Παγκόσμια Ημερά Ιεραποστολών. Μήνυμα Αγίου Πατέρα [2012]

«Είμαστε καλεσμένοι γιά να κάνουμε να λάμψει ο Λόγος της Αλήθειας»

 (Αποστολική Επιστολή, Η Θύρα της Πίστεως, αρ. 6)

 

   

 

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές!


Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας των Ιεραποστολών αποκτά φέτος ξεχωριστή σημασία. Η χρονική σύμπτωση της 50ης επετείου από την έναρξη της Β’ Οικουμενικής Συνόδου του Βατικανού, της έναρξης του Έτους της Πίστεως και της Συνόδου των Επισκόπων με θέμα τον νέο ευαγγελισμό, συμβάλλει στην επιβεβαίωση της επιθυμίας της Εκκλησίας να εργαστεί με μεγαλύτερο θάρρος και ζήλο για τη Ιεραποστολή προς τα Έθνη προκειμένου το Ευαγγέλιο να φτάσει σε κάθε άκρη της γης.


Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος του Βατικανού, όπου συμμετείχαν Καθολικοί Επίσκοποι προερχόμενοι από κάθε γωνιά της γης, αποτέλεσε ένα φωτεινό σημάδι της καθολικότητας της Εκκλησίας καθώς για πρώτη φορά υποδέχτηκε έναν τόσο μεγάλο αριθμό Πατέρων των Συνόδων, τόσο από την Ασία όσο και από την Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ωκεανία. Οι Επίσκοποι ιεραπόστολοι και οι ιθαγενείς Επίσκοποι, Ποιμένες σε κοινότητες διασκορπισμένες ανάμεσα σε μη χριστιανικούς πληθυσμούς, μετέφεραν στη Σύνοδο την εικόνα μίας Εκκλησίας που είναι παρούσα σε όλες τις ηπείρους και γινόταν μάρτυρες της πολύπλοκης πραγματικότητα του τότε λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου». Πλούσιοι σε εμπειρίες, καθότι ήταν Ποιμένες νέων και υπό διαμόρφωση Εκκλησιών, και γεμάτοι ζήλο για τη διάδοση της Βασιλείας του Θεού, οι Επίσκοποι συνέβαλαν αποφασιστικά στο να επιβεβαιωθεί η αναγκαιότητα και η επιτακτική ανάγκη του ευαγγελισμού των Εθνών, και συνεπώς στο να τεθεί ο ιεραποστολικός χαρακτήρας της Εκκλησίας στο επίκεντρο της εκκλησιολογίας.


 

Ιεραποστολική Εκκλησιολογία

 

Το συγκεκριμένο όραμα δεν έχει εκλείψει στις μέρες μας ˙ αντιθέτως έχει γνωρίσει έναν γόνιμο θεολογικό και ποιμαντικό στοχασμό ενώ, ταυτόχρονα, επανεμφανίζεται με επιτακτικό τρόπο καθώς έχει αυξηθεί ο αριθμός εκείνων που δεν γνωρίζουν ακόμα τον Χριστό: «Οι άνθρωποι που αναμένουν ακόμη το Χριστό Σωτήρα είναι ακόμη αναρίθμητοι» ανέφερε ο μακάριος Ιωάννης Παύλος Β' στην Εγκύκλιο Redemptoris missio αναφορικά με τη μόνιμη αξία της ιεραποστολικής εντολής, και πρόσθεσε: «Δε μπορούμε να εφησυχάζουμε, σκεπτόμενοι τα εκατομμύρια αδελφών μας, οι οποίοι αν και έχουν λυτρωθεί με το αίμα του Χριστού, ζουν στην άγνοια της αγάπης του Θεού» (αρ. 86). Και εγώ, κατά την προκήρυξη του Έτους της Πίστεως, έγραψα ότι ο Χριστός «σήμερα όπως τότε, μας στέλνει στους δρόμους του κόσμου για να αναγγείλουμε το Ευαγγέλιό Του σε όλους τους λαούς της γης» (Αποστολική Επιστολή, Η Θύρα της Πίστεως, αρ. 7). Διακήρυξη που, όπως διατύπωσε και ο δούλος του Θεού Παύλος ΣΤ’ στην Αποστολική Παραίνεση Evangelii nuntiandi, «Δεν αποτελεί γιά την Εκκλησία μιά προαιρετική εισφορά: Είναι το καθήκον που της ανατέθηκε από την εντολή του Κυρίου Ιησού, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορέσουν να πιστέψουν και να σωθούν. Το μήνυμα αυτό είναι μοναδικό, αναγκαίο και αναντικατάστατο.” (αρ. 5). Χρειάζεται, λοιπόν, να αναβιώσουμε τον αποστολικό ζήλο των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, οι οποίες παρότι μικρές και ανυπεράσπιστες, ήταν ικανές, με την αναγγελία και τη μαρτυρία τους, να διαδώσουν το Ευαγγέλιο σε όλο τον έως τότε γνωστό κόσμο.


Επομένως, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Β’ Οικουμενική Σύνοδος του Βατικανού και η ακόλουθη Διδασκαλία της Εκκλησίας δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ιεραποστολική εντολή που ο Χριστός ανέθεσε στους μαθητές του και η οποία πρέπει να αποτελέσει καθήκον ολόκληρου του λαού του Θεού, ήτοι των Επισκόπων, ιερέων, διακόνων, μοναχών και λαϊκών. Το μέλημα για την αναγγελία του Ευαγγελίου σε κάθε γωνιά της γης ανήκει πρωτίστως στους Επισκόπους, ως οι άμεσα υπεύθυνοι για τον ευαγγελισμό του κόσμου, τόσο ως μέλη της Συνόδου των Επισκόπων όσο και ως Ποιμένες της εκάστοτε τοπικής εκκλησίας. Εκείνοι, πράγματι, «Καθιερώθηκαν όχι μόνο γιά μιά Επισκοπή, αλλά γιά τη σωτηρία όλου του κόσμου» (Ιωάννης Παύλος Β’, Εγκύκλιος Redemptoris missio, αρ. 63), «κήρυκες της πίστης, οι οποίοι καταρτίζουν νέους μαθητές του Χριστού» (Ad gentes, αρ. 20) και καθιστούν «ορατό το πνεύμα και τον ιεραποστολικό ζήλο του Λαού του Θεού, έτσι ώστε η όλη Επισκοπή γίνεται Ιεραπόστολος» (ό.π., αρ. 38).


Η προτεραιότητα του Ευαγγελισμού


Για έναν Ποιμένα, η εντολή του κηρύγματος του Ευαγγελίου δεν περιορίζεται στη μέριμνά του για το τμήμα του λαού που ο Θεός ανέθεσε στην ποιμαντική του φροντίδα, ούτε στην αποστολή κάποιου ιερέα ή λαϊκού fidei donum (δωρεά πίστης). Η εν λόγω εντολή θα πρέπει να διαπνέει όλες τις δραστηριότητες της εκάστοτε εκκλησίας και όλους τους τομείς της ˙ εν ολίγοις, όλο το «είναι» και το έργο της. Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος του Βατικανού το επεσήμανε με σαφήνεια και η ακόλουθη επίσημη Διδασκαλία της Εκκλησίας το επιβεβαίωσε σθεναρά. Η ανωτέρω εντολή απαιτεί τη συνεχή αναπροσαρμογή του τρόπου ζωής, του ποιμαντικού  σχεδιασμού και της επισκοπικής οργάνωσης με βάση αυτή τη θεμελιώδη διάσταση της Εκκλησίας, ειδικότερα στον σημερινό διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Αυτό ισχύει επίσης για τα Μοναστικά Τάγματα, τις Κοινότητες της Αποστολικής ζωής και τα εκκλησιαστικά κινήματα. Όλες οι ψηφίδες του μεγάλου μωσαϊκού της Εκκλησίας θα πρέπει να αισθανθούν έντονα το κάλεσμα του Κυρίου για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, έτσι ώστε ο Χριστός να αναγγελθεί παντού. Εμείς, οι Ποιμένες, οι μοναχοί, οι μοναχές και όλοι οι πιστοί του Χριστού πρέπει να ακολουθήσουμε τα χνάρια του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος «φυλακισμένος του Ιησού Χριστού για τους Εθνικούς» (Eφ.  3,1), εργάστηκε, υπέφερε και αγωνίστηκε για να φέρει το Ευαγγέλιο στους ειδωλολάτρες (πρβλ. Col 1,24 - 29), αφιερώνοντας όλες τις δυνάμεις, τα μέσα και τον χρόνο του προκειμένου να γνωστοποιήσει το μήνυμα του Χριστού.



Ακόμα και σήμερα, η αποστολή προς τα Έθνη (Ad Gentes) θα πρέπει να συνιστά τον ορίζοντα και το παράδειγμα της κάθε εκκλησιαστικής δραστηριότητας, διότι η ίδια η ταυτότητα της Εκκλησίας αποτελείται τόσο από την πίστη στο Μυστήριο του Θεού, το οποίο αποκαλύφθηκε στον Χριστό για να μας οδηγήσει στη σωτηρία, όσο και από την αποστολή μας να το μαρτυρήσουμε και να το αναγγείλουμε στον κόσμο έως ότου Αυτός επιστρέψει. Ακριβώς όπως ο Απόστολος Παύλος, πρέπει να φροντίσουμε για τους απομακρυσμένους από τον Θεό, για εκείνους που δεν γνωρίζουν ακόμα τον Χριστό και που δεν έχουν βιώσει την πατρότητα του Θεού, με τη γνώση ότι «Η Ιεραποστολική Συνεργασία σήμερα, θα πρέπει να επεκταθεί σε νέες μορφές, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την οικονομική βοήθεια, αλλά και την άμεση συμμετοχή στο έργο του Ευαγγελισμού» (Ιωάννης Παύλος Β', Εγκύκλιος Redemptoris missio, αρ. 82). Ο εορτασμός του Έτους της Πίστεως και της Συνόδου των Επισκόπων για τον νέο ευαγγελισμό θα αποτελέσουν την κατάλληλη ευκαιρία για την αναβίωση της ιεραποστολικής συνεργασίας, ειδικά όσον αφορά την ανωτέρω δεύτερη διάσταση.



Πίστη και αναγγελία


Η λαχτάρα να αναγγείλουμε τον Χριστό μάς προτρέπει επίσης να διαβάσουμε την ιστορία προκειμένου να αντιληφθούμε τα προβλήματα, τις προσδοκίες και τις ελπίδες της ανθρωπότητας που ο Χριστός πρέπει να επουλώσει, να εξαγνίσει και να αναπληρώσει με την παρουσία Του. Πράγματι, το μήνυμά Του είναι πάντοτε επίκαιρο, βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά της ιστορίας και είναι ικανό να δώσει λύση στις βαθύτερες ανησυχίες του κάθε ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο η Εκκλησία, σε όλες τις συνιστώσες της, πρέπει να γνωρίζει ότι «οι απέραντοι ορίζοντες της ιεραποστολής της Εκκλησίας, η πολυπλοκότητα της παρούσας κατάστασης, απαιτούν σήμερα ανανεωμένους τρόπους επικοινωνίας ώστε να μπορέσουμε να μεταδώσουμε  αποτελεσματικά το Λόγο του Θεού» (Βενέδικτος ΙΣΤ ', μετασυνοδική Αποστολική προτροπή Verbum Domini, αρ. 97). Αυτό απαιτεί, πρωτίστως, μια ανανεωμένη προσήλωση της προσωπικής και κοινοτικής πίστης στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, «σε μια εποχή βαθιάς αλλαγής, όπως αυτή που η ανθρωπότητα βιώνει σήμερα» (Αποστολική Επιστολή, Η Θύρα της Πίστεως, αρ. 8).


Πράγματι, ένα από τα προσκόμματα για τη διάδοση τoυ ευαγγελικού μηνύματος οφείλεται στην κρίση της πίστεως ˙ όχι μόνο στον δυτικό κόσμο αλλά και σε μεγάλο τμήμα της ανθρωπότητας, το οποίο πεινά και διψά για τον Θεό και στο οποίο πρέπει να απευθύνουμε πρόσκληση ώστε να οδηγηθεί στον «Άρτο της ζωής» και στο «ζωντανό νερό», όπως ακριβώς η Σαμαρείτισσα που πήγε στο πηγάδι του Ιακώβ και άνοιξε διάλογο με τον Χριστό. Όπως διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, η ιστορία αυτής της γυναίκας έχει ιδιαίτερη σημασία (πρβλ. Ιω 4,1 - 30). Εκείνη συναντά τον Ιησού, ο οποίος της ζητά να πιει αλλά στη συνέχεια της μιλά για ένα νέο νερό που μπορεί να σβήσει για πάντα τη δίψα. Στην αρχή, η γυναίκα δεν καταλαβαίνει διότι παραμένει στο επίπεδο της ύλης, όμως σιγά-σιγά καθοδηγείται από τον Κύριο στο να κάνει ένα ταξίδι πίστεως το οποίο την οδηγεί στο να Τον αναγνωρίσει ως τον Μεσσία. Για το συγκεκριμένο περιστατικό, ο Άγιος Αυγουστίνος αναφέρει: “Μετά την αποδοχή του Κυρίου του Χριστού στην καρδιά, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει αυτή η γυναίκα παρά να αφήσει το δοχείο του νερού και να τρέξει γιά να αναγγείλει το χαρμόσυνο μήνυμα;” (πρβλ. Ιώ.15,30). Η συνάντηση με τον Χριστό, ως Ζωντανού Ανθρώπου που ικανοποιεί τη δίψα της καρδιάς, δεν μπορεί παρά να μας εμφυσήσει την επιθυμία να μοιραστούμε με άλλους τη χαρά της παρουσίας Του και να την καταστήσουμε σε όλους γνωστή, έτσι ώστε να μπορέσει ο καθένας να βιώσει αυτή την εμπειρία. Χρειάζεται να ανανεώσουμε τον ενθουσιασμό μας για τη διάδοση της πίστης με σκοπό να δώσουμε ώθηση σε έναν νέο ευαγγελισμό των κοινοτήτων και των κρατών της αρχαίας χριστιανικής παράδοσης, που έχουν αρχίσει να χάνουν την αναφορά τους στον Θεό, ώστε να μπορέσουν να ξαναβρούν τη χαρά της πίστεως. Η μέριμνα για τον ευαγγελισμό δεν πρέπει ποτέ να παραμένει στο περιθώριο της εκκλησιαστικής δραστηριότητας και της προσωπικής ζωής των χριστιανών, αλλά πρέπει να τις διαπνέει πλήρως, με την επίγνωση ότι είμαστε οι αποδέκτες και παράλληλα οι ιεραπόστολοι του Ευαγγελίου. Το κεντρικό σημείο της αναγγελίας παραμένει πάντα το ίδιο: το Κήρυγμα του Χριστού που πέθανε και αναστήθηκε για τη σωτηρία του κόσμου, το Κήρυγμα της απόλυτης και ολοκληρωτικής αγάπης του Θεού για κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα η οποία αποκορυφώθηκε με το να στείλει τον αιώνιο και μονογενή Υιό του, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος δεν δίστασε να ενδυθεί τη φτώχεια της ανθρώπινης φύσης μας, αγαπώντας την και λυτρώνοντάς την από την αμαρτία και τον θάνατο διαμέσου της θυσίας Του στον σταυρό.


Η πίστη στον Θεό, με βάση το σχέδιο αγάπης που πρέσβευε ο Χριστός, συνιστά πάνω από όλα ένα δώρο και ένα μυστήριο που πρέπει να καλωσορίσουμε στην καρδιά και στη ζωή μας και για το οποίο οφείλουμε πάντα να ευχαριστούμε τον Κύριο. Ωστόσο, η πίστη είναι ένα δώρο που μας δόθηκε για να το μοιραστούμε ˙ είναι ένα χάρισμα που λάβαμε προκειμένου να αποδώσει καρπούς ˙ είναι ένα φως που δεν πρέπει να παραμένει κρυφό αλλά το οποίο πρέπει να φωτίζει ολόκληρη την οικία. Είναι το σπουδαιότερο δώρο στη ζωή μας και δεν μπορούμε να το κρατήσουμε μονάχα για τον εαυτό μας.

 

Η αναγγελία γίνεται αγάπη.


«Αλοίμονο σε μένα αν δε κηρύττω το ευαγγέλιο!», έλεγε ο Απόστολος Παύλος (1 Κορ. 9,16). Τα λόγια αυτά αντηχούν δυνατά σε κάθε χριστιανό και σε κάθε χριστιανική κοινότητα σε όλες τις ηπείρους. Ακόμη και για τις Εκκλησίες που βρίσκονται στα εδάφη των ιεραποστολών (κυρίως Εκκλησίες νέες και συχνά πρόσφατης ίδρυσης), το έργο της ιεραποστολής έχει λάβει μια έμφυτη διάσταση μολονότι έχουν κι οι ίδιες ανάγκη από ιεραποστόλους. Πολλοί ιερείς, μοναχοί και μοναχές από κάθε σημείο του κόσμου, πολλοί λαϊκοί,  ακόμη και ολόκληρες οικογένειες αφήνουν τις πατρίδες τους, την τοπική τους κοινωνία και πηγαίνουν σε άλλες Εκκλησίες για να μαρτυρήσουν και να αναγγείλουν τον Χριστό, στο όνομα του οποίου η ανθρωπότητα βρίσκει τη σωτηρία. Πρόκειται για μια έκφραση βαθιάς κοινωνίας, μοιράσματος και αγάπης μεταξύ των Εκκλησιών, προκειμένου κάθε άνθρωπος να μπορέσει να ακούσει ή να ξανακούσει την αναγγελία που θεραπεύει και φέρνει κοντά τα Θεία Μυστήρια, τα οποία συνιστούν την πηγή της αληθινής ζωής.


Παράλληλα με αυτή τη σημαντική ένδειξη πίστεως, η οποία μετατρέπεται σε αγάπη, ενθυμούμαι και ευχαριστώ τα Ποντιφικά Ιεραποστολικά Έργα, ένα μέσον για τη συνεργασία όσον αφορά την καθολική αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο. Χάρη στη δράση τους, η αναγγελία του Ευαγγελίου γίνεται ο διαμεσολαβητής για τη βοήθεια του πλησίον, την απόδοση δικαιοσύνης στους πιο φτωχούς, τη δυνατότητα εκπαίδευσης ακόμη και στα πιο απομονωμένα χωριά, την ιατρική περίθαλψη σε απομακρυσμένες περιοχές, την απαλλαγή από την ένδεια, την επανένταξη όσων έχουν περιθωριοποιηθεί, την ενίσχυση της ανάπτυξης των λαών, την υπέρβαση των εθνικών διαφορών, τον σεβασμό για τη ζωή σε όλες τις φάσεις της.


Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, για το έργο του ευαγγελισμού των Εθνών και ειδικότερα για όσους εργάζονται για τον σκοπό αυτό, επικαλούμαι την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος ώστε η χάρη του Θεού να το κάνει να προχωρήσει πιο  αποφασιστικά στην ιστορία του κόσμου. Μαζί με τον μακάριο Ιωάννη Ενρίκο Νιούμαν θα ήθελα να προσευχηθώ: «Συνόδευσε, Κύριε, τους  ιεραποστόλους Σου στα εδάφη του ευαγγελισμού, βάλε τις σωστές λέξεις στα χείλη τους, κάνουν τις προσπάθειές τους να αποδώσουν καρπούς».  Η Παρθένος Μαρία, η Μητέρα της Εκκλησίας ως Αστέρας του Ευαγγελισμού, ας συνοδεύει όλους τους ιεραποστόλους του Ευαγγελίου.


Από το Βατικανό, 6 Ιανουαρίου 2012, Εορτή των Θεοφανείων του Κυρίου

 

Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’

 

Η μετάφραση του μηνύματος του Αγίου Πατέρα για την Παγκόσμια Ημέρα των Ιεραποστολών, από την ιταλική γλώσσα, έγινε από την κυρία Παρασκευή Κόττη με την επιμέλεια του Π. Μάριου Ρήγου

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian