Στη Θεία Λειτουργία για την 30ή Παγκόσμια Ημέρα Αφιερωμένης Ζωής, που τελέστηκε στη Bασιλική του Αγίου Πέτρου, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ τόνισε ότι η θρησκευτική ζωή, «με τη γαλήνια αποδέσμευσή της από ό,τι είναι πρόσκαιρο, διδάσκει την αδιαίρετη ενότητα ανάμεσα στη γνήσια φροντίδα για τις γήινες πραγματικότητες και την ελπιδοφόρα αγάπη για τις αιώνιες».
Ο Ποντίφικας κάλεσε τους αφιερωμένους να ακολουθήσουν το παράδειγμα ιδρυτών και ιδρυτριών μοναχικών ταγμάτων και πνευματικών οικογενειών, που μαρτύρησαν τον Χριστό ακόμη και μέσα σε «καταστάσεις υποβάθμισης» και «εγκατάλειψης», σε «σκηνικά πολέμου και μίσους».
Προφήτες και μάρτυρες της ελπίδας στον σημερινό κόσμο
Να είναι προφήτες και να μαρτυρούν, «με την ομολογία των ευαγγελικών συμβουλών» και με έργα αγάπης «ότι ο Θεός είναι παρών στην ιστορία ως σωτηρία για όλους τους λαούς»: σε αυτή την αποστολή καλούνται σήμερα οι αφιερωμένοι άνδρες και γυναίκες, σε έναν κόσμο όπου «πίστη και ζωή» απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο.
Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ τους ενθάρρυνε να γίνουν, ο καθένας στο δικό του περιβάλλον, «ζύμη ειρήνης και σημείο ελπίδας», κατά τη Θεία Λειτουργία που τελέστηκε το απόγευμα της 2ας Φεβρουαρίου στη βασιλική του Αγίου Πέτρου.
Η λειτουργία ξεκίνησε στο αίθριο με την αφή και την ευλογία των κεριών, σύμβολο του Χριστού, «φως εις αποκάλυψιν εθνών», όπως τον ονόμασε ο δίκαιος και θεοσεβής γέροντας του Ναού της Ιερουσαλήμ στο
Nunc dimittis
Προηγήθηκε λιτανευτική πομπή αφιερωμένων και συλλειτουργούντων, που διέσχισε το κεντρικό κλίτος της Βασιλικής, φωτισμένο από χιλιάδες μικρές φλόγες. Στο τέλος της πομπής, ανάμεσα σε περίπου 5.500 πιστούς, βάδιζε ο Πάπας, ο οποίος θυμίανε το κεντρικό θυσιαστήριο κάτω από το κιβώριο του Μπερνίνι, στολισμένο κυρίως με λευκά και ροζ άνθη, με το άγαλμα της Θεοτόκου στα αριστερά.
Δίπλα στον Ποντίφικα, κατά την ευχαριστιακή προσευχή, βρέθηκαν οι Καρδινάλιοι Άνχελ Φερνάντες Αρτίμε, Αντιπρόεδρος της Ποντιφικής Συνόδου για τα Μοναχικά Τάγματα Αφιερωμένης Ζωής και τις Αδελφότητες Αποστολικής Ζωής, και Ζεράλντ Σιπριέν Λακρουά, Αρχιεπίσκοπος Κεμπέκ.
Το παράδειγμα ιδρυτών και ιδρυτριών
Στην ομιλία του, με αφετηρία το πρώτο ανάγνωσμα από τον προφήτη Μαλαχία, ο Λέων ΙΔ΄ κάλεσε τους αφιερωμένους, «μέσα από τη θυσία» της ζωής τους, ριζωμένοι στην προσευχή και έτοιμοι «να καταναλωθούν στην αγάπη», να γίνουν «χωνευτήρια για τη φωτιά του Χωνευτή και δοχεία για το λουτρό του Πλύντη», ώστε ο Χριστός, «παρών και σήμερα ανάμεσα στους ανθρώπους», να μπορεί να λιώνει και να καθαρίζει τις καρδιές με την αγάπη, τη χάρη και το έλεός Του.
Ο Πάπας υπενθύμισε το παράδειγμα ιδρυτών και ιδρυτριών ταγμάτων, θρησκευτικών οικογενειών και κοινοτήτων, που «με πίστη και θάρρος αφέθηκαν να οδηγηθούν, ξεκινώντας από την Ευχαριστιακή Τράπεζα», άλλοι «στη σιωπή των μοναστηριών», άλλοι «στις προκλήσεις του αποστολικού έργου», άλλοι «στην εκπαίδευση», άλλοι «στη φτώχεια των δρόμων» ή «στους κόπους της ιεραποστολής», επιστρέφοντας πάντοτε «ταπεινά και σοφά, στα πόδια του Σταυρού και μπροστά στο Θυσιαστήριο», για να προσφέρουν τα πάντα και να ξαναβρίσκουν στον Θεό την πηγή και τον σκοπό κάθε τους πράξης.
Άνδρες και γυναίκες που «με τη δύναμη της χάριτος τόλμησαν ακόμη και επικίνδυνες αποστολές», έγιναν «προσευχόμενη παρουσία σε εχθρικά ή αδιάφορα περιβάλλοντα, γενναιόδωρο χέρι και φιλικός ώμος» εκεί όπου υπήρχαν «υποβάθμιση» και «εγκατάλειψη», «μαρτυρία ειρήνης και συμφιλίωσης» μέσα σε «σκηνικά πολέμου και μίσους», έτοιμοι ακόμη και να υποστούν τις συνέπειες μιας αντικομφορμιστικής στάσης που τους κατέστησε, εν Χριστώ, «σημείο αντιλογίας», έως και το μαρτύριο.
Οι θρησκευτικές κοινότητες ως υπενθύμιση της ιερότητας της ζωής
Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ προέτρεψε «να παραληφθεί η σκυτάλη» εκείνων που έκαναν πράξη τον Λόγο του Θεού, διότι, όπως έγραψε ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ στην Μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση Verbum Domini «η ερμηνεία της Αγίας Γραφής θα έμενε ατελής, αν δεν άκουγε και όσους έζησαν πραγματικά τον Λόγο του Θεού».
«Με την ομολογία των ευαγγελικών συμβουλών και με τις πολλαπλές διακονίες αγάπης που προσφέρετε», υπογράμμισε, «καλείστε να μαρτυρήσετε, σε μια κοινωνία όπου πίστη και ζωή φαίνονται ολοένα και πιο αποκομμένες, εξαιτίας μιας ψευδούς και περιοριστικής αντίληψης για το ανθρώπινο πρόσωπο, ότι ο Θεός είναι παρών στην ιστορία ως σωτηρία για όλους τους λαούς».
Οι αφιερωμένοι καλούνται να μαρτυρούν έμπρακτα ότι «ο νέος, ο ηλικιωμένος, ο φτωχός, ο ασθενής, ο φυλακισμένος» βρίσκονται στην καρδιά του Θεού και ότι «ο καθένας τους είναι ένα απαραβίαστο ιερό της παρουσίας Του, μπροστά στο οποίο πρέπει να γονατίζουμε για να Τον συναντήσουμε, να Τον προσκυνήσουμε και να Τον δοξάσουμε».
Σημείο αυτής της μαρτυρίας είναι «οι ευαγγελικοί σταθμοί» που πολλές θρησκευτικές κοινότητες «διατηρούν σε ποικίλα και απαιτητικά περιβάλλοντα, ακόμη και μέσα σε συγκρούσεις». «Δεν φεύγουν, δεν δραπετεύουν, μένουν», είπε ο Πάπας, «απογυμνωμένοι από τα πάντα, για να αποτελούν, πιο εύγλωττα από χίλιες λέξεις, υπενθύμιση της απαραβίαστης ιερότητας της ζωής» και για να γίνονται «αντήχηση» των λόγων του Ιησού ακόμη και εκεί όπου «βροντούν τα όπλα και μοιάζουν να επικρατούν η αυθαιρεσία, το συμφέρον και η βία».
Οι κινήσεις αγάπης του Θεού και του ανθρώπου
Ως εικόνα της αποστολής των αφιερωμένων στην Εκκλησία και στον κόσμο, ο Λέων ΙΔ΄ ανέδειξε την ευαγγελική σκηνή της Υπαπαντής, όπου η Άννα και ο Συμεών αναγνωρίζουν και αναγγέλλουν τον Ιησού ως Μεσσία. Σε αυτή τη συνάντηση διακρίνονται, εξήγησε, «δύο κινήσεις αγάπης»: «εκείνη του Θεού που έρχεται να σώσει τον άνθρωπο και εκείνη του ανθρώπου που, με άγρυπνη πίστη, αναμένει την έλευσή Του».
Ο Ιησούς, παρουσιαζόμενος στον Ναό από «μια φτωχή οικογένεια», αποκαλύπτει έναν Θεό που προσφέρεται στους ανθρώπους «με απόλυτο σεβασμό στην ελευθερία τους» και «με πλήρη συμμετοχή στη φτώχεια τους», χωρίς καμία επιβολή, παρά μόνο με την «αφοπλιστική δύναμη της ανιδιοτελούς Του δωρεάς».
Η Άννα και ο Συμεών εκφράζουν την κορύφωση της «αναμονής του λαού του Ισραήλ», το αποκορύφωμα μιας μακράς ιστορίας σωτηρίας, «σημαδεμένης από φως και σκιά, πτώσεις και ανακάμψεις», αλλά διαποτισμένης από τη ζωτική επιθυμία «να αποκατασταθεί η πλήρης κοινωνία του κτίσματος με τον Δημιουργό του».
Στον Ναό της Ιερουσαλήμ, «η Πηγή του φωτός προσφέρεται ως λυχνάρι για τον κόσμο και το Άπειρο δωρίζεται στο πεπερασμένο με τόσο ταπεινό τρόπο, ώστε σχεδόν να περνά απαρατήρητο», τόνισε ο Πάπας, υπενθυμίζοντας, με αναφορά στην Άννα και τον Συμεών, την πρόσκληση του Πάπα Φραγκίσκου προς τους αφιερωμένους, στην επιστολή του 2014, να «ξυπνήσουν τον κόσμο», διότι «το γνώρισμα της αφιερωμένης ζωής είναι η προφητεία».
«Η Εκκλησία σάς ζητά να είστε προφήτες: αγγελιοφόροι που αναγγέλλουν την παρουσία του Κυρίου και προετοιμάζουν τον δρόμο Του».
Ζύμη ειρήνης και σημείο ελπίδας
Πριν ολοκληρώσει, ο Λέων ΙΔ΄ στάθηκε στην προσευχή του Συμεών, από την οποία, όπως είπε, μαθαίνουμε να κρατούμε «το βλέμμα σταθερά στραμμένο στα μελλοντικά αγαθά» και να προσανατολιζόμαστε προς την αιωνιότητα.
Η θρησκευτική ζωή, «με τη γαλήνια αποδέσμευσή της από ό,τι παρέρχεται», διδάσκει ότι η αληθινή φροντίδα για τις γήινες πραγματικότητες είναι αχώριστη από την ελπιδοφόρα αγάπη για τις αιώνιες, που επιλέγονται ήδη από αυτή τη ζωή ως ο ύστατος και αποκλειστικός σκοπός, ικανός να φωτίσει τα πάντα.
Το επιβεβαιώνει, υπενθύμισε, και η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, σύμφωνα με την οποία η «ολοκλήρωση» της Εκκλησίας είναι η «ουράνια δόξα», όταν ολόκληρο το σύμπαν «θα βρει στον Χριστό την οριστική του τελείωση».
«Και αυτή η προφητεία», κατέληξε ο Ποντίφικας, «εμπιστεύεται στους αφιερωμένους», οι οποίοι, ακολουθώντας πιο κοντά τον Χριστό, μπορούν «να δείξουν στον κόσμο, με την ελευθερία εκείνων που αγαπούν και συγχωρούν χωρίς μέτρο, τον δρόμο για την υπέρβαση των συγκρούσεων και τη σπορά της αδελφοσύνης».
ΠΗΓΗ: Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
