ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ για την 47η Παγκόσμια Ημέρα Προσευχής για τις Κλήσεις [2010]

ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ 47Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΛΗΣΕΙΣ

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2010

Σεβαστοί Αδελφοί στην Αρχιεροσύνη

και στην Ιεροσύνη, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές!

 

Η 47η Παγκόσμια Ημέρα Προσευχής για τις Κλήσεις, την οποία θα εορτάσουμε την 4ηΚυριακή του Πάσχα-Κυριακή του «Καλού Ποιμένα»-στις 25 Απριλίου 2010, μου δίνει την ευκαιρία να προτείνω για την προσωπική σας μελέτη ένα θέμα που είναι σε πλήρη αρμονία με το Ιερατικό Έτος: Η μαρτυρία χριστιανικής πίστης δημιουργεί κλήσεις. Πράγματι, η γονιμότητα της πρότασης για μια ιερατική ή μοναχική κλήση εξαρτάται πριν απ’ όλα από τη δωρεάν ενέργεια του Θεού. Αλλά, όπως επιβεβαιώνεται από την ιερατική εμπειρία, ευνοείται επίσης από την ποιότητα και από τον πλούτο της προσωπικής και κοινοτικής μαρτυρίας αυτών που ήδη απάντησαν στο κάλεσμα του Κυρίου για το ιερατικό λειτούργημα και την αφιερωμένη ζωή. Η μαρτυρία τους μπορεί να προκαλέσει σε άλλους την επιθυμία να απαντήσουν και αυτοί με γενναιοδωρία στο κάλεσμα του Χριστού. Αυτό το θέμα είναι, λοιπόν, στενά συνδεδεμένο με τη ζωή και την αποστολή των ιερέων και των αφιερωμένων ατόμων. Για τον λόγο αυτό, θα ήθελα να προσκαλέσω όλους όσους κάλεσε ο Κύριος να εργαστούν στον αμπελώνα Του, να ανανεώσουν την πιστότητά τους στην απάντησή τους, κυρίως κατ’ αυτό το Ιερατικό Έτος, που ξεκίνησε με την ευκαιρία των 150 χρόνων από τον θάνατο του Αγίου Εφημερίου του Ars, Jean-Marie Vianney, πάντοτε επίκαιρου παραδείγματος Ιερέα και Εφημερίου.

Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, οι προφήτες ήξεραν ότι είχαν κληθεί να μαρτυρήσουν με τον τρόπο της ζωής τους αυτό που ανήγγελλαν και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν ακόμη και την έλλειψη κατανόησης, την απόρριψη, την καταδίωξη. Η αποστολή που ο Θεός τους εμπιστευόταν τους απορροφούσε πλήρως. «Μια φλόγα κατέτρωγε» την καρδιά τους, που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν (Ιω. 20,9) και ήταν πρόθυμοι να τεθούν στην υπηρεσία του Κυρίου όχι μόνον με τη φωνή τους, αλλά και με όλες τις μορφές της ύπαρξής τους. Με το πλήρωμα του χρόνου, ο ίδιος ο Ιησούς, ο απεσταλμένος του Πατρός (Ιω. 5,36), θα μαρτυρήσει, μέσω της αποστολής του, για την αγάπη του Θεού προς όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους και ιδιαίτερα προς τους πιο μικρούς, τους αμαρτωλούς, τους περιθωριακούς, τους φτωχούς. Είναι ο κατ’ εξοχήν Μάρτυρας του Θεού και της θέλησής Του να σωθούν όλοι. Στην αυγή των νέων καιρών, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, με την ζωή του ολοκληρωτικά αφιερωμένη στο να προετοιμάσει τον δρόμο του Χριστού, διαβεβαιώνει ότι οι υποσχέσεις του Θεού εκπληρώνονται στο πρόσωπο του Υιού της Μαρίας από την Ναζαρέτ. Όταν Τον βλέπει να έρχεται στον Ιορδάνη, όπου βάφτιζε, Τον παρουσιάζει στους οπαδούς του ως «τον Αμνό του Θεού, αυτόν που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. 1,29). Η μαρτυρία του είναι τόσο γόνιμη, που δύο από τους μαθητές του «ακούγοντάς τον να μιλάει έτσι, ακολούθησαν τον Ιησού» (Ιω. 1,37).

Κατά παρόμοιο τρόπο, η κλήση του Πέτρου, σύμφωνα με αυτά που γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, περνάει μέσα από την μαρτυρία του αδελφού του Ανδρέα, ο οποίος, αφού συνάντησε το Διδάσκαλο και απάντησε στην πρόσκλησή Του να μείνει μαζί του, αισθάνεται την ανάγκη να μοιραστεί άμεσα με τον Πέτρο αυτό που ανακάλυψε μένοντας κοντά στον Κύριο: «Βρήκαμε το Μεσσία –που σημαίνει το Χριστό- και τον οδήγησε στον Ιησού» (Ιω. 1,41-42).

Το ίδιο συνέβη και με το Ναθαναήλ χάρη στη μαρτυρία ενός άλλου μαθητή, του Φίλιππου, ο οποίος του ανακοινώνει με χαρά τη μεγάλη του αποκάλυψη: «Αυτόν για τον οποίο μιλούν ο νόμος του Μωυσή και οι προφήτες, τον βρήκαμε, είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ»(Ιω. 1,45). Η ελεύθερη και δωρεάν πρωτοβουλία του Θεού συναντά και κάνει έκκληση στην ανθρώπινη υπευθυνότητα αυτών που δέχονται την πρόσκλησή Του να γίνουν, με τη δική τους μαρτυρία, όργανα του θείου καλέσματος. Αυτό συμβαίνει ακόμη σήμερα στην Εκκλησία: ο Θεός χρησιμοποιεί τη μαρτυρία των ιερέων, οι οποίοι είναι πιστοί στην αποστολή τους, για να δημιουργήσει νέες ιερατικές και μοναχικές κλήσεις στην υπηρεσία του λαού του Θεού. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιθυμώ να υπενθυμίσω τρεις όψεις της ζωής του ιερέα, οι οποίες μου φαίνονται ουσιαστικές για μια αποτελεσματική ιερατική μαρτυρία.

Η φιλία με το Χριστό είναι ένα θεμελιώδες και αναγνωρίσιμο στοιχείο κάθε κλήσης στην ιεροσύνη και στην αφιερωμένη ζωή. Ο Ιησούς ζούσε σε σταθερή ένωση με τον Πατέρα Του, κάτι που προκαλούσε στους μαθητές του την επιθυμία να βιώσουν την ίδια εμπειρία, μαθαίνονται από αυτόν την κοινωνία και το συνεχή διάλογο με το Θεό. Εάν ο ιερέας είναι ο «άνθρωπος του Θεού», που ανήκει στο Θεό και βοηθάει στο να Τον γνωρίζουν και να Τον αγαπήσουν, δεν μπορεί να μην καλλιεργήσει μια βαθιά εσωτερική σχέση μαζί Του και να μην παραμένει μέσα στην αγάπη Του, ακούγοντας με προσοχή τον Λόγο Του. Η προσευχή είναι η πρώτη μαρτυρία που δημιουργεί κλήσεις. Όπως ο απόστολος Ανδρέας αναγγέλλει στον αδελφό του ότι συνάντησε τον Διδάσκαλο, έτσι και αυτός που θέλει να είναι μαθητής και μάρτυρας του Χριστού, οφείλει να Τον «δει» προσωπικά, οφείλει να Τον έχει γνωρίσει, οφείλει να έχει μάθει να Τον αγαπάει και να μένει μαζί Του.

Η ολοκληρωτική δωρεά του ίδιου του εαυτού μας στο Θεό είναι μια άλλη όψη της ζωής του ιερέα και των αφιερωμένων προσώπων. Ο απόστολος Ιωάννης γράφει:

«Ιδού από τι αναγνωρίζεται η αγάπη: αυτός, ο Ιησούς, έδωσε την ζωή του για εμάς. Εμείς, επίσης, οφείλουμε να δώσουμε τη ζωή μας για τα αδέλφια μας» (1 Ιω. 3,16). Μέσα από αυτές τις λέξεις, προσκαλεί τους μαθητές να μπουν στην ίδια λογική του Ιησού, ο οποίος, με όλο του το είναι, πραγματοποίησε το θέλημα του Πατέρα μέχρι την υπέρτατη προσφορά Του πάνω στον σταυρό. Η ευσπλαχνία του Θεού φανερώνεται εκεί σε όλο της το μεγαλείο: σπλαχνική αγάπη, η οποία νίκησε το σκοτάδι του κακού, της αμαρτίας και του θανάτου. Η χειρονομία του Ιησού, ο οποίος, στον τελευταίο Μυστικό Δείπνο, σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει τα ρούχα Του στην άκρη, παίρνει ένα καθαρό πανί, με το οποίο περιζώνεται, και σκύβει για να πλύνει τα πόδια των Αποστόλων, εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την έννοια της υπηρεσίας της δωρεάς, την οποία στην πράξη εφάρμοσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής Του, υπακούοντας στο θέλημα του Πατέρα (Ιω. 13,3-15). Ακολουθώντας τον Ιησού, κάθε πρόσωπο που καλείται να ζήσει μια ειδική αφιέρωση, οφείλει να προσπαθήσει να δώσει τη μαρτυρία αυτής της ολοκληρωτικής δωρεάς του εαυτού του στο Θεό. Από αυτό γεννιέται η ικανότητά του να προσφερθεί σε αυτούς που η Θεία Πρόνοια του εμπιστεύεται στο πλαίσιο της ποιμαντικής του διακονίας, με απόλυτη, σταθερή και πιστή αφοσίωση, και με τη χαρά να γίνεται συνοδός στο ταξίδι πολλών αδελφών, ώστε να συναντήσουν το Χριστό, και ο Λόγος Του να φωτίζει το δρόμο της ζωής τους. Η ιστορία κάθε κλήσης είναι σχεδόν πάντοτε συνδεδεμένη με τη μαρτυρία ενός ιερέα, ο οποίος ζει με χαρά τη δωρεά του εαυτού του στα αδέλφια του για την εξάπλωση της Βασιλείας των Ουρανών. Αυτό συμβαίνει, διότι η συναναστροφή με τον ιερέα και ο λόγος του είναι ικανά να προκαλέσουν ερωτήματα και να οδηγήσουν ακόμη και σε οριστικές αποφάσεις (Ιωάννης-Παύλος Β΄, Αποστ. μετασυνοδική Παραίνεση, Pastores dabo vobis, n.39).

Τελικά, μια τρίτη μορφή που πρέπει να χαρακτηρίζει τον ιερέα και το αφιερωμένο άτομο, είναι να ζει σε κοινωνία και σύμπνοια με τους άλλους. Ο Ιησούς επέδειξε τη βαθιά κοινωνία αγάπης ως διακριτικό σημάδι του ανθρώπου που θέλει να είναι ο οπαδός Του: «Αυτό που θα φανερώσει σε όλους τους ανθρώπους ότι είσαστε μαθητές μου είναι η αγάπη που θα έχετε ο ένας για τον άλλο» (Ιω. 13,35). Ιδιαίτερα ο ιερέας οφείλει να είναι ένας άνθρωπος της κοινωνίας, ανοικτός σε όλους, ικανός να οδηγήσει στην ενότητα όλο το ποίμνιο που η καλοσύνη του Θεού του εμπιστεύθηκε, βοηθώντας το να ξεπεράσει τις διαιρέσεις, να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, να εξαλείψει τις αντιθέσεις και τις παρεξηγήσεις, να συγχωρήσει τις προσβολές. Όταν συνάντησα τον κλήρο της Aoste τον Ιούλιο του 2005, είπα πως, εάν οι νέοι βλέπουν τους ιερείς απομονωμένους και θλιμμένους, σίγουρα δεν ενθαρρύνονται να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Καταλήγουν να νιώθουν αμηχανία, όταν οδηγούνται στη σκέψη πως αυτό είναι το μέλλον του ιερέα. Είναι αντιθέτως, σημαντικό να έχουμε τέτοια κοινωνία με τους άλλους, ώστε να τους αποκαλύπτει την ομορφιά της ιεροσύνης. Τότε ο νέος θα πει: «Αυτό μπορεί να είναι ένα μέλλον και για μένα, έτσι μπορείς να ζήσεις» (Insegnamenti 1 [2005], 354). Όσον αφορά τη μαρτυρία που προτρέπει στις κλήσεις, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού υπογραμμίζει το παράδειγμα της αγάπης και της αδελφικής συνεργασίας που οφείλουν να προσφέρουν οι ιερείς (Διάταξη Optatam totius, n2).

Θυμίζω ευχαρίστως αυτό που έγραψε ο σεβαστός προκάτοχός μου Ιωάννης-Παύλος Β΄: «Η ζωή των ιερέων, η απόλυτη αφοσίωσή τους στο λαό του Θεού, η μαρτυρία της υπηρεσίας αγάπης τους για το Θεό και την Εκκλησία του-μαρτυρία σημαδεμένη από το σημείο του σταυρού, που γίνεται αποδεκτός με την ελπίδα και την πασχαλινή χαρά - η αδελφική τους ομόνοια και ο ζήλος τους για τον ευαγγελισμό του κόσμου, είναι οι πρώτοι και οι πιο πειστικοί παράγοντες της γονιμότητας των κλήσεων» (Pastores dabo vobis 41).Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι ιερατικές κλήσεις γεννιούνται από την επαφή με τους ιερείς, ως μια πολύτιμη παρακαταθήκη που μεταδίδεται μέσα από το λόγο, το παράδειγμα και την ύπαρξη ολόκληρη. Αυτό ισχύει επίσης για την αφιερωμένη ζωή. Η ίδια η ύπαρξη των μοναχών (ανδρών και γυναικών) μιλάει από μόνη της για την αγάπη του Χριστού όταν τον ακολουθούν με πλήρη πιστότητα στο Ευαγγέλιο και αποδέχονται με χαρά τα κριτήρια αξιολόγησης και συμπεριφοράς.

Ο Ιερέας, ο Μοναχός, η Μοναχή γίνονται «σημείο αντιλεγόμενο» για τον κόσμο, του οποίου συχνά η λογική εμπνέεται από τον υλισμό, τον εγωισμό και τον ατομικισμό. Επειδή αφήνονται να κυριευθούν από το Θεό, απαρνούμενοι τον εαυτό τους, η πιστότητά τους και η δύναμη της μαρτυρίας τους συνεχίζουν να προκαλούν στις καρδιές πολλών νέων την επιθυμία να ακολουθήσουν και εκείνοι το Χριστό για πάντα, με γενναιόδωρο και απόλυτο τρόπο.

Η μίμηση του αγνού, φτωχού και υπάκουου Χριστού, η ταύτιση με Εκείνον: αυτό είναι το ιδανικό της αφιερωμένης ζωής, μαρτυρία του απόλυτου πρωτείου του Θεού στη ζωή και την ιστορία των ανθρώπων.

Ο πιστός στην κλήση του ιερέας, μοναχός ή μοναχή, μεταδίδει τη χαρά που αισθάνεται να υπηρετεί τον Χριστό και προσκαλεί τους χριστιανούς να απαντήσουν στο παγκόσμιο κάλεσμα για αγιότητα. Συνεπώς, το παράδειγμα αυτών που έχουν ήδη πει το δικό τους «ναι» στο Θεό και στο σχέδιο ζωής που Εκείνος έχει για τον καθένα, είναι αναγκαίο για να προωθηθούν οι ειδικές κλήσεις στο ιερατικό λειτούργημα και την αφιερωμένη ζωή, για να καταστήσουν πιο δυνατή και πιο αποτελεσματική την έκκληση για ιερατικές και μοναχικές κλήσεις. Η προσωπική μαρτυρία, αποτελούμενη από υπαρξιακές και συγκεκριμένες επιλογές, θα ενθαρρύνει τους νέους να πάρουν, με τη σειρά τους, τις δύσκολες αποφάσεις οι οποίες δεσμεύουν το μέλλον τους. Για να τους βοηθήσουμε, είναι απαραίτητο η συνάντηση και ο διάλογος μαζί τους να γίνονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να τους φωτίζει και να τους συνοδεύει, χάρη κυρίως στο ζωντανό παράδειγμα μιας ζωής που βιώνεται ως κλήση. Αυτό έκανε ο Άγιος Εφημέριος του Ars, που, βρισκόμενος σε διαρκή επαφή με τους ενορίτες του, τους «δίδασκε κυρίως μέσω της μαρτυρίας της ζωής του. Με το παράδειγμά του, οι πιστοί μάθαιναν να προσεύχονται». (Επιστολή για την αναγγελία του Ιερατικού Έτους, 16 Ιουνίου 2009).

Είθε αυτή η Παγκόσμια Ημέρα να μπορέσει να προσφέρει για ακόμη μια φορά μια πολύτιμη ευκαιρία σε πολλούς νέους να σκεφθούν τη δική τους προσωπική κλήση, και να μένουν αφοσιωμένοι σε αυτήν με απλότητα, εμπιστοσύνη και πλήρη διαθεσιμότητα! Είθε η Αειπάρθενος Μαρία, η Μητέρα της Εκκλησίας, να προστατεύει κάθε σπόρο κλήσης, όσο μικρός κι αν είναι, στην καρδιά αυτών που ο Θεός καλεί να τον ακολουθήσουν από πιο κοντά. Είθε να συμβάλει, ώστε ο σπόρος αυτός να γίνει ένα δυνατό δέντρο, φορτωμένο με καρπούς, για το καλό της Εκκλησίας και ολόκληρης της ανθρωπότητας! Προσεύχομαι γι’ αυτό και χορηγώ σε όλους την Αποστολική Ευλογία.


Βατικανό, 13 Νοεμβρίου 2009

 

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian