Μήνυμα της Α. Α. του Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ για την 46η Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης [2012]

 

 

ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ 16ΟΥ

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ

ΤΗΣ 46ης ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

 

ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ ΕΙΡΗΝΗΣ

 

Κάθε νέο έτος φέρνει μαζί του την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου. Σε αυτή την προοπτική, παρακαλώ το Θεό, Πατέρα της ανθρωπότητας, να μας χορηγεί την ομόνοια και την ειρήνη ώστε να καταστεί δυνατό να εκπληρωθεί για όλους η επιθυμία για μια ζωή ευτυχισμένη και ευδόκιμη.

 

Πενήντα χρόνια μετά την έναρξη της 2ης Συνόδου στο Βατικανό, που ενίσχυσε την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο, μας ενθαρρύνει η διαπίστωση ότι οι Χριστιανοί, ως Λαός του Θεού σε κοινωνία μαζί Του και σε πορεία ανάμεσα στους ανθρώπους, στρατεύονται μέσα στην ιστορία μοιραζόμενοι χαρές και ελπίδες, θλίψεις και αγωνίες (1), αναγγέλλοντας την εν Χριστώ σωτηρία και προωθώντας την ειρήνη για όλους.

Πράγματι η εποχή μας, που σημαδεύεται από την παγκοσμιοποίηση με τις θετικές και αρνητικές πλευρές της, καθώς επίσης και από τις συνεχιζόμενες αιματηρές συγκρούσεις και απειλές πολέμου, αξιώνει μια ανανεωμένη και συλλογική στράτευση για την αναζήτηση του κοινού καλού, της προόδου όλων των ανθρώπων και όλων των διαστάσεων του ανθρώπου.

Κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου οι εστίες έντασης και αντιθέσεων που προκαλούνται από τις αυξανόμενες ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών και από την επικράτηση μιας εγωιστικής και ατομικιστικής νοοτροπίας που εκδηλώνεται και από έναν υπέρμετρο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό. Πέραν των διαφόρων μορφών διεθνούς τρομοκρατίας και εγκληματικότητας, επικίνδυνοι για την ειρήνη είναι οι φονταμενταλισμοί και φανατισμοί που αλλοιώνουν την αληθινή φύση της θρησκείας η οποία καλείται να προάγει την κοινωνία και τη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων.

Ωστόσο τα ποικίλα έργα ειρήνης που είναι πολλά και διάσπαρτα ανά τον κόσμο, μαρτυρούν την έμφυτη κλήση της ανθρωπότητας για ειρήνη. Στον κάθε άνθρωπο, η επιθυμία ειρήνης συνιστά ουσιαστική επιδίωξη που κατά κάποιο τρόπο συμπίπτει με την επιθυμία για μια πλήρη, ευτυχισμένη και ολοκληρωμένη ζωή. Με άλλα λόγια, η επιθυμία για ειρήνη ανταποκρίνεται σε μια θεμελιώδη ηθική αρχή, δηλαδή στο καθήκον-δικαίωμα για μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη, κοινωνική και κοινοτική, που αποτελεί μέρος του σχεδίου του Θεού για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για την ειρήνη που είναι δώρο του Θεού.

Όλα αυτά μου έφεραν στο νου τα λόγια του Ιησού Χριστού που μου ενέπνευσαν και το σημερινό μήνυμα: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, διότι αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού» (Μτ. 5,9).

Ο ευαγγελικός μακαρισμός

2. Οι μακαρισμοί που κήρυξε ο Ιησούς (βλ. Μτ.5,3-12 και Λκ. 6, 20-23), είναι υποσχέσεις. Πράγματι, στη βιβλική παράδοση ο μακαρισμός είναι ένα φιλολογικό είδος που φέρει πάντοτε μαζί του μια καλή είδηση, δηλαδή ένα ευαγγέλιο, που κορυφώνεται σε μια υπόσχεση. Συνεπώς οι μακαρισμοί δεν είναι μόνο ηθικές συστάσεις των οποίων η τήρηση προβλέπει εν ευθέτω χρόνω – που τοποθετείται συνήθως στην άλλη ζωή – μιαν ανταμοιβή, δηλαδή μια κατάσταση μελλοντικής ευτυχίας. Ο μακαρισμός συνίσταται καλύτερα στην εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που απευθύνεται σε όλους εκείνους οι οποίοι αφήνονται να οδηγηθούν από τις απαιτήσεις της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της αγάπης. Αυτοί που εμπιστεύονται το Θεό και τις υποσχέσεις Του συχνά στα μάτια του κόσμου φαίνονται αφελείς και μακριά από την πραγματικότητα. Και όμως ο Ιησούς τούς λέει ότι όχι μόνο στην άλλη ζωή αλλά ήδη σε αυτήν θα ανακαλύψουν ότι είναι παιδιά του Θεού και ότι από πάντα και για πάντα ο Θεός είναι ολοκληρωτικά αλληλέγγυος μαζί τους. Θα καταλάβουν ότι δεν είναι μόνοι διότι Εκείνος είναι με το μέρος αυτών που στρατεύονται για την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη. Ο Ιησούς, αποκάλυψη της αγάπης του Πατέρα, δεν διστάζει να προσφέρει ως θυσία τον εαυτό του. Όταν δεχόμαστε τον Ιησού Χριστό, Θεό και άνθρωπο, βιώνουμε τη χαρούμενη εμπειρία ενός απέραντου δώρου: τη συμμετοχή μας στην ίδια τη ζωή του Θεού, δηλαδή τη ζωή της χάρης, που είναι δεσμευτική υπόσχεση μιας ύπαρξης απόλυτα μακάριας. Ο Ιησούς ειδικά μας χαρίζει την αληθινή ειρήνη που γεννιέται από την γεμάτη εμπιστοσύνη συνάντηση του ανθρώπου με το Θεό.

Ο μακαρισμός του Ιησού μας λέει ότι η ειρήνη είναι δώρο μεσσιανικό και ταυτόχρονα έργο ανθρώπινο. Πράγματι, η ειρήνη προϋποθέτει έναν ανθρωπισμό ανοικτό στην υπερβατικότητα. Είναι καρπός μιας αμοιβαίας δωρεάς, ενός αμοιβαίου εμπλουτισμού, χάρη στη δωρεά που πηγάζει από το Θεό και επιτρέπει να ζούμε με τους άλλους και για τους άλλους. Η ηθική της ειρήνης είναι ηθική κοινωνίας και μοιράσματος. Είναι λοιπόν απαραίτητο, οι διάφορες κουλτούρες του σήμερα να υπερβούν τις ανθρωπολογίες και τις ηθικές φόρμες που βασίζονται σε θεωρητικές και πρακτικές υποθέσεις, καθαρά υποκειμενικές και ωφελιμιστικές, δυνάμει των οποίων οι σχέσεις της συμβίωσης εμπνέονται με κριτήρια εξουσίας ή οφέλους, τα μέσα γίνονται σκοποί και αντιστρόφως, η κουλτούρα και η εκπαίδευση επικεντρώνονται αποκλειστικά στο να εφοδιάζουν, με τεχνική και αποδοτικότητα.

Προϋπόθεση της ειρήνης είναι η διάλυση της δικτατορίας του σχετικισμού και της θεωρίας για μια ηθική εντελώς αυτόνομη, που αποκλείει την αναγνώριση του απαραίτητου φυσικού ηθικού νόμου που είναι χαραγμένος από τον Θεό στη συνείδηση κάθε ανθρώπου. Η ειρήνη είναι οικοδόμηση της συνύπαρξης με όρους λογικούς και ηθικούς, και είναι βασισμένη σε ένα θεμέλιο του οποίου τα κριτήρια δεν έχουν δημιουργηθεί από τον άνθρωπο αλλά από το Θεό. «Ο Κύριος δύναμη θα δώσει στον λαό του, θα ευλογήσει τον λαό του με την ειρήνη», υπενθυμίζει ο Ψαλμός 29 (στιχ. 11).

Η ειρήνη: δώρο του Θεού και έργο του ανθρώπου

3. Η ειρήνη αφορά την ολότητα της ανθρώπινης προσωπικότητας και περιλαμβάνει την πλήρη συμμέτοχη του ανθρώπου. Είναι ειρήνη με το Θεό, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά του. Είναι ειρήνη εσωτερική με τον εαυτό μας και ειρήνη εξωτερική με τον πλησίον και το σύνολο της δημιουργίας. Συνεπάγεται κυρίως, - καθώς έγραψε ο μακάριος Ιωάννης 23ος στην Εγκύκλιό του Pacem in terris (Ειρήνη πάνω στη γη) η οποία συμπληρώνει σε λίγους μήνες την πεντηκοστή επέτειο – συνεπάγεται την οικοδόμηση μιας συμβίωσης θεμελιωμένης πάνω στην αλήθεια, την ελευθερία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη (2). Η άρνηση αυτού που αποτελεί την αληθινή φύση του ανθρώπινου όντος στις ουσιαστικές του διαστάσεις, στην εσωτερική του ικανότητα να διακρίνει το αληθινό και το καλό και, σε τελική ανάλυση, τον ίδιο το Θεό, θέτει σε κίνδυνο την οικοδόμηση της ειρήνης. Χωρίς την αλήθεια για τον άνθρωπο που είναι χαραγμένη από τον Πλάστη στην καρδιά του, η ελευθερία και η αγάπη αλλοιώνονται, η δικαιοσύνη χάνει το θεμέλιο πάνω στο οποίο ασκείται.

Για να γίνουμε αυθεντικοί οικοδόμοι ειρήνης απαιτούνται δύο θεμελιώδη πράγματα: το ενδιαφέρον για την υπερβατική διάσταση του ανθρώπου και η σταθερή συνομιλία με το Θεό, Πατέρα ευσπλαχνικό, δια της οποίας επικαλούμαστε τη λύτρωση που κατέκτησε για μας ο Μονογενής Υιός του. Με αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει τη σταδιακή συσκότιση και άρνηση της ειρήνης που είναι η αμαρτία σε όλες τις μορφές της: εγωισμός και βία, απληστία και πάθος για δύναμη και κυριαρχία, αδιαλλαξία, μίσος και άδικες δομές.

Η επίτευξη της ειρήνης εξαρτάται κυρίως από την παραδοχή ότι είμαστε, εν Θεώ, μια ανθρώπινη οικογένεια. Αυτή διαμορφώνεται, καθώς διδάσκει η εγκύκλιος Pacem in terris, μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και θεσμών που στηρίζονται και διαπνέονται από ένα «εμείς» κοινοτικό και συνεπώς προϋποθέτει μια ηθική τάξη, εσωτερική και εξωτερική, όπου ειλικρινά αναγνωρίζονται, με αλήθεια και δικαιοσύνη, τα αμοιβαία δικαιώματα και καθήκοντα. Η ειρήνη είναι κατάσταση που ζωογονείται και ολοκληρώνεται από την αγάπη, έτσι ώστε να αισθάνεται κανείς ως δικές του, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του άλλου, να καθιστά τους άλλους μέτοχους στα δικά του αγαθά και να διαδίδει όλο και περισσότερο την κοινωνία των πνευματικών αξιών στον κόσμο. Η ειρήνη είναι κατάσταση που επιτυγχάνεται σε πλαίσιο ελευθερίας, με τρόπο δηλαδή που αρμόζει στην αξιοπρέπεια των προσώπων, τα οποία, από την ίδια τη λογική φύση τους αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους (3).

Η ειρήνη δεν είναι ένα όνειρο, δεν είναι μια ουτοπία: είναι κάτι το εφικτό. Τα μάτια μας θα πρέπει να βλέπουν βαθύτερα, πέραν της εξωτερικής όψης των πραγμάτων και των φαινομένων, για να διακρίνουν τη θετική πραγματικότητα που υπάρχει στις καρδιές, διότι κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’εικόνα του Θεού και έχει κληθεί να προοδεύσει συμβάλλοντας στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Ο ίδιος ο Θεός, μέσω της σάρκωσης του Υιού και της λύτρωσης που πραγματοποιήθηκε από Αυτόν, εισήλθε στην ιστορία για να δημιουργηθεί μια νέα κτίση και μια νέα συνθήκη μεταξύ Θεού και ανθρώπου (βλ. Γερεμ.31,31-34), παρέχοντάς μας τη δυνατότητα να έχουμε «μια νέα καρδιά» και «ένα νέο πνεύμα» (Βλ. Εζεκ. 36,26).

Ακριβώς γι’ αυτό, η Εκκλησία είναι πεπεισμένη ότι είναι επείγουσα η ανάγκη μιας νέας αναγγελίας του Ιησού Χριστού, πρώτου και κυριότερου παράγοντα της ολοκληρωμένης ανάπτυξης των λαών αλλά και της ειρήνης. Ο Ιησούς, πράγματι, είναι η ειρήνη μας, η δικαιοσύνη μας, η συμφιλίωσή μας ( Βλ. Εφ. 2,14. Β! Κορ. 5,18). Ο οικοδόμος ειρήνης, σύμφωνα με τον μακαρισμό του Ιησού, είναι αυτός που επιζητεί το καλό του άλλου, το ύψιστο καλό της ψυχής και του σώματος, τώρα και στο μέλλον.

Από τη διδασκαλία αυτή μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι κάθε πρόσωπο και κάθε κοινότητα – μοναστική, λαϊκή, εκπαιδευτική, πολιτιστική, - καλείται να εργαστεί για την επίτευξη της ειρήνης. Η ειρήνη είναι κυρίως η πραγματοποίηση του κοινού καλού των διαφόρων κοινωνιών, των πρωτόγονων και προηγμένων, των εθνικών, των διεθνών, και της παγκόσμιας κοινωνίας. Γι’ αυτό ακριβώς, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι οδοί που οδηγούν στην επίτευξη του κοινού καλού είναι ίδιες με αυτές που οφείλουμε να διανύσουμε για να επιτύχουμε την ειρήνη.

Οικοδόμοι ειρήνης είναι αυτοί που αγαπούν, υπερασπίζονται και προάγουν τη ζωή στην ολότητά της

4. Οδός για την επίτευξη του κοινού καλού και της ειρήνης είναι πριν απόλα ο σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, στην πολλαπλότητα των όψεών της, αρχίζοντας από τη σύλληψή της, στην ανάπτυξή της και μέχρι το φυσικό της τέλος. Αληθινοί οικοδόμοι ειρήνης είναι λοιπόν, αυτοί που αγαπούν, υπερασπίζονται και προάγουν την ανθρώπινη ζωή σε όλες τις διαστάσεις της: προσωπική, κοινοτική και υπερβατική. Η ζωή στην πληρότητά της, είναι η αποκορύφωση της ειρήνης. Όποιος θέλει την ειρήνη δεν μπορεί να ανεχθεί επιθέσεις και εγκλήματα κατά της ζωής.

Αυτοί που δεν εκτιμούν επαρκώς την αξία της ανθρώπινης ζωής και συνεπώς υποστηρίζουν, για παράδειγμα, την ελευθερία στις εκτρώσεις, ίσως δεν συνειδητοποιούν ότι με αυτόν τον τρόπο προτείνουν την επιδίωξη μιας απατηλής ειρήνης. Η αποφυγή των ευθυνών, που αλλοιώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ακόμη περισσότερο ο φόνος ενός ανυπεράσπιστου και αθώου πλάσματος, δεν θα μπορέσουν ποτέ να αποφέρουν ευτυχία ή ειρήνη. Πώς είναι δυνατό πράγματι να επιτευχθεί η ειρήνη, η ολοκληρωμένη ανάπτυξη των λαών ή η ίδια η προστασία του περιβάλλοντος χωρίς να έχει προστατευθεί το δικαίωμα στη ζωή των πιο αδύναμων αρχίζοντας από αυτούς που πρόκειται να γεννηθούν; Κάθε επίθεση κατά της ζωής, ειδικά στο ξεκίνημά της, προκαλεί αναπόφευκτα ανεπανόρθωτες βλάβες στην ανάπτυξη, στην ειρήνη, στο περιβάλλον. Ούτε είναι σωστό να κωδικοποιούνται εσφαλμένα δικαιώματα ή επιθυμίες που στηρίζονται σε μια περιοριστική και σχετικιστική θεώρηση του ανθρώπινου όντος και στην επιδέξια χρήση διφορούμενων εκφράσεων που σκοπό έχουν να υποστηρίξουν ένα υποτιθέμενο δικαίωμα στην έκτρωση και στην ευθανασία. Αυτό θέτει σε κίνδυνο το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή.

Ακόμη, η φυσική δομή του γάμου θα πρέπει να αναγνωρίζεται και να προάγεται ως ένωση μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας σε αντίθεση με τις προσπάθειες να τον καταστήσουν νομικά ισότιμο με μορφές ένωσης ριζικά διαφορετικές που στην πραγματικότητα τον βλάπτουν και συμβάλλουν στην αποσταθεροποίησή του συσκοτίζοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και τον αναντικατάστατο κοινωνικό του ρόλο.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν αλήθειες πίστης, ούτε είναι ένα πόρισμα που πηγάζει από το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία. Οι αρχές αυτές είναι χαραγμένες στην ίδια την ανθρώπινη φύση, αναγνωρίσιμες δια της λογικής και συνεπώς κοινές σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η δράση της Εκκλησίας για την προώθησή τους δεν έχει λοιπόν ομολογιακό χαρακτήρα, αλλά απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους ένταξη. Παρόμοια δράση γίνεται τόσο περισσότερο αναγκαία όσο περισσότερο οι αρχές αυτές απορρίπτονται ή παρερμηνεύονται, διότι αυτό αποτελεί προσβολή προς την αλήθεια της ανθρώπινης προσωπικότητας, και σοβαρό τραύμα που δέχεται η δικαιοσύνη και η ειρήνη.

Για το λόγο αυτό είναι επίσης σημαντική η συνεργασία για την ειρήνη ώστε οι νόμοι και η απονομή της δικαιοσύνης να αναγνωρίζουν το δικαίωμα στη χρήση της συνειδησιακής αντίρρησης εμπρός σε νόμους και κυβερνητικά μέτρα που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως η άμβλωση και η ευθανασία.

Μεταξύ των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συμβάλλουν και στην ειρηνική ζωή των λαών είναι το δικαίωμα του ατόμου και των κοινοτήτων στη θρησκευτική ελευθερία. Σε αυτή την ιστορική στιγμή, καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικό να προωθείται το δικαίωμα αυτό όχι μόνο από την αρνητική άποψη, ως ελευθερία από – π.χ. από υποχρεώσεις και ή περιορισμούς αναφορικά με την ελευθερία του καθένα στην επιλογή της θρησκείας του -, αλλά και από την θετική άποψη, στις διάφορες εκφράσεις της, ως ελευθερία να: π.χ. να μπορούν οι πολίτες να δίνουν μαρτυρία της θρησκείας τους, να αναγγέλλουν και να διαδίδουν τη διδασκαλία τους, να επιτελούν έργα εκπαιδευτικά φιλανθρωπίας και αρωγής που επιτρέπουν την εφαρμογή των θρησκευτικών αρχών τους, να υπάρχουν και να δρουν ως κοινωνικοί οργανισμοί δομημένοι σύμφωνα με τις αρχές της διδασκαλίας και τους θεσμικούς σκοπούς της θρησκείας τους. Δυστυχώς, ακόμη και σε Χώρες με αρχαία χριστιανική παράδοση, πολλαπλασιάζονται τα επεισόδια θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, ειδικά ενάντια στον χριστιανισμό και σε αυτούς που απλά φέρουν τα σύμβολα της θρησκείας τους.

 

Ο οικοδόμος ειρήνης πρέπει να έχει υπόψη του ότι, συνεχώς αυξανόμενα τμήματα της κοινής γνώμης, επηρεασμένα από τον άκρατο οικονομικό φιλελευθερισμό και την τεχνοκρατία, οδηγούνται στην πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη θα πρέπει να επιτευχθεί ακόμη και με την υποβάθμιση της κοινωνικής λειτουργίας του Κράτους και των δικτύων αλληλεγγύης της κοινωνίας των πολιτών, καθώς επίσης και των κοινωνικών δικαιωμάτων και καθηκόντων. Ωστόσο ας μη λησμονούμε ότι αυτά τα δικαιώματα και καθήκοντα είναι θεμελιώδη για την πλήρη απόκτηση άλλων, αρχίζοντας από τα αστικά και πολιτικά.

Μεταξύ των κοινωνικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που σήμερα απειλούνται περισσότερο είναι το δικαίωμα στην εργασία. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ολοένα και περισσότερο η εργασία και τα εργασιακά υποτιμώνται από την στιγμή που η οικονομική ανάπτυξη θεωρείται ότι εξαρτάται πάνω απ’ όλα από την πλήρη ελευθερία των αγορών. Έτσι η εργασία θεωρείται μια μεταβλητή που εξαρτάται από τους χρηματοοικονομικούς μηχανισμούς. Επί του θέματος αυτού επιθυμώ να τονίσω ξανά ότι η αξιοπρέπεια του ανθρώπου και οι οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί λόγοι, απαιτούν να συνεχίσουμε «να επιδιώκουμε ως προτεραιότητα τον στόχο της πρόσβασης στην εργασία ή τη διατήρησή της για όλους» (4). Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο φιλόδοξος στόχος, είναι απαραίτητη μια ανανεωμένη προσέγγιση της εργασίας που να στηρίζεται σε ηθικές και πνευματικές αξίες προκειμένου να ενισχυθεί η έννοιά της ως θεμελιώδες καλό για το άτομο, την οικογένεια, την κοινωνία. Στο καλό αυτό αντιστοιχούν υποχρεώσεις και δικαιώματα που απαιτούν θαρραλέες και νέες πολιτικές εργασίας.

Να οικοδομήσουμε το αγαθό της ειρήνης μέσω ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης και οικονομίας

5. Αναγνωρίζεται από πολλούς, ότι σήμερα είναι αναγκαίο ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης και μια νέα θεώρηση της οικονομίας. Τόσο μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη, αλληλέγγυα και πειστική, όσο και το κοινό καλό, απαιτούν μια σωστή κλίμακα αγαθών-αξιών που να δομείται έχοντας το Θεό ως ύψιστη αναφορά. Δεν αρκεί να έχεις στη διάθεσή σου πολλά μέσα και πολλές ευκαιρίες επιλογής, ακόμη και αν αυτά είναι αξιόλογα. Τόσο η μεγάλη ποικιλία μέσων για την ανάπτυξη όσο και το μεγάλο εύρος επιλογών θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με την προοπτική μιας καλής ζωής, μιας ορθής συμπεριφοράς, που θα αναγνωρίζει το πρωτείο της πνευματικής διάστασης και την έκκληση προς επίτευξη του κοινού καλού. Σε αντίθετη περίπτωση, αυτά τα μέσα και ευκαιρίες επιλογής, χάνουν την αληθινή αξία τους και καταλήγουν να γίνονται νέα είδωλα.

Για να βγούμε από τη σημερινή χρηματοοικονομική κρίση – που έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση των ανισοτήτων – χρειάζονται πρόσωπα, ομάδες, και θεσμοί που θα προάγουν τη ζωή διευκολύνοντας την ανθρώπινη δημιουργικότητα ώστε να αντληθούν, ακόμη και από την κρίση, μια ευκαιρία διάκρισης και ένα νέο μοντέλο οικονομίας. Το μοντέλο που ίσχυσε τις τελευταίες δεκαετίες επεδίωκε την αναζήτηση της μεγιστοποίησης του κέρδους και της κατανάλωσης με βάση μια ατομικιστική και εγωιστική οπτική, σχεδιασμένη να αξιολογεί τα άτομα μόνο από την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ανταγωνιστικότητας. Ενώ σε μια άλλη προοπτική φθάνει κανείς στην αληθινή και σταθερή επιτυχία με τη δωρεά του εαυτού του, των διανοητικών ικανοτήτων του, της επιχειρηματικότητάς του, αφού η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή η αυθεντικά ανθρώπινη, έχει ανάγκη από την αρχή της καθαρής δωρεάς ως έκφραση αδελφοσύνης και της λογικής του δώρου (5). Συγκεκριμένα, ο οικοδόμος ειρήνης, στην οικονομική δραστηριότητα, είναι εκείνος που δημιουργεί με τους συνεργάτες και τους συναδέλφους, με τους εργοδότες και τους χρήστες, σχέσεις τιμιότητας και αμοιβαιότητας. Ασκεί την οικονομική δραστηριότητα για το κοινό καλό, βιώνει τη στράτευσή του ως κάτι που εκτείνεται πέραν του δικού του συμφέροντος, προς όφελος σημερινών και μελλοντικών γενεών. Με αυτό τον τρόπο, εργάζεται όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για να χαρίσει στους άλλους ένα μέλλον και μια αξιοπρεπή εργασία.

Στον τομέα της οικονομίας, απαιτούνται, ιδιαίτερα από μέρους των Κρατών, πολιτικές βιομηχανικής και αγροτικής ανάπτυξης που να προωθούν την κοινωνική πρόοδο και την ανάπτυξη παντού δίκαιων και δημοκρατικών κρατών. Είναι επίσης θεμελιώδης και απαραίτητη η ηθική διάρθρωση των χρηματιστηριακών, χρηματοδοτικών και εμπορικών αγορών. Θα πρέπει να είναι σταθερές, να συντονίζονται και να ελέγχονται περισσότερο, ώστε να μην επιβαρύνουν τους φτωχότερους. Η φροντίδα των διαφόρων οικοδόμων ειρήνης πρέπει ακόμη να στραφεί – με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από αυτήν που επέδειξαν μέχρι σήμερα - στη μελέτη της επισιτιστικής κρίσης που είναι σοβαρότερη από εκείνη της οικονομικής. Το ζήτημα της εξασφάλισης τροφίμων, έχει καταστεί κεντρικό στη διεθνή πολιτική ατζέντα εξαιτίας των κρίσεων που είναι συνδεδεμένες, μεταξύ άλλων, με τις αιφνίδιες διακυμάνσεις των τιμών των αγροτικών πρώτων υλών, με τις ανεύθυνες συμπεριφορές ορισμένων οικονομικών παραγόντων και με έναν ανεπαρκή έλεγχο από μέρους των Κυβερνήσεων και της διεθνούς Κοινότητας.

Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κρίση, οι οικοδόμοι ειρήνης καλούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους με πνεύμα αλληλεγγύης, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, στοχεύοντας καταστήσουν εφικτό για τους αγρότες, ιδιαίτερα των μικρών αγροτικών περιοχών, να μπορούν να αναπτύξουν τη δραστηριότητά τους με τρόπο αξιοπρεπή και σταθερό από πλευράς κοινωνικής, περιβαλλοντικής και οικονομικής.

Εκπαίδευση για μια κουλτούρα ειρήνης: ο ρόλος της οικογένειας και των θεσμών

6. Επιθυμώ να τονίσω με έμφαση ότι οι οικοδόμοι της ειρήνης καλούνται να καλλιεργήσουν το πάθος για το κοινό καλό της οικογένειας, για την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς επίσης και για τη στράτευση για μια αποτελεσματική κοινωνική διαπαιδαγώγηση.

