Λαού. Ακρόαση του Λαού, μέχρι να βιώσουμε το θέλημα στο οποίο ο Θεός μάς καλεί»[14]. Τελικά, η συνοδική πορεία κορυφώνεται στην ακρόαση του Επισκόπου Ρώμης, που καλείται να εκφραστεί ως «Ποιμένας και Διδάσκαλος όλων των χριστιανών»[15]: όχι από τις προσωπικές του πεποιθήσεις, αλλά ως ανώτατος μάρτυρας της πίστεως όλης της Εκκλησίας, «εγγυητής της υπακοής και της συμμόρφωσης της Εκκλησίας στο θέλημα του Θεού, στο Ευαγγέλιο του Χριστού και στην Παράδοση της Εκκλησίας»[16]

Το γεγονός ότι η Σύνοδος πρέπει να ενεργεί πάντοτε με τον Πέτρο και υπό τον Πέτρο (cum Petro et sub Petro) –λοιπόν όχι μόνο cum Petro, αλλά και sub Petro– δεν είναι ένας περιορισμός της ελευθερίας, αλλά μια εγγύηση της ενότητας. Πράγματι, ο Πάπας, είναι, εκ θελήματος του Κυρίου, «το διαρκές και ορατό σημείο και θεμέλιο της ενότητας τόσο των Επισκόπων όσο και του πλήθους των Πιστών»[17]. Με αυτό συνδέεται η έννοια της «ιεραρχικής κοινωνίας», που χρησιμοποιήθηκε από την Β΄ Σύνοδο του Βατικανού: οι Επίσκοποι είναι ενωμένοι με τον Επίσκοπο Ρώμης διά του δεσμού της Επισκοπικής κοινωνίας (cum Petro) και είναι ταυτόχρονα ιεραρχικά υποταγμένοι σ’ αυτόν ως Κεφαλή του Συλλόγου (sub Petro)[18].

* * *

Η συνοδικότητα, ως συστατική διάσταση της Εκκλησίας, μας προσφέρει το πιο κατάλληλο ερμηνευτικό πλαίσιο για να κατανοήσουμε την ίδια την ιεραρχική διακονία. Αν αντιλαμβανόμαστε ότι, καθώς λέει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, «Εκκλησία και Σύνοδος είναι συνώνυμα»[19] -διότι η Εκκλησία  δεν είναι άλλο παρά μια «από κοινού πορεία» του Ποιμνίου του Θεού στους δρόμους της ιστορίας που οδηγούν στη συνάντηση με τον Χριστό, τον Κύριο– αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι στο εσωτερικό της δεν μπορεί κανείς να «υψωθεί» υπεράνω των άλλων. Αντιθέτως, στην Εκκλησία, είναι αναγκαίο κάποιος «να χαμηλώσει» για να τεθεί στην υπηρεσία των αδελφών κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας.

Ο Ιησούς ίδρυσε την Εκκλησία, θέτοντας στην κορυφή της τον Σύλλογο των Αποστόλων, στον οποίο ο απόστολος Πέτρος είναι ο «βράχος» (βλ. Μτ. 16,18), αυτός που οφείλει «να στηρίξει» τους αδελφούς στην πίστη (βλ. Λκ. 22, 32). Αλλά στην Εκκλησία αυτή, όπως σε μια αναποδογυρισμένη πυραμίδα, η κορυφή βρίσκεται κάτω από τη βάση. Για το λόγο αυτόν, αυτοί που ασκούν την εξουσία ονομάζονται «υπηρέτες» (ministri): διότι, σύμφωνα με την πρωταρχική σημασία της λέξης ministri, είναι οι μικρότεροι μεταξύ όλων. Υπηρετώντας τον Λαό του Θεού, ο κάθε Επίσκοπος, για το τμήμα του Ποιμνίου που του έχει ανατεθεί, καθίσταται τοποτηρητής του Χριστού (vicarius Christi)[20], τοποτηρητής εκείνου του Ιησού, ο οποίος, κατά το τελευταίο δείπνο, έσκυψε να πλύνει τα πόδια των αποστόλων (βλ. Ιω. 13,1-15). Και σε ένα παρόμοιο περιβάλλον, ο ίδιος ο Διάδοχος του Πέτρου, δεν είναι άλλο παρά ο δούλος των δούλων του Θεού (servus servorum Dei)[21].

Ας μην το ξεχνάμε ποτέ! Για τους μαθητές του Ιησού, χθες, σήμερα και πάντοτε, η μόνη εξουσία είναι η εξουσία της υπηρεσίας, η μόνη δύναμη, είναι η δύναμη του σταυρού, σύμφωνα με τα λόγια του Διδασκάλου: "Γνωρίζετε ότι οι άρχοντες των εθνών ασκούν επάνω τους απόλυτη κυριαρχία και οι μεγάλοι τα καταδυναστεύουν. Δεν θα είναι έτσι ανάμεσά σας, αλλά εκείνος που θέλει μεταξύ σας να γίνει μεγάλος, θα είναι ο υπηρέτης σας. Και όποιος θέλει να είναι πρώτος μεταξύ σας, θα είναι δούλος σας» (Μτ. 20, 25-27). Δεν θα είναι έτσι ανάμεσά σας: σε αυτή τη φράση φθάνουμε στην ίδια την καρδιά του μυστηρίου της Εκκλησίας –«δεν θα είναι έτσι ανάμεσά σας»- και λαβαίνουμε το απαραίτητο φως για να κατανοήσουμε την ιεραρχική υπηρεσία.

* * *

Σε μια συνοδική Εκκλησία, η Σύνοδος των Επισκόπων είναι μόνο η πιο σαφής εκδήλωση ενός δυναμισμού κοινωνίας που εμπνέει όλες τις εκκλησιαστικές αποφάσεις.

Το πρώτο επίπεδο άσκησης της συνοδικότητας, πραγματοποιείται στις τοπικές Εκκλησίες. Ο Κώδικας του Κανονικού Δικαίου, αφού αναφέρεται στον εξαίρετο θεσμό της Συνόδου της Εκκλησιαστικής Επαρχίας, στον οποίο Πρεσβύτεροι και Λαϊκοί καλούνται να συνεργαστούν με τον Επίσκοπο για το καλό όλης της εκκλησιαστικής κοινότητας [22], αφιερώνει ευρύ χώρο σε αυτούς που συνήθως καλούνται «οργανισμοί κοινωνίας» της τοπικής Εκκλησίας: το Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων, τον Σύλλογο των Συμβούλων, το Συνεδρείο των Κανονικών, και το Ποιμαντικό Συμβούλιο [23]. Μόνο στο μέτρο που αυτοί οι οργανισμοί παραμένουν συνδεδεμένοι με τη «βάση» των πιστών και ξεκινούν από αυτούς, από τα καθημερινά προβλήματα, μπορεί να αρχίσει να παίρνει μορφή μια συνοδική Εκκλησία: αυτά τα όργανα, που μερικές φορές λειτουργούν με κάποια κόπωση, πρέπει να αξιοποιηθούν ως ευκαιρία ακρόασης και μοιράσματος.

Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό των Διεπαρχιακών εκκλησιαστικών περιοχών (Province) και των Περιφερειακών εκκλησιαστικών περιοχών (Regioni Ecclesiastiche), των Τοπικών Συνόδων (Concili Particolari) και όλως ιδιαιτέρως των Επισκοπικών Συνόδων (Conferenze Episcopali)[24]. Θα πρέπει να μελετήσουμε σε βάθος το θέμα, ώστε διαμέσου των οργανισμών αυτών, να πραγματοποιήσουμε περισσότερα στην ενδιάμεση αυτή βαθμίδα της συνοδικότητας, ακόμη και ενσωματώνοντας και εκσυγχρονίζοντας ορισμένες πλευρές της αρχαίας εκκλησιαστικής οργάνωσης. Η ευχή της Συνόδου, ώστε αυτοί  οι οργανισμοί να μπορέσουν να συμβάλλουν στο να αυξηθεί το πνεύμα της επισκοπικής συλλογικότητας δεν έχει ακόμη πλήρως εκπληρωθεί. Είμαστε στα μισά της πορείας, σε ένα τμήμα της πορείας. Σε μια συνοδική Εκκλησία, όπως έχω ήδη βεβαιώσει, «δεν είναι σκόπιμο ο Πάπας να υποκαθιστά τις τοπικές Συνόδους της Ιεραρχίας στην προσπάθεια διάκρισης όλων των προβληματισμών που παρουσιάζονται στις Επαρχίες τους. Υπό αυτή την έννοια, αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα να προχωρήσουμε σε μια σωτήρια «αποκέντρωση»[25].

Το τελευταίο επίπεδο είναι αυτό της παγκόσμιας Εκκλησίας. Εδώ η Σύνοδος των Επισκόπων, αντιπροσωπεύοντας την Ιεραρχία της Καθολικής Εκκλησίας, καθίσταται έκφραση της Επισκοπικής συλλογικότητας στο εσωτερικό μιας Εκκλησίας εξ ολοκλήρου συνοδικής[26]. Δύο εκφράσεις διαφορετικές: «Επισκοπική συλλογικότητα» και «Εκκλησία εξ ολοκλήρου συνοδική». Τούτο φανερώνει τη συναισθηματική συλλογικότητα”, η οποία μπορεί επίσης να γίνει σε κάποιες περιστάσεις “πραγματική”, και η οποία ενώνει τους Επισκόπους μεταξύ τους και με τον Πάπα στη μέριμνα για τον Λαό του Θεού[27].

* * *

Το καθήκον να οικοδομήσουμε μια συνοδική Εκκλησία -αποστολή στην οποία είμαστε όλοι καλεσμένοι, ο καθένας στο ρόλο που ο Κύριος του  εμπιστεύεται–  είναι πλήρες οικουμενικών επιπτώσεων. Γι’ αυτόν το λόγο, μιλώντας σε μια αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως, επιβεβαίωσα προσφάτως την πεποίθηση ότι «η προσεκτική εξέταση στο πώς διαρθρώνονται, στη ζωή της Εκκλησίας, η αρχή της συνοδικότητας και η υπηρεσία αυτού που προΐσταται, θα προσφέρει μια σημαντική συμβολή στην πρόοδο των σχέσεων μεταξύ των Εκκλησιών μας»[28].

Είμαι πεπεισμένος ότι, σε μια συνοδική Εκκλησία, ακόμη και η άσκηση του Πέτριου πρωτείου, μπορεί να φωτιστεί περισσότερο. Ο Πάπας δεν στέκεται, από μόνος του, υπεράνω της Εκκλησίας, αλλά βρίσκεται μέσα σ’ αυτήν ως Βαπτισμένος μεταξύ Βαπτισμένων και μέσα στον Επισκοπικό Σύλλογο, ως Επίσκοπος μεταξύ των Επισκόπων, που καλείται ταυτόχρονα  -ως Διάδοχος του αποστόλου Πέτρου– να οδηγεί την Εκκλησία της Ρώμης η οποία προΐσταται όλων των Εκκλησιών μέσα στην αγάπη [29].

Επιβεβαιώνω την αναγκαιότητα και το επείγον «να σκεφθώ μια μεταστροφή της «παποσύνης»[30]. Ευχαρίστως επαναλαμβάνω τα λόγια του προκατόχου μου, του Πάπα Ιωάννη Παύλου 2ου: «Ως Επίσκοπος Ρώμης, γνωρίζω καλά (…) ότι η πλήρης και ορατή κοινωνία όλων των κοινοτήτων, στις οποίες δυνάμει της πιστότητας του Θεού κατοικεί το Πνεύμα του, είναι η φλογερή επιθυμία του Χριστού.  Είμαι πεπεισμένος ότι σχετικά με το ζήτημα αυτό, έχω μια ιδιαίτερη ευθύνη, πάνω απ’ όλα διαπιστώνοντας την παγκόσμια επιθυμία της πλειονότητας των χριστιανικών κοινοτήτων και ακούοντας το αίτημα που μου απευθύνεται να βρω μια μορφή άσκησης του πρωτείου η οποία, χωρίς να αποποιείται, με κανένα τρόπο, το ουσιώδες της αποστολής του, να ανοίγεται σε μια νέα κατάσταση»[31].

Το βλέμμα μας διευρύνεται και προς την ανθρωπότητα. Μια συνοδική Εκκλησία, είναι σαν μια σημαία υψωμένη μεταξύ των εθνών (βλ. Ησ.11,12) μέσα σε έναν κόσμο  ο οποίος, παρότι επικαλείται συμμετοχή, αλληλεγγύη, και διαφάνεια στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, παραδίδει συχνά το πεπρωμένο ολόκληρων λαών στα άπληστα χέρια μικρών ισχυρών ομάδων. Ως Εκκλησία, που «βαδίζει μαζί» με τους ανθρώπους, που συμμετέχει στα βάσανα της ιστορίας, καλλιεργούμε το όνειρο πως η εκ νέου ανακάλυψη της απαραβίαστης αξιοπρέπειας των λαών και του ρόλου της εξουσίας να υπηρετεί, θα μπορέσει να βοηθήσει και την κοινωνία των πολιτών να οικοδομηθεί με δικαιοσύνη και αδελφοσύνη, δημιουργώντας έναν κόσμο πιο ωραίο και πιο άξιο του ανθρώπου για τις γενεές που θα έλθουν μετά από εμάς [32]. Ευχαριστώ.

Μετάφραση από τα Ιταλικά Πέτρου Ανδριώτη

 



[1] Βλ. FRANCESCO, Επιστολή στον Γενικό Γραμματέα της Συνόδου των Επισκόπων, Εκλαμπρότατο Καρδινάλιο Lorenzo Baldisseri, επ’ ευκαιρία της ανύψωσης στο επισκοπικό αξίωμα του Υπογραμματέα, Αιδεσιμότατο Fabio Fabene, 1η Απριλίου 2014.

[2] Βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ 6ος, Ομιλία για την έναρξη των εργασιών της 1ης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Συνόδου των Επισκόπων, 30 Σεπτεμβρίου 1967.

[3] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ 6ος, Αυτόβουλο Αποστολική μέριμνα, 15 Σεπτεμβρίου 1965, Προοίμιο.

[4] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ 2ος, Ομιλία στη λήξη της 6ης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Συνόδου των Επισκόπων, 29 Οκτωβρίου 1983.

[5] Βλ. AAS 98 (2006), 755-779.

[6] Β΄Οικουμ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Lumen gentium (21 Νοεμβρίου 1964), 10.

[7] Στο αυτό, 12.

[8] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, αποστ. Παραίνεση Evangelii gaudium, 24 Νοεμβρίου 2013, 119.

[9] Στο αυτό, 120.

[10] Βλ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, Ομιλία επ’ ευκαιρία της Συνάντησης με τους Επισκόπους, υπεύθυνους του Λατινοαμερικανικού Επισκοπικού Συμβουλίου (C.E.L.A.M), στη γενική συγκέντρωση Συντονισμού, Rio de Janeiro, 28 Ιουλίου 2013,4,4. Στο ίδιο, Ομιλία επ’ ευκαιρία της Συνάντησης με τον κλήρο, τα πρόσωπα αφιερωμένης ζωής και τα μέλη ποιμαντικών συμβουλίων, Assisi, 4 Οκτωβρίου 2013.

[11] Βλ. Β΄οικουμ. Σύνοδος  Βατικανού, Ποιμ. Διάταξη Gaudium et spes, 7 Δεκεμβρίου 1965, 1.

[12]Αποστ. Παραίνεση Evangelii gaudium, 171.

[13] Β΄Οικουμ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Lumen gentium, 12

[14] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, Ομιλία επ’ ευκαιρία της αγρυπνίας προσευχής για την προετοιμασία της Συνόδου για την οικογένεια, 4 Οκτωβρίου 2014.

[15] 1η οικουμ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Pastor Aeternus, 18 Ιουλίου 1870, κεφ. IV: Denz. 3074. Βλ. επίσης CODEX IURIS CANONICI, καν. § 1.

[16] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, Ομιλία στη λήξη της 3ης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Συνόδου των Επισκόπων, 18 Οκτωβρίου 2014.  

[17]Β΄οικ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Lumen gentium, 23. Βλ. επίσης Α΄ οικ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Pastor Aeternus, Πρόλογος: Denz. 3051.

[18]Βλ. Β΄ οικ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Lumen gentium, 22. Διάταγμα Christus Dominus, 28  Οκτωβρίου 1965, 4.

[19] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Explicatio in Ps. 149: PG 55, 493.

[20] Βλ. Β΄ οικ. Σύνοδος Βατικανού, Δογμ. Διάταξη Lumen gentium, 27

[21] Βλ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, Ομιλία στη λήξη της 3ης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Συνόδου των Επισκόπων, 18 Οκτωβρίου 2014.  

[22] Βλ. Κώδικας Κανονικού Δικαίου καν. 460-468.

[23] Βλ. στο αυτό, καν. 495-514

[24] Βλ. στο αυτό, καν. 431-459.

[25] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, αποστ. Παραίνεση Evangelli gaudium, 16. Βλ. στο αυτό, 32.

[26]Βλ. Β΄οικ. Σύνοδος Βατικανού, Διάταγμα Christus Dominus, 5. Κώδικας Κανονικού Δικαίου, καν. 342-348.

[27] Βλ. ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ 2Ος, Μετασυνοδική αποστ. Παραίνεση Pastores gregis, 16 ottobre 2003, 8.

[28] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, Ομιλία στην Οικουμενική Αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Κων/πόλεως, 27 Ιουνίου 2015.

[29] Βλ. ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Επιστολή προς Ρωμαίους, Προοίμιο: PG 5, 686.

[30] ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, αποστ. Παραίνεση  Evangelii gaudium 32.

[31]ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ 2Ος , Εγκ. Επιστ. Ut unum sint, 25 Μαΐου 1995, 95.

 [32] Βλ. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ, αποστ. Παραίνεση  Evangelii gaudium 186-192. Εγκ. Επιστ. Laudato si’, 24 Μαΐου 2015, 156-162.

 

Zenit en

Feed not found.
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian