18 Φεβρουαρίου 2026
Expand search form

Ειδήσεις από την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

«Η ίδρυση του Αποστολικού Βικαριάτου Θεσσαλονίκης ως εκκλ. επαρχία πριν 100 χρόνια (1926-2026)», του π. Ιωάννη Ασημάκη

Οι Αποστολικοί Τοποτηρητές της εκατονταετηρίδας

Η εκκλ. κατάσταση στη Βόρειο Ελλάδα: διασπορά και αδυναμία αποτελεσματικής διαποίμανσης

Σε έκθεσή του για τη Μακεδονία, ο Γάλλος κληρικός Ferdinand Renaux, την οποία υπέβαλε στις 4 Αυγούστου 1918 στην Αγία Έδρα, βάσει μαρτυριών και εγγράφων που συνέλεξε επιτόπου, πρότεινε τη δημιουργία Αποστολικής Επιτροπείας (Delegatio Apostolica) για τη Μακεδονία, με την ονομασία Αποστολικού Δελεγάτου για τους Βουλγάρους ενωτικούς, ο οποίος ταυτόχρονα θα είναι Αποστολικός Βικάριος και για τους λατινόρρυθμους καθολικούς. Το κατά πόσο ο Renaux είχε ρεαλιστική εικόνα της κατάστασης στην Κεντρική Μακεδονία, μπορεί να ελεγχθεί και από το γεγονός ότι οι βουλγαροουνίτες της Θεσσαλονίκης το 1920 προσέφευγαν στο Λατίνο εφημέριο διότι δεν είχαν δικό τους ιερέα. Από πολιτικής άποψης το σκεπτικό του Renaux ήταν ότι, αν τελικά μετά τον πόλεμο η Μακεδονία παρέμενε στην Ελλάδα, θα ήταν καλύτερο να είναι εδραιωμένη οργανωτικά η τοπική καθολική Εκκλησία για να μην είναι εύκολο να της επιτεθούν οι ελληνικές Αρχές. Από το ύφος όλης της έκθεσης Renaux, είναι έκδηλη η αντιπάθεια για τους Έλληνες και εξίσου έκδηλη είναι η ιδιοτέλεια της πρότασης περί Δελεγάτου-Βικαρίου, φωτογραφίζοντας τον εαυτό του.

Ποια είναι η καθολική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης; Με τον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911 έφυγαν οι περισσότεροι Ιταλοί της πόλης αλλά από τη δεκαετία του ΄20 ο αριθμός τους αυξάνεται εκ νέου. Από απόψεως κλήρου, εκτός από την παρουσία πολλών Γάλλων και Ιταλών στρατιωτικών ιερέων στη Θεσσαλονίκη την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη μεν Θεσσαλία εργάζονται κυρίως Έλληνες (συριανοί) ιερείς, στη Θράκη η διαποίμανση εξασφαλίζεται από Ιταλούς, κυρίως ελάσσονες κοινοβιακούς φραγκισκανούς, στη δε Μακεδονία (Θεσσαλονίκη και Καβάλα) από Γάλλους, κυρίως Λαζαριστές, ενισχυμένους από τους εκδιωχθέντες από την Κωνσταντινούπολη λόγω της διακοπής των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας-Γαλλίας το Δεκέμβριο του 1914. Νέα ανακατάταξη στη σύνθεση των καθολικών δημιουργούν οι πρόσφυγες του 1923, ανάμεσα στους οποίους καθολικοί ελληνικής καταγωγής και Αρμένιοι καθολικοί. Σημαντική ήταν και η παρουσία με εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά έργα των Αδελφών του Ελέους (Θεσσαλονίκη, Κιλκίς, Γιαννιτσά, Καβάλα), των Αδελφών του Αγ. Ιωσήφ (Βόλος) και των Φραγκισκανίδων της Ασίζης (Αλεξανδρούπολη).

Ήδη από τους Βαλκανικούς Πολέμους και κυρίως με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Αποστολικός Βικάριος Κωνσταντινούπολης, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν η Μακεδονία και η Θράκη, αδυνατούσε να ασκήσει τα καθήκοντά του εξαιτίας της όλο και πιο προβληματικής επικοινωνίας με τους ιερείς της περιοχής Θεσσαλονίκης, λόγω της απώλειας αυτών των περιοχών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η λύση που επέλεξε η Αγία Έδρα στις αρχές του 1917 ήταν να αναθέσει τη μέριμνα για την καθολική Εκκλησία Μακεδονίας-Θράκης στον Αποστολικό Δελεγάτο και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Luis Petit. Επρόκειτο για μια ανάθεση προσωρινού χαρακτήρα, η οποία θα διαρκέσει 10 περίπου χρόνια. O Petit περιορίστηκε στην απλή διεκπεραίωση ζητημάτων που έθεταν υπόψη οι εφημέριοι και, επίσης, επισκέφθηκε το Άγιο Όρος προς αναζήτηση χειρογράφων ως βυζαντινολόγος. Παρά ταύτα, κοινή είναι η διαπίστωση ότι αυτή η ανάθεση δεν υπήρξε ευτυχής. Ο ίδιος έλεγε ότι δεν γνώριζε τη Μακεδονία και ήταν δύσκολο να ταξιδεύει από την Αθήνα. Ωστόσο, το πρόβλημα ήταν το ίδιο το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου ο οποίος ήταν εχθρικός προς τους Έλληνες και συχνά είχε εκφράσει ανοικτά τα αισθήματά του, προξενώντας την αντιπάθειά τους και αδυνατώντας να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στην κυβέρνηση. Υπό αυτές τις συνθήκες του ήταν αδύνατον να συζητήσει με τις ελληνικές αρχές για τις σοβαρές και επείγουσες υποθέσεις που αφορούσαν την Μακεδονία.

Από επιστολή του Petit στον εφημέριο Θεσσαλονίκης Gabolde το 1920, ο Αρχιεπίσκοπος βρίσκει απίθανη τη δημιουργία επισκοπής στη Μακεδονία, καθησυχάζοντάς τον: η Μακεδονία έχει ανατεθεί στους Λαζαριστές. Δεν υπάρχει παράδειγμα να έχει τοποθετηθεί επίσκοπος σε μια αποστολή που έχει ανατεθεί αποκλειστικά σε μοναχικό τάγμα. Αν όμως γίνει κάτι τέτοιο ο Petit θα έδινε ευχαρίστως τη διαποίμανση της Θεσσαλίας στο δημιουργούμενο Βικαριάτο Μακεδονίας.

Μερικούς μήνες αργότερα ο Petit δηλώνει στον Gabolde ότι ζήτησε από την Προπαγάνδα να τον απαλλάξουν από την τοποτηρητεία της Μακεδονίας και πρότεινε την αυτονόμησή της από την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη. Ο Gabolde, από την πλευρά του, θεωρεί υπερβολικό να οριστεί επίσκοπος για τους καθολικούς της Μακεδονίας αλλά δεν είναι σαφές τι θα ήθελαν οι Λαζαριστές: την αυτονομία ή την διατήρηση της υπαγωγής τους στο Βικαριάτο Κωνσταντινουπόλεως; Ο Petit του ζητάει να εκφράσει τις απόψεις τους για να τις υποστηρίξει στη Ρώμη.

Η σύσταση Βικαριάτου

Η οριστική διευθέτηση του καθεστώτος των βορειοανατολικών συνόρων της Ελλάδος συνέτεινε στην απόφαση της διοικητικής οργάνωσης της Καθολικής Εκκλησίας στη Β. Ελλάδα το 1926 με την ίδρυση του Βικαριάτου Θεσσαλονίκης.

Ο Πάπας Πίος ΙΑ΄ με ιδιόβουλο της 18ης Μαρτίου 1926 ιδρύει το Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης. Περιλαμβάνει τη Μακεδονία, τη Δυτική Θράκη (επειδή μέρος αυτών των δυο περιοχών βρίσκονται σε άλλη επικράτεια, το Ιδιόβουλο αναφέρει συγκεκριμένα την Macedonia Graeca και την Thracia Graeca, δηλ. τα εδάφη της ελληνικής επικράτειας), τη Θεσσαλία και μερικά νησιά, αποσπώντας αυτά τα εδάφη, τα μεν δύο πρώτα από το Αποστολικό Βικαριάτο Κωνσταντινουπόλεως και το τρίτο από την Αποστολική Επιτροπεία Ελλάδος. Η απόφαση σύστασης της νέας αυτής εκκλησιαστικής επαρχίας, αποφασίστηκε από την ολομέλεια της Προπαγάνδας στις 18 Ιανουαρίου 1926.

Στα εδάφη του νεοσυσταθέντος Βικαριάτου, συμπεριελήφθησαν τα νησιά Θάσος, Λήμνος, Σαμοθράκη και η Τένεδος, αναγραφόμενη στα τουρκικά ως Bozdaha (ενώ είναι Bozcaada), η οποίο ωστόσο ήδη με τη συνθήκη της Λωζάνης είχε περάσει στη δικαιοδοσία της Τουρκίας.     

Η τοποθέτηση καθολικού Επισκόπου στη Θεσσαλονίκη

Το 1925, η προβληματική αντιμετώπιση διαφόρων λεπτών ζητημάτων του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Αποστολικού Δελεγάτου Ελλάδος Luis Petit, οδηγούν την Αγία Έδρα στην απόφαση να αποστείλει στην Ελλάδα έναν έκτακτο Αποστολικό Επισκέπτη για να εξετάσει επιτόπου την κατάσταση της καθολικής Εκκλησίας και να κάνει εισήγηση. Αποστέλλεται ο καπουκίνος τιτ. Επίσκοπος Gedda, Luca Ermenegildo Pasetto. Ο Pasetto επισκέπτεται την Κεντρική Μακεδονία από τις 30 Μαρτίου έως τις 7 Απριλίου 1925. Σκοπός του είναι να έρθει σε επαφή με τις μοναχικές κοινότητες και τα ιδρύματά τους στη Θεσσαλονίκη, στα Γιαννιτσά και στο Κιλίκς. Η κόπωση όμως τον έκανε να ακυρώσει την επίσκεψή του σε Καβάλα και Αλεξανδρούπολη.

Όσο εύκολη ήταν η οριοθέτηση της καινούργιας Εκκλησιαστικής Επαρχίας (Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη), τόσο δύσκολη αποδείχθηκε η ανάδειξη και η εγκατάσταση Καθολικού Επισκόπου στη Θεσσαλονίκη. Ο Μ. Ρούσσος-Μηλιδώνης θεωρεί ότι οι Λαζαριστές επέμειναν στην ανάγκη εκλογής ενός μέλους της κοινότητάς τους. Ο έπαρχός τους  Φραγκίσκος Ξ. Lobry, διαισθάνθηκε την πρόθεση της Αγίας Έδρας να διορίσει στην επίμαχη θέση κληρικό μη γαλλικής καταγωγής, δυνάμενο να συμβάλει στην ενότητα της πολυεθνικής κοινότητας. Για να αποφύγει το σκόπελο, δεν επέμεινε στην εκλογή Γάλλου Λαζαριστή. Πρότεινε τον Ιταλό Λαζαριστή π. Ιωσήφ Descuffi γνώστη της ελληνικής και γαλλικής γλώσσας.  

Ο Πίος ΙΑ΄ εκλέγει στις 30 Απριλίου 1927 Αποστολικό Βικάριο Θεσσαλονίκης τον ιταλοκερκυραίο  κληρικό Αλέξανδρο Γουϊδάτο (Guidati) γεννημένο στην Κέρκυρα από Ιταλούς γονείς, καταγόμενους από την Molfetta της Απουλίας, και τον ονομάζει τιτουλάριο Επίσκοπο της Adada. Ο νεοεκλεγείς, στην πρώτη του επικοινωνία με τον ηγούμενο των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη γράφει ότι η ονομασία του έγινε παρά την παράκλησή του στην Προπαγάνδα να μην εκλεγεί. Όταν το Μάιο έφθασε στην Κέρκυρα η παπική Βούλα εκλογής του, αποδέχθηκε το γεγονός ως θέλημα Θεού. Η διστακτικότητά του μπορεί να αποδοθεί στον ισχυρό δεσμό του με την γενέθλια τοπική Εκκλησία της Κέρκυρας αλλά και με την ανυπαρξία υποδομής εκκλησιαστικής επαρχίας στη Β. Ελλάδα. Στο πρώτο γράμμα του στον Gabolde, στις 15 Ιουνίου 1927, ο Γουϊδάτος ζητά τη φιλάνθρωπη προσευχή όλων, και για την πρακτική πτυχή της εγκατάστασής του στη Θεσσαλονίκη, ρωτά αν υπάρχουν τα απαραίτητα για τις αρχιερατικές τελετές, αν υπάρχει επισκοπική κατοικία και με τι επίπλωση. Ο Gabolde απαντά ότι υπάρχει μια παραθαλάσσια κατοικία στο Καλαμαρί (Ανατ. Θεσσαλονίκη) στη λεωφόρο των εξοχών (νυν Β. Όλγας).

Φαίνεται ότι η Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την τοποθέτηση ως Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του πατρινού Ιωάννη Μάμου (του κλήρου της Αθήνας). Ο Επίσκοπος των Ελληνορρύθμων Καθολικών, Γ. Χαλαζαβής, σε συνάντησή του με τον υπουργό Εξωτερικών Μιχαλακόπουλο το Μάρτιο του 1927, ενημερώθηκε από τον υπουργό ότι ακούγεται ότι η Αγία Έδρα ετοιμάζεται να ονομάσει Επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Και, χωρίς να θέλει η Κυβέρνηση να επέμβει στα εσωτερικά της Αγίας Έδρας, για το κοινό καλό, εκφράζει την επιθυμία να είναι Έλληνας και μάλιστα ο Ιωάννης Μάμος. Το Φεβρουάριο του 1928 και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ι. Φιλιππούσης έγραφε στην Προπαγάνδα ότι είναι βέβαιο ότι ο Μάμος επιθυμούσε την αρχιεροσύνη, και υψηλά ιστάμενοι Έλληνες πολιτικοί προωθούσαν την υποψηφιότητά του. Ο πρόεδρος της Ρωμαϊκής Συνόδου για τις Ανατολικές Εκκλησίες Ησαΐας Παπαδόπουλος, σε συνάντηση που είχε με τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη Κορομυλά, έδειξε να προωθεί και εκείνος την υποψηφιότητα Μάμου. Από τα σχετικά με το θέμα έγγραφα, τόσο στο αρχείο του Βατικανού όσο και σε αυτό του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, είναι πλέον βέβαιο ότι η περιπέτεια του Γουϊδάτου οφείλεται στη δυσαρέσκεια του πατρινού δον Μάμου που δεν επελέγη (κρινόμενος ως ακατάλληλος από κάθε άποψη από την Αγία Έδρα) και τις μυστικές ενέργειές του στο Υπουργείο. Σε επιστολή του στον Πρόεδρο της Προπαγάνδας καρδ. Van Rossum στις 19 Οκτωβρίου 1929, ο π. Μάρκος Δαλέζιος, λειτουργός του Λεοντείου Λυκείου Πατησίων, αναφέρει ότι οι ενέργειες του Μάμου στον υπουργό Μιχαλακόπουλο εμπόδισαν τον Γουϊδάτο να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη αλλά και στην τελική του έδρα της Νάξου-Τήνου. Σύμφωνα με τον ιερέα, τα προβλήματα της πλήρωσης των εδρών της Θεσσαλονίκης και της Νάξου-Τήνου, οφείλονται στις επαίσχυντες κινήσεις του Μάμου, ο οποίος επηρέαζε τον υπουργό Μιχαλακόπουλο. Ο Δαλέζιος από ενάμιση χρόνο έχει ενημερώσει τους Αρχιεπισκόπους Πρίντεζη, Γουϊδάτο και Φιλιππούση για τις κινήσεις Μάμου. Ο Δαλέζιος τονίζει ότι παρείχε στους προειρημένους αρχιερείς όλες τις αποδείξεις για τους ισχυρισμούς του. Για την περίπτωση της Τήνου ο ίδιος ο βουλευτής Κ. Αλαβάνος (αντιπρόεδρος της Βουλής) ομολόγησε ότι οι μηχανορραφίες Μάμου εξουδετέρωσαν κάθε ενέργειά του στην Κυβέρνηση υπέρ του Γουϊδάτου.

Για την εμπλοκή ανάμεσα στην Ελληνική Κυβέρνηση και την Αγία Έδρα, εξαιτίας της εκλογής του πρώτου Αποστολικού Βικαρίου, η επιχειρηματολογία των δυο πλευρών, σε διπλωματικό τουλάχιστον επίπεδο, αποτυπώνεται στα έγγραφα που φυλάσσονται στον «Ειδικό Εμπιστευτικό Φάκελο Εκλογής Γουϊδάτου εις Επίσκοπον Θεσσαλονίκης» του Υπουργείου Εξωτερικών, με κωδικό 1931 Α/21/V. Σε συνάντηση του Γενικού Προξένου στη Ρώμη Καψάλη με τον Αποστολικό Επισκέπτη Ελλάδος Αρχιεπίσκοπο Pasetto, δηλώθηκε η δυσαρέσκεια της Κυβέρνησης για την εκλογή αλλοδαπού καθολικού επισκόπου για τη Θεσσαλονίκη, για να αντιτεθεί από τον ιεράρχη ότι «παρατηρείται ποιοτική πτωχότης εις τον ελληνικόν καθολικόν κλήρον» και τον Καψάλη να επισημαίνει «ότι υπάρχουσιν ικανοί Έλληνες καθολικοί κληρικοί ως ο Σεβασμιώτατος Φιλιππούσης και ο Δον Μάμος ώστε να μην παρίσταται ανάγκη προσφυγής εις ξένους». Μάλιστα παρατηρεί στον Pasetto ότι «παρουσιάζεται ευκαιρία να τακτοποιηθεί το ζήτημα της επισκοπής Θεσσαλονίκης, ην, κατά τας πληροφορίας της Πρεσβείας, δεν αποδέχεται ο κ. Γουϊδάτος». 

Σε αναφορά του Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη προς το Α΄ τμήμα του Υπουργείου, στις 17 Αυγούστου 1927, επισημαίνεται ότι οι αρμόδιοι της Αγίας Έδρας «ουδεμίαν διαφοράν διακρίνουσι μεταξύ του βαθμού Πρωθιερέως και Επισκόπου της εν Θεσσαλονίκη Λατινικής εκκλησίας και υποστηρίζουσι την ανάγκην διορισμού ανωτέρου κληρικού όπως ούτος από απόψεως ιεραρχίας ενασκεί την επίβλεψιν και επί των άλλων μικρών μεν κατ’ αριθμόν αλλά διεσπαρμένων Εκκλησιαστικών Κοινοτήτων Καβάλας, Κιλκίς και άλλων εν Θεσσαλία. Ισχυρίζονται ότι, εφ’ όσον η Ελλάς δια του Συνταγματικού αυτής Χάρτου παρέχει ελευθερίαν εις τας ξένας θρησκείας, εις τους αρχηγούς των Εκκλησιών τούτων απόκειται το δικαίωμα του κανονισμού ελευθέρως των της οργανώσεως και λειτουργίας αυτών».

Απόπειρες αποτροπής της χειροτονίας και της ενθρόνισης.

Στις 9 Αυγούστου ο Μιχαλακόπουλος κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο Φιλιππούση και του εξέφρασε τη δυσφορία της Κυβέρνησης διότι, χωρίς να προειδοποιήσει και να λάβει την ελληνική συγκατάθεση, η Αγία Έδρα ονόμασε τον Γουϊδάτο Επίσκοπο Θεσσαλονίκης. Δήλωσε μάλιστα ότι η χειροτονία δεν πρέπει να γίνει. Ο Φιλιππούσης του τόνισε ότι οι καθολικοί της Θεσσαλονίκης έχουν δικαίωμα να έχουν Επίσκοπο, ασχέτως αν δεν τον αναγνωρίζει η Κυβέρνηση. Τότε ο Υπουργός δήλωσε ότι δεν θα δεχθεί την εγκατάσταση Guidati στη Θεσσαλονίκη, ότι ενημέρωσε ήδη την Ιταλική κυβέρνηση και ότι θα φθάσει έως την απέλαση. Ο Φιλιππούσης, γράφει στις 7 Φεβρουαρίου 1927 στον καρδ. van Rossum ότι πληροφορήθηκε εμπιστευτικά ότι ο ιταλός υπουργός Εξωτερικών ενέκρινε την αντίθεση Μιχαλακόπουλου στην εκλογή Γουϊδάτου ως αλλοδαπού αλλά και οι Ιταλοί φασίστες στη Θεσσαλονίκη με εκδηλώσεις τους καλλιέργησαν δυσμενές κλίμα για τον νεοεκλεγέντα, τόσο στους ορθόδοξους όσο και στους άλλους καθολικούς.

Το Υπουργείο Εξωτερικών συνέταξε σημείωμα και το προώθησε στην πρεσβεία της Ρώμης. Με βάση αυτό ο Γ. Πρόξενος και ο Πρέσβης συναντήθηκαν στις 16 Αυγούστου αντίστοιχα με τους ιεράρχες της Αγίας Έδρας Borgoncini-Duca και Pasetto προβάλλοντας τις ελληνικές απόψεις. Αμφότερες οι συναντήσεις δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι αμφότεροι οι ιεράρχες υποστήριξαν την ανάγκη διορισμού ανώτερου κληρικού για την επίβλεψη των διεσπαρμένων καθολικών κοινοτήτων Β. Ελλάδος, επισημαίνοντας στους Έλληνες διπλωμάτες ότι εφόσον το Σύνταγμα παρέχει θρησκευτική ελευθερία, απόκειται στους αρχηγούς των Εκκλησιών το δικαίωμα να ρυθμίζουν ελεύθερα την οργάνωση και λειτουργία τους.

Η αντίδραση της κυβέρνησης στην αναγνώριση της εκλογής Γουϊδάτου καθιστούσε δύσκολη την χειροτονία του. Σε εμπιστευτικό έγγραφο του νομάρχη Κερκύρας προς το Υπουργείο Εξωτερικών στις 7 Αυγούστου 1927 αναφέρεται ότι η προγραμματισμένη για τότε χειροτονία αναβλήθηκε για το Σεπτέμβριο. Οι χειροτονούντες επίσκοποι θα ήταν ο Κερκύρας Λεονάρδος, ο Αθηνών Ιωάννης και ο Χίου Νικόλαος. Ο τελευταίος δήλωσε ασθένεια και κλήθηκε ο Σύρου Αντώνιος, ο οποίος, με τη σειρά του, κατά το νομάρχη, «απεποιήθη προβάλλων ασθένειαν κατά τύπους». Στην πραγματικότητα, οι Έλληνες καθολικοί επίσκοποι δεν ήθελαν να προκαλέσουν την κυβέρνηση μεταβαίνοντας στην Κέρκυρα για τη χειροτονία Γουϊδάτου. Από την άλλη, ούτε ο βυζαντινόρρυθμος επίσκοπος Χαλαβαζής μπορούσε να είναι χειροτονών διότι θα ξεσπούσαν νέες κατηγορίες για τους ενωτικούς (ουνίτες), ούτε μπορούσαν να μεταβούν στο νησί επίσκοποι από την Ιταλία με δεδομένο το αντιιταλικό μένος στην τοπική κοινωνία. Ο Αρχιεπίσκοπος Φιλιππούσης πρότεινε στη Ρώμη η χειροτονία να γίνει εκτός Ελλάδος χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Στον «Ειδικό Εμπιστευτικό Φάκελο Εκλογής Γουϊδάτου εις Επίσκοπον Θεσσαλονίκης», στο Υπουργείο Εξωτερικών, υπάρχουν οι αναφορές παρακολούθησης της Ασφάλειας Κερκύρας έξω από το επισκοπικό μέγαρο, στην αρχή για να αποφευχθεί η επισκοπική χειροτονία και ύστερα η αναχώρηση Guidati για τη Θεσσαλονίκη.

Ωστόσο, η επιλογή της Κέρκυρας για την χειροτονία αποφασίστηκε από τον ίδιο τον Πάπα Πίο ΙΑ΄. Προς διευκόλυνση της κατάστασης, ο Ποντίφικας έδωσε την άδεια η χειροτονία να γίνει μια οποιαδήποτε ημέρα. Η χειροτονία έγινε στις 4 Σεπτεμβρίου στον καθεδρικό ναό Κερκύρας από 3 επισκόπους: «Όλως μεγαλοπρεπώς εν τη ιερά Μητροπόλει της Κερκύρας, εν κατανυκτικωτάτη συρροή κόσμου την 4η τρέχοντος μηνός, συλλειτουργούντων των Λ. Πρίντεζη Κερκύρας, Ι. Φιλιππούση Αθηνών και Ι. Καλκατέρρα (Καρκατέρρα), τέως Γεν. Προεστώτος των ιερών αποστολών των Αγίων Τοπων, εχειροτονήθη εις Επίσκοπον Θεσσαλονίκης ο δια πολλών προσόντων πεπροικισμένος και μειλίχιος τους τρόπους και την ψυχήν εις πάντας δε αγαπητός και άξιος του Θεού λευίτης Κος Αλέξανδρος Γουϊδάτος» [Χριστ. Βήμα  (1927) 18, 12]. 

Ανταποδίδοντας τις εόρτιες ευχές του εφημερίου Θεσσαλονίκης εξ ονόματος όλων, ο Γουϊδάτος εκδηλώνει με λόγο παραινετικό, την δοκιμασία που βιώνει ο ίδιος και οι καθολικοί της Θεσσαλονίκης με την παρεμπόδιση της εγκατάστασής του στη Βόρειο Ελλάδα: η δοκιμασία που επιτρέπει η Θεία Πρόνοια, και που δεν φαίνεται να τελειώνει, προξένησε αλγεινή εντύπωση στου πιστούς όπως και στον ποιμένα τους. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι όλα όσα επιτρέπει ο καλός Θεός, όσο δυσάρεστα κι αν μας φαίνονται, συμβάλλουν τελικά στη μεγαλύτερή Του δόξα και στο μεγαλύτερο καλό των ψυχών μας. Και αναλογιζόμενος την Α΄ προς Θεσσαλονικείς, ο εμπερίστατος ιεράρχης, κρίνει ενδεδειγμένη για την περίσταση την παύλεια σκέψη ότι ευαρεστήθηκε ο Θεός μέσω της δοκιμασίας ο λειτουργός του να γίνει λιγότερο ανεπαρκής του έργου που του ανέθεσε παρά την αναξιότητά του. Στις 3 Ιανουαρίου 1928 εκφράζοντας σε επιστολή στον Gabolde τη μεγάλη του χαρά για τη συμμετοχή των καθολικών της Θεσσαλονίκης στις τελετές των Χριστουγέννων και στη φιλανθρωπία των ημερών, διαβεβαιώνει τον εφημέριο ότι προσέφερε για όλους τη χριστουγεννιάτικη Θ. Λειτουργία στον καθεδρικό της Κέρκυρας, την οποία του επέτρεψε να τελέσει ο Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, απαλύνοντας τον πόνο του να μην μπορεί να γιορτάσει με τους ιερείς και τους πιστούς του Βικαριάτου τα πρώτα του Χριστούγεννα ως ποιμένας τους.   

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1927 ο Ιταλός πρέσβης Arlotta και ο Ισπανός επιτετραμμένος de Prat, κάνουν κοινό διάβημα στον πρωθυπουργό Ζαΐμη, ο οποίος τους δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει ένας μισέλληνας να πάει στη Θεσσαλονίκη. Αυτή η επίσημη ελληνική θέση προέρχεται από την παρουσίαση του Νομάρχη Κερκύρας στον Υπουργό Εξωτερικών: «Ο νεοεκλεγείς Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Γουϊδάτος, τέως γραμματεύς της ενταύθα Καθολικής Επισκοπής, είναι φανατικός το τε θρήσκευμα και τον Εθνισμόν, μισέλλην και γενικώς μισάνθρωπος. Δείγμα φανερόν του μισελληνισμού του είναι ότι κατά την Ιταλικήν κατοχήν ανεμιγνύετο ενεργώς εις τα κατά της Ελλάδος μέτρα και επί πλέον ότι καίτοι γέννημα Κερκυραϊκόν αγνοεί την ελληνικήν γλώσσαν, δεν είναι δε καν ούτε Έλλην υπήκοος» (16 Μαΐου 1927). Και ο Έλληνας πρέσβης στη Ρώμη ανακοινώνει στο Υπουργείο στις 21 Μαΐου ότι απ’ αυτά που εξακρίβωσε, «ο Επίσκοπος κ. Α. Γουϊδάτος είναι υπήκοος ιταλός, χαρακτηριζόμενος, ως ακούω, δια τα εθνικιστικά του αισθήματα» (21 Μαΐου 1927). Στην ημερήσια εφημερίδα Το Φως της Θεσσαλονίκης της 12ης Σεπτεμβρίου 1927 διαβάζουμε την ανακοίνωση με τίτλο «Ο Καθολικός Επίσκοπος Θεσσαλονίκης»: «Γενεύη 11- Ο κ. Μιχαλακόπουλος ετηλεγράφησεν όπως ο νέος καθολικός Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Κουϊντάτο κρατηθή υπό των αρχών εις Κέρκυραν καθ’ όσον η Ελλάς δεν αναγνωρίζει την ίδρυσιν Επισκοπής εν Θεσσαλονίκη». Η ίδια ανακοίνωση δημοσιεύθηκε και στην ημερήσια εφημερίδα Θεσσαλονίκης Νέα Αλήθεια της 12ης Σεπτεμβρίου 1927 με τίτλο «Η επισκοπή των καθολικών». Με ανυπέρβλητη την αντίδραση ανάληψης καθηκόντων του Γουϊδάτου στη Θεσσαλονίκη, η Αγία Έδρα ονόμασε αμέσως Τοποτηρητή (sede impedita) τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Φιλιππούση, ο οποίος τελικά θα παραμείνει έως το 1947.

Για το πόσο μισέλληνας ήταν ο Γουϊδάτος μιλούν τα γραπτά και οι πράξεις του. Ο Γουϊδάτος υπήρξε από τους πλέον μειλίχιους, ευλαβείς, ευγενείς και μορφωμένους κληρικούς της Κέρκυρας. Γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Φιλιππούσης στον εφημέριο Θεσσαλονίκης Gabolde στις 9 Σεπτεμβρίου 1927: «Ο νέος ιεράρχης είναι έξοχη προσωπικότητα, γεμάτος ευλάβεια και διακριτικότητα. Αρκεί να τον δεις για να μαντέψεις τις όμορφες αρετές που κοσμούν την ψυχή του». Στην αγγελία του θανάτου του Γουϊδάτου, έγραψε η Καθολική: «Ο μακαριστός Αρχιερεύς διεκρίνετο πάντοτε δια την βαθυτάτην ευσέβειάν του, δια τον θερμόν εκκλησιαστικόν του ζήλον, δια το υπέροχον ήθος του και δια την αξιοπρεπή και επιβλητικήν εμφάνισίν του» (Καθολική 5 Ιουλίου 1952).

Η ανυπέρβλητη στάση της κυβέρνησης και η καθιέρωση της τοποτηρητείας

Στην ενημέρωση που κάνει στη Ρώμη ο de Prat παρατηρεί ότι αν είχε εκλεγεί ο Μάμος ή τουλάχιστον κάποιος Έλληνας, η κυβέρνηση δεν θα ασχολείτο με το Βικαριάτο. Ο ίδιος διπλωμάτης, στις 27 Σεπτεμβρίου 1927, επιχειρηματολογεί ενάντια στην δημιουργία του Βικαριάτου και προτείνει, α) να ονομαστεί ο Γουϊδάτος σε άλλη επισκοπή, π.χ. στη Ρόδο, β) να αποσταλεί στην Ελλάδα Αποστολικός Επισκέπτης, π.χ. ο G. Rocalli (από τη Σόφια) και γ) να γίνει επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για κονκορδάτο. Εκείνο που δηλώνει κατηγορηματικά η Ελληνική Κυβέρνηση είναι ότι «δεν θα αναγνωρίση κατ΄ ουδένα λόγον αρχιεπίσκοπον εν Θεσσαλονίκη» αλλά «θα επέτρεπε ουχ’ ήττον την ενάσκησιν της επιβλέψεως των καθολικών προς τον εν Αθήναις αρχιεπίσκοπον, ον εν ευμενεία παρά πάσιν υποχρέωσιν αναγνωρίζει σιωπηρώς». Το νομοκανονικό αξίωμα της Αγίας Έδρας, όπως εκφράστηκε από την Προπαγάνδα στον Φιλιππούση, εδράζεται στον καν. 893 του ΚΚΔ του 1917. Το σκεπτικό ήταν ότι δεν ιδρύθηκε νέα επισκοπή στη Θεσσαλονίκη αλλά ονομάστηκε Αποστολικός Βικάριος ως άμεσος αντιπρόσωπος του Πάπα με δικαιοδοσίες διαφορετικές από εκείνες ενός επιχώριου ιεράρχη. Στα Αποστολικά Βικαριάτα επίσκοπος είναι ο ίδιος ο Πάπας γι’ αυτό και ονομάζει έναν Αποστολικό Βικάριο να τον αντιπροσωπεύει στους καθολικούς της περιοχής. Ο Γουϊδάτος επομένως δεν είχε εκλεγεί επίσκοπος Θεσσαλονίκης αλλά τιτ. Επίσκοπος Adadensis με καθήκοντα Βικαρίου για τη Βόρειο Ελλάδα. 

Γινόταν προσπάθεια να βρεθεί μια λύση. Σε αλληλογραφία των Υπουργών Εξωτερικών Αργυρόπουλου και Μιχαλακόπουλου με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Φιλιππούση φαίνεται η λεπτότητα των χειρισμών. Τελικά, το Μάιο του 1929 ο Φιλιππούσης γράφει στον Υπουργό Εξωτερικών: «Όσον αφορά την Ελληνική Κυβέρνηση: για να μην βρεθούμε μπροστά σε νέες δυσκολίες, θεώρησα καλό να ερευνήσω κατ’ αυτό τον τρόπο: θα υπήρχε καμιά αντίθεση από την Κυβέρνηση αν ο Γουϊδάτος ονομαζόταν σε κάποια άλλη Επισκοπή της Ελλάδος; Ο Διευθυντής των Πολιτικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, επιφυλασσόμενος να μου απαντήσει εγγράφως, μου είπε ότι 99 τοις 100 δεν διαβλέπει καμιά αντίδραση». 

Ο Γουϊδάτος παρ’ όλο που ονομάστηκε Αρχιεπίσκοπος Νάξου-Τήνου (15 Ιουλίου 1929) δεν μπορούσε να αφήσει την Κέρκυρα διότι του το απαγόρευε η αστυνομία. Έως τις αρχές Νοεμβρίου 1929 δεν μπορούσε να αναλάβει την Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου. Ήδη το 1928 ο Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Πρίντεζης είχε λάβει τη διαβεβαίωση από τον Κερκυραίο Κ. Ζαβιτσιάνο (Υπουργό Εσωτερικών) ότι θα αρθεί η απαγόρευση εφόσον ο Γουϊδάτος διαβεβαίωνε ότι δεν θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη πριν τακτοποιηθεί το ζήτημα της Θεσσαλονίκης. Η αστυνομική επιτήρηση άρθηκε 13 μήνες μετά τη χειροτονία του και αφού ο Αρχιεπίσκοπος Πρίντεζης βεβαίωσε τη νομαρχία ότι ο Γουϊδάτος θα αναμένει στην Κέρκυρα «την διευθέτησιν της εκκρεμούς υποθέσεώς του». Τελικά, ο υπουργός Μιχαλακόπουλος συγκατατέθηκε «όλως εξαιρετικώς και δια τελευταίαν φοράν όπως ο Σεβασμιώτατος Guidati μεταβή, καίτοι μη Έλλην πολίτης, εις την θέσιν εις ην έχει διορισθή».

Η Θεσσαλονίκη παρέμενε μια πόλη στην οποία έπρεπε να εδραιωθεί περισσότερο η ελληνική αδιαμφισβήτητη κυριαρχία. Ενδεικτικό είναι ότι ο Βενιζέλος πίεσε την Ιταλία να διαμορφώσει κατά τέτοιο τρόπο το άρθρο 3 της Ελληνοϊταλικής Συνθήκης του 1928 προκειμένου να ανασχέσει τις σερβικές βλέψεις για τη Θεσσαλονίκη. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι η ευάριθμη εβραϊκή παροικία της πόλης μαζί με τις δυτικοευρωπαϊκές παροικίες δεν παρείχαν εγγυήσεις εθνικής αφομοίωσης του κοινωνικού ιστού της πόλης. Στις κυβερνητικές προσπάθειες εμπέδωσης του εθνικού φρονήματος στη Θεσσαλονίκη, ελέγχεται η ροή ελληνοπαίδων στα Καθολικά σχολεία της πόλης (βλ. ΑΕΒ, Υπουργείο Παιδείας 173/115, 1915-1928). Η τοποθέτηση, λοιπόν, ενός Καθολικού Επισκόπου Βορείου Ελλάδος με ιταλική υπηκοότητα ήταν φυσικό να απορριφθεί από την ελληνική Κυβέρνηση ακόμα και για λόγους εθνικής ασφαλείας, ανεξάρτητα από το ποιόν του Ιεράρχη. 

Με την τεκμηρίωση από τις αρχειακές πηγές όλων αυτών, ασχολήθηκα στις παρακάτω μελέτες:

Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος-Αγίας Έδρας (1820-1980). Από τη γαλλική προστασία στη σύναψη διπλωματικών σχέσεων. Θεσσαλονίκη 2006, 445-448· Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας στα Ιόνια νησιά [13ο-20ο αι.]. Θεσσαλονίκη 2019, Τόμ. Α΄, 286-295·. Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας στη Βόρειο Ελλάδα. Το Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης (1917-2020). Θεσσαλονίκη 2021, 60-77· Αλέξανδρος Γουϊδάτος. Προσωπογραφία ενός Ιεράρχη 1882-1952. Θεσσαλονίκη 2026, 13-35.

π. Ιωάννης Ασημάκης

Προηγούμενο Άρθρο

Λαϊκοί σε θέσεις εξουσίας στην Κούρια

Επόμενο Άρθρο

Η Αγία Έδρα δεν θα συμμετάσχει στο Συμβούλιο της Ειρήνης

You might be interested in …

« Ο ψηφιακός κόσμος μας… και εμείς, ως χριστιανοί, εντός του…»

Διαπιστώσεις… Οι εξελίξεις στην τεχνολογία έχουν καταστήσει δυνατές νέες μορφές ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων. Στην πραγματικότητα, το ερώτημα δεν είναι πλέον αν πρέπει να εμπλακούμε με τον ψηφιακό κόσμο, αλλά το πώς έχουμε εμπλακεί ως τώρα, πώς […]

«Ιστορικές αιτίες που προκάλεσαν το σχίσμα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων» του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Στο προηγούμενο κείμενό μας αναφερθήκαμε στο ΠOΤΕ και ΕΑΝ έγινε πράγματι ένα σχίσμα μεταξύ των Καθολικών και των Ορθοδόξων. Ωστόσο, ξέρουμε πως αιώνες τώρα, επαναλαμβάνεται, ότι αυτό που χωρίζει τις δύο Εκκλησίες, είναι κυρίως το […]

«Το Μυστήριο της Αγίας Τριάδας είναι τόσο μυστηριώδες;», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

    Έχουμε ήδη αναφερθεί, σε αυτές τις εβδομαδιαίες θεολογικές συναντήσεις μας, στην αποκάλυψη που μας έκαμε ο Ιησούς σχετικά με το Θεό Πατέρα.  Αλλά δεν συμπληρώσαμε αυτήν την οριστική αποκάλυψη του Θεού, εκ μέρους […]