Δεν μπορεί κανείς να αγνοεί ή να υποτιμά τον αποφασιστικό ρόλο της οικογένειας, ως βασικού κυττάρου της κοινωνίας, από την δημογραφική, παιδαγωγική, οικονομική και πολιτική άποψη. Η οικογένεια έχει τη φυσική κλήση να προάγει τη ζωή: συνοδεύει τα άτομα στην ανάπτυξή τους και τα παροτρύνει στην αμοιβαία ενδυνάμωση μέσω της αμοιβαίας φροντίδας. Ειδικά η χριστιανική οικογένεια έχει μέσα της έμφυτο το σχέδιο διαπαιδαγώγησης των προσώπων κατά το μέτρο της θείας αγάπης. Η οικογένεια είναι ένα από τα απαραίτητα κοινωνικά συστατικά για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας ειρήνης. Οφείλουμε να προστατεύουμε το δικαίωμα των γονέων και τον πρωταρχικό τους ρόλο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, προπάντων στον ηθικό και θρησκευτικό τομέα. Μέσα στην οικογένεια γεννιούνται και αναπτύσσονται οι οικοδόμοι ειρήνης, οι μελλοντικοί προαγωγοί μιας κουλτούρας της ζωής και της αγάπης (6).

Σε αυτό το τεράστιο έργο διαπαιδαγώγησης στην ειρήνη εμπλέκονται, κατά ιδιαίτερο τρόπο, οι μοναστικές κοινότητες. Η Εκκλησία συμμετέχει σε μια τόσο μεγάλη ευθύνη μέσω του νέου ευαγγελισμού, του οποίου τα θεμέλια είναι η μεταστροφή στην αλήθεια και στην αγάπη του Χριστού και συνεπώς, η πνευματική και η ηθική αναγέννηση των ατόμων και της κοινωνίας. Η συνάντηση με τον Ιησού Χριστό γεννά τους οικοδόμους ειρήνης δεσμεύοντάς τους στο έργο κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων και εξάλειψης των αδικιών.

Μια ειδική αποστολή, αναφορικά με την ειρήνη, έχουν οι πολιτιστικοί θεσμοί των σχολείων και των πανεπιστημίων. Από αυτά ζητείται μια αξιόλογη συμβολή όχι μόνο στην εκπαίδευση των νέων γενεών ηγετών αλλά και στην ανανέωση των δημοσίων, εθνικών και διεθνών θεσμών. Μπορούν επίσης να συμβάλλουν σε έναν επιστημονικό στοχασμό που θα τοποθετεί τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες σε μια στέρεη ανθρωπολογική και ηθική βάση. Ο σημερινός κόσμος, ιδιαίτερα ο πολιτικός, έχει ανάγκη από νέες ιδέες, μια νέα πολιτισμική σύνθεση για να ξεπεράσει τις καθαρά τεχνικές προσεγγίσεις και να εναρμονίσει τις πολλαπλές πολιτικές τάσεις ενόψει του κοινού καλού. Ο κόσμος αυτός, ως σύνολο θετικών διαπροσωπικών και θεσμικών σχέσεων στην υπηρεσία της ολοκληρωμένης ανάπτυξης των ατόμων και των ομάδων, αποτελεί τη βάση κάθε αληθινής εκπαίδευσης για την ειρήνη.

Μια παιδαγωγική των οικοδόμων ειρήνης

7. Εν κατακλείδι, προβάλλει η αναγκαιότητα να προτείνουμε και να προωθήσουμε μια παιδαγωγική της ειρήνης. Αυτή απαιτεί μια πλούσια εσωτερική ζωή, σαφείς και έγκυρες ηθικές αναφορές, κατάλληλες συμπεριφορές και τρόπους ζωής. Πράγματι, τα έργα ειρήνης συμβάλλουν στην επίτευξη του κοινού καλού και προκαλούν το ενδιαφέρον για την ειρήνη μέσω της κατάλληλης εκπαίδευσης. Σκέψεις, λόγια, χειρονομίες ειρήνης δημιουργούν μια νοοτροπία και μια κουλτούρα ειρήνης, μια ατμόσφαιρα σεβασμού, τιμιότητας, και εγκαρδιότητας. Είναι ανάγκη επομένως να διδάξουμε στους ανθρώπους να αγαπά ο ένας τον άλλο και να εκπαιδεύονται για την ειρήνη, να ζουν περισσότερο με καλοσύνη και όχι με απλή ανεκτικότητα. Θεμελιώδης ενθάρρυνση είναι «να λες όχι στην εκδίκηση, να αναγνωρίζεις τα λάθη σου, να δέχεσαι τις συγγνώμες χωρίς να τις αναζητάς, τέλος να συγχωρείς» (7), έτσι ώστε τα λάθη και οι προσβολές να μπορούν να αναγνωρίζονται αληθινά για να πορεύεσαι μαζί προς τη συμφιλίωση. Τούτο απαιτεί τη διάδοση μιας παιδαγωγικής της ειρήνης. Το κακό, πράγματι, νικάται δια του καλού, και η δικαιοσύνη πρέπει να αναζητείται στη μίμηση με τον Θεό Πατέρα που αγαπά όλα τα παιδιά Του (βλ. Μτ. 5,21-48). Είναι ένα έργο αργό, διότι υποθέτει μια πνευματική εξέλιξη, μια εκπαίδευση στις πιο υψηλές αξίες, μια νέα θεώρηση της ανθρώπινης ιστορίας. Θα πρέπει να αρνηθούμε την ψεύτική ειρήνη την οποία υπόσχονται τα είδωλα αυτού του κόσμου και τους κινδύνους που τη συνοδεύουν, την ψεύτικη εκείνη ειρήνη που καθιστά τις συνειδήσεις όλο και πιο ψυχρές, που οδηγεί στην αναδίπλωση στον εαυτό μας, σε μια ύπαρξη ατροφική που ζει μέσα στην αδιαφορία. Από την άλλη, η παιδαγωγική της ειρήνης, συνεπάγεται δράση, συμπόνια, αλληλεγγύη, θάρρος και επιμονή.

Ο Ιησούς ενσαρκώνει το σύνολο των στάσεων αυτών στη ζωή του, μέχρι την ολοκληρωτική δωρεά του εαυτού του, μέχρι του σημείου «να χάσει τη ζωή του» (βλ. Μτ. 10,39. Λκ. 17,33. Ιω. 12,25). Υπόσχεται στους μαθητές του ότι, αργά ή γρήγορα, θα κάνουν την εκπληκτική ανακάλυψη για την οποία μιλήσαμε στην αρχή, δηλαδή ότι στον κόσμο είναι παρών ο Θεός, ο Θεός του Ιησού, ολότελα αλληλέγγυος με τους ανθρώπους. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήθελα να υπενθυμίσω την προσευχή με την οποία ζητούμε από το Θεό να μας καταστήσει εργαλεία της ειρήνης, για να φέρουμε την αγάπη του εκεί όπου υπάρχει μίσος, τη συγχώρηση όπου υπάρχει προσβολή, την αληθινή πίστη όπου υπάρχει αμφιβολία. Από τη μεριά μας, μαζί με τον μακάριο Ιωάννη 23ο, ζητούμε από το Θεό να φωτίσει τους κυβερνώντες, ώστε μεριμνώντας για τη σωστή ευημερία των πολιτών τους, να εγγυώνται και να υπερασπίζονται επίσης το πολύτιμο δώρο της ειρήνης. Ζητούμε ακόμη να δυναμώσει τη θέληση όλων για να ξεπερνούν τα εμπόδια που χωρίζουν, να ενισχύουν τους δεσμούς της αμοιβαίας αγάπης, να δείχνουν κατανόηση στους άλλους και να συγχωρούν αυτούς που διέπραξαν αδικίες, έτσι ώστε με τη δύναμη της χάρης Του, όλοι οι λαοί της γης να αισθάνονται αδέλφια, να ανθίζει και να βασιλεύει σ΄αυτούς πάντοτε η πολυπόθητη ειρήνη (8).

Με την επίκληση αυτή, εύχομαι να μπορούν όλοι να γίνουν αληθινοί εργάτες και οικοδόμοι ειρήνης, ώστε η κοινωνία να προοδεύει, με πνεύμα αδελφοσύνης, στην ευημερία και στην ειρήνη.

Από το Βατικανό, 8 Δεκεμβρίου 2012

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΙΣΤ΄

 

Μετάφραση στα Ελληνικά: Πέτρος Ανδριώτης

 

[1] Βλ. 2η ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔ. ΒΑΤΙΚ., Ποιμαντική Διάταξη για την Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο Gaudium et spes, 1.

[2] Βλ. Εγκ. Επιστ.. Pacem in terris (Ειρήνη επί της γης) (11 Απριλίου 1963): AAS 55 (1963), 265-266.

[3] Βλ. ίδιο: AAS 55 (1963), 266.

[4] ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ 16ος, Εγκύκλιος Επιστολή, Η αγάπη εν αληθεία Caritas in veritate (29 Ιουνίου 2009), 32: AAS 101 (2009), 666-667.

[5] Βλ. Ίδιο: 36: AAS 101 (2009), 668-670 e 671-672.

[6] Βλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΥΛΟΣ 2ος, Μήνυμα για την παγκόσμια ημέρα ειρήνης 1993): AAS 86 (1994), 156-162.

[7] ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ 16ος, Ομιλία επ’ ευκαιρία της Συνάντησης με τα μέλη της Κυβέρνησης, των θεσμών της Δημοκρατίας, με το διπλωματικό σώμα, τους θρησκευτικούς αρχηγούς, και αντιπροσωπείες του κόσμου της κουλτούρας Baabda-Libano (15 Σεπτεμβρίου 2012): LOsservatore Romano, 16 Σεπτεμβρίου 2012, σ. 7.

[8] Βλ. Εγκ.. Επιστ.. Pacem in terris (11 Απριλίου 1963): AAS 55 (1963), 304.

 

 

 

 

 

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian