Μια επιστολή του αγίου Αυγουστίνου στη δέσποινα Πρόβα, το 412, μας αποκαλύπτει τι σημαίνει να προσευχόμαστε
Φανταστείτε μια γυναίκα που φαίνεται να τα έχει όλα: ένδοξο όνομα, πλούτη, ανάκτορα, παιδιά που έφτασαν στο αξίωμα του Υπάτου. Έπειτα έρχεται το 410. Ο Αλάριχος λεηλατεί τη Ρώμη και η Ανικία Φαλτωνία Πρόβα, από την πανάρχαια γενιά των Ανικίων, καταφεύγει στην Καρχηδόνα, κουβαλώντας μαζί της τον πόνο της προσφυγιάς. Εκεί, χήρα και μακριά από την πατρίδα της, γράφει στον επίσκοπο Ιππώνος, άγιο Αυγουστίνο, ένα καίριο ερώτημα: Πώς προσεύχεται κανείς;
Ο Αυγουστίνος απαντά γύρω στο 412 με την Επιστολή 130, ένα μικρό αριστούργημα για την προσευχή. Το βασικό του μήνυμα είναι ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τα λόγια μας, αφού γνωρίζει ήδη τα αιτήματά μας. Εμείς, όμως, έχουμε ανάγκη να προσευχόμαστε, ώστε να διευρύνεται η καρδιά μας και να παραμένει ζωντανός ο πόθος της μακάριας ζωής. Γι’ αυτό ο Αυγουστίνος προτείνει να ορίζουμε σταθερούς χρόνους προσευχής, ώστε ο πόθος να μην ψυχραίνεται από την έλλειψη κινήτρου. Το να προσεύχεται κανείς πολλή ώρα, προσθέτει, δεν σημαίνει ότι πρέπει να χρησιμοποιεί πολλά λόγια: «Άλλο είναι ο μακρύς λόγος και άλλο η παρατεταμένη διάθεση της ψυχής». Και η προσευχή ολοκληρώνεται καλύτερα με στεναγμούς παρά με λόγια, περισσότερο με δάκρυα παρά με ομιλίες.
Το μυστικό των μοναχών της Αιγύπτου
Έπειτα ο Αυγουστίνος μάς προσφέρει μια εικόνα που συμπυκνώνει ολόκληρη τη διδασκαλία του. Οι ερημίτες της Αιγύπτου, γράφει, προσεύχονται συχνά, αλλά με σύντομες προσευχές, «εκτοξευμένες» σαν βέλη προς τον Θεό. Πρόκειται για τη μονολόγιστη προσευχή, η οποία αποτελείται από μία μόνο φράση, κάποτε ακόμη και από μία μόνο λέξη. Ο λόγος είναι πρακτικός: η συντομία διατηρεί την προσοχή ξύπνια και θερμή, ενώ η πολυλογία την αποκοιμίζει. Και αν ο νους αντέχει να παραμείνει στην προσευχή, δεν υπάρχει λόγος να τη διακόψουμε.
Αυτό που για τους ερημίτες της Αιγύπτου αποτελούσε έναν τρόπο διαρκούς επικοινωνίας με τον Θεό μπορεί να γίνει και για τον σύγχρονο άνθρωπο μια απάντηση στη διάσπαση της προσοχής και στην έλλειψη χρόνου.
Σήμερα όλοι λέμε ότι δεν έχουμε χρόνο. Μας βομβαρδίζουν οι ειδοποιήσεις, τρέχουμε από προθεσμία σε προθεσμία και ο «χρόνος για τον Θεό» μοιάζει με πολυτέλεια. Ο άγιος Αυγουστίνος και οι πατέρες της ερήμου μάς υπενθυμίζουν ότι δεν χρειάζεται μία ώρα απόλυτης σιωπής. Αρκεί ακόμη και μια ανάσα. «Κύριε, βοήθησέ με». «Ιησού, ελέησόν με». «Έλα, Κύριε Ιησού». Μπορούμε να προσευχηθούμε στο μετρό, στην ουρά, μπροστά στον υπολογιστή, ανάμεσα σε δύο τηλεφωνήματα. Είναι μια απλή προσευχή, που απαιτεί λίγα δευτερόλεπτα και καμία ιδιαίτερη προετοιμασία. Είναι, όμως, ουσιαστική, γιατί μας επαναφέρει διαρκώς στην παρουσία του Θεού και μετατρέπει τις σκόρπιες ώρες της ημέρας σε ένα ενιαίο νήμα, τεντωμένο προς Εκείνον.
Σε τι χρησιμεύει η προσευχή;
Είναι ένα ερώτημα που πολλοί θέτουν, συχνά με πικρία. Προσευχόμαστε για την ειρήνη και οι πόλεμοι συνεχίζονται, για τις οικογένειες και οι διαλύσεις αυξάνονται, για τους αρρώστους και οι ασθένειες εξακολουθούν να υπάρχουν. Ένας νέος, σε μια οικογενειακή συγκέντρωση, εξήγησε με αυτόν τον τρόπο γιατί απομακρύνθηκε από την Εκκλησία. Είναι μια σοβαρή ένσταση, που πρέπει να την ακούσουμε.
Ίσως, όμως, το πρόβλημα βρίσκεται εν μέρει στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την προσευχή. Αν τη θεωρούμε έναν τρόπο να εξασφαλίσουμε την παρέμβαση του Θεού σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες, αναπόφευκτα θα απογοητευτούμε. Η προσευχή δεν είναι φυγή από τις δυσκολίες της ζωής ούτε ένας μηχανισμός εκπλήρωσης αιτημάτων. Είναι πρωτίστως μια σχέση.
Όποιος προσεύχεται μόνο για να απαιτήσει να γίνει το δικό του θέλημα δεν έχει κατανοήσει ακόμη το βάθος αυτής της σχέσης. Εκείνος, όμως, που έχει γνωρίσει αληθινά τον Θεό ως Πατέρα μαθαίνει σταδιακά να λέει: «Όχι το θέλημά μου, αλλά το δικό σου ας γίνει».
Μαθαίνοντας να προσευχόμαστε: ένα μάθημα του Α. Σολζενίτσιν
Αλλά τι σημαίνει στην πράξη να προσεύχεται κανείς για την ψυχή του και όχι απλώς για την εκπλήρωση των επιθυμιών του; Έναν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό διάλογο γύρω από αυτό το ερώτημα συναντάμε στο μυθιστόρημα του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν «Μία ημέρα από τη ζωή του Ιβάν Ντενίσοβιτς».
Ο Ιβάν και ο Αλιόσκα συνομιλούν σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Ο πρώτος βρίσκεται σε απόγνωση, ενώ ο δεύτερος είναι γεμάτος πίστη και διατηρεί μια ζωντανή σχέση με τον Θεό.
Ιβάν: Θέλεις να μάθεις γιατί δεν προσεύχομαι; Γιατί, Αλιόσκα, οι προσευχές είτε δεν φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους είτε απορρίπτονται.
Αλιόσκα: Πρέπει να έχεις ακλόνητη πίστη στην προσευχή σου! Αν πιστεύεις πραγματικά, μπορείς να πεις σε αυτό το βουνό να μετακινηθεί και θα μετακινηθεί.
Ιβάν: Άσε τις ανοησίες, Αλιόσκα!… Προσευχηθήκατε όλοι μαζί στον Καύκασο, κι όμως, καταφέρατε να μετακινήσετε έστω και ένα βουνό; Τι κακό θα μπορούσε να σας κάνει ο Θεός, αν προσευχόσασταν σ’ Αυτόν; Κι όμως, όλοι σας καταδικαστήκατε σε είκοσι πέντε χρόνια φυλάκισης ο καθένας. Έτσι ήταν εκείνη η εποχή: είκοσι πέντε χρόνια φυλακή περίμεναν τον καθένα.
Αλιόσκα: Μα δεν προσευχηθήκαμε γι’ αυτό. Ο Κύριος μάς δίδαξε ότι, ανάμεσα σε όλα τα πρόσκαιρα και τα φθαρτά αγαθά του κόσμου, πρέπει να ζητάμε μόνο τον καθημερινό μας άρτο. Γι’ αυτό και προσευχόμαστε: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ιβάν: Δηλαδή, τη μερίδα του φαγητού;
Αλιόσκα: Ιβάν, δεν πρέπει να προσεύχεσαι για ένα δέμα ή για ένα επιπλέον μπολ φαγητό. Αυτά που θεωρούνται πολύτιμα για τον άνθρωπο είναι ασήμαντα στα μάτια του Θεού! Πρέπει να προσευχόμαστε για την ψυχή μας, ώστε ο Κύριος να απομακρύνει από την καρδιά μας τον αφρό της κακίας.
Ιβάν: Με λίγα λόγια, προσευχηθείτε όσο θέλετε, αλλά η ποινή σας δεν πρόκειται να μειωθεί. Θα πρέπει να την εκτίσετε ολόκληρη, από την αρχή ως το τέλος.
Αλιόσκα: Μα δεν πρέπει να προσεύχεσαι γι’ αυτό! Τι τη θέλεις την ελευθερία; Αν βγεις ελεύθερος, ακόμη και τα τελευταία ίχνη της πίστης σου θα πνιγούν μέσα στα αγριόχορτα! Πρέπει να χαίρεσαι που βρίσκεσαι στη φυλακή! Εδώ έχεις όλο τον χρόνο να σκεφτείς την ψυχή σου!
Ιβάν: Ξέρεις, Αλιόσκα, αυτά που λες έχουν τη λογική τους. Ο Χριστός σού είπε να πας στη φυλακή και χάρη στον Χριστό βρίσκεσαι εδώ. Εμένα όμως γιατί με έβαλαν εδώ;
Το ερώτημα του Ιβάν έμεινε αναπάντητο, καθώς η συζήτηση διακόπηκε από έναν ακόμη νυχτερινό έλεγχο. Ωστόσο, μέσα από τα λόγια του Αλιόσκα είχε αναδειχθεί μια ουσιαστική διάσταση της προσευχής: δεν ζητάμε μόνο να αλλάξουν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας, αλλά και να αλλάξει η ίδια μας η καρδιά. «Πρέπει να προσευχόμαστε για την ψυχή μας, ώστε ο Κύριος να απομακρύνει από την καρδιά μας τον αφρό της κακίας».
Το κακό είναι το πραγματικό πρόβλημα του ανθρώπου. Η απαλλαγή από αυτό απαιτεί προσωπικό αγώνα, είναι όμως αδύνατη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Εδώ βρίσκεται και ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η προσευχή είναι αναγκαία.
Μπορούμε να προσευχηθούμε σήμερα; Ναι, και ίσως περισσότερο από ποτέ έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε ουσιαστικά. Ο Αυγουστίνος μάς απαλλάσσει από το άλλοθι της διάρκειας και της τελειότητας, ενώ οι μοναχοί της Αιγύπτου μάς προσφέρουν ένα πρακτικό μέσο: μια σύντομη φράση, επαναλαμβανόμενη με εμπιστοσύνη. Δεν χρειάζονται μεγάλα διαστήματα σιωπής· αρκεί να υπάρχει ο πόθος. Όπως η ευγενής δέσποινα Πρόβα, μπορούμε κι εμείς να ξεκινήσουμε με μία μόνο λέξη. Ο Κύριος, που γνωρίζει ήδη όλα όσα έχουμε ανάγκη, περιμένει μόνο να στρέψουμε προς Εκείνον την καρδιά μας.
