30 Μαΐου 2026
Expand search form

Ειδήσεις από την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

Οι Εκκλησίες υπογράφουν το πρώτο Οικουμενικό Σύμφωνο

Διάλογος, συνεργασία, δημόσια μαρτυρία και δέσμευση για τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη θρησκευτική ελευθερία και τη φροντίδα της Δημιουργίας. Αυτά αποτελούν τα βασικά περιεχόμενα του πρώτου Συμφώνου μεταξύ των χριστιανικών Εκκλησιών στην Ιταλία, ενός εγγράφου χωρισμένου σε έξι άρθρα, το οποίο υπογράφηκε προχθές στον Καθεδρικό ναό του Μπάρι.

Το Σύμφωνο υπέγραψαν: ο  Αρχιεπίσκοπος Μπολόνιας και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ιταλίας, Καρδινάλιος Ματέο Μαρία Τσούπι, για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος για την Ιερά Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως)· Ο Μητροπολίτης Σιλουάν για τη Ρουμανική Ορθόδοξη Μητρόπολη· ο Ντανιέλε Γκαρόνε, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευαγγελικών Εκκλησιών στην Ιταλία· καθώς και οι εκπρόσωποι της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας στην Ιταλία, Κάρστεν Γκέρντες, της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Ιβάν Ιβάνοφ, της Ευαγγελικής Βαλντεσιανής Εκκλησίας, Αλεσάντρα Τρότα, της Χριστιανικής Ευαγγελικής Βαπτιστικής Ένωσης Ιταλίας, Αλεσάντρο Σπάνου, και ο υπεύθυνος για τη διοίκηση των ενοριών του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ιταλία, Αμβρόσιος Ματσεγκόρα.

Ένα γεγονός ιστορικής σημασίας

Η υπογραφή πραγματοποιήθηκε με αφορμή το πρώτο Συμπόσιο των Χριστιανικών Εκκλησιών, μια διοργάνωση που σηματοδοτεί ιστορικό σταθμό «για την Ιταλική οδό του οικουμενικού διαλόγου». Πρόκειται για μια στιγμή που οι ίδιοι οι υπογράφοντες χαρακτήρισαν «ιστορικής σημασίας για την Ιταλική πραγματικότητα, καθώς είναι η πρώτη συμφωνία αυτού του τύπου που υπογράφεται σε εθνικό επίπεδο».

Η σπουδαιότητά της, τονίζεται, «έγκειται, πρωτίστως, στο γεγονός ότι δεν αποτελεί απλώς μια τυπική ή θεσμική πράξη, αλλά καρπό μιας μακράς και γόνιμης κοινής πορείας, σημαδεμένης από τη συνάντηση, τον διάλογο και την αμοιβαία ωρίμανση, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο».

Πλήρης κοινωνία

Στον χαιρετισμό του, ο Καρδινάλιος Τσούπι υπενθύμισε ότι «η από κοινού αναζήτηση της οδού βιώθηκε ως μια σημαντική υπόσχεση για όλες τις Εκκλησίες, ως κάλεσμα, ως μεταστροφή. Όχι ένα είδος καλών τρόπων συγκατοίκησης –όσο κι αν αυτοί είναι χρήσιμοι– αλλά πλήρης κοινωνία, γιατί αυτή και μόνο αυτή είναι για εμάς η ενότητα».

Διακυβεύεται, πρόσθεσε, «η κοινωνική συνοχή και η ειρήνη. Ένας σοβαρός οικουμενικός δρόμος μπορεί να γίνει ζύμη διαλόγου, συνάντησης και ενότητας». Οι Εκκλησίες που υπογράφουν το Σύμφωνο παρουσιάζονται έτσι από κοινού ως «υπεύθυνα υποκείμενα μέσα στην Ιταλική κοινωνία, δεσμευμένα για το κοινό καλό, τη δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τη φροντίδα της Δημιουργίας και τη θρησκευτική ελευθερία».

Σε ένα εκκοσμικευμένο και πλουραλιστικό πλαίσιο, το Σύμφωνο καθιστά «ορατή μια αξιόπιστη χριστιανική μαρτυρία, ικανή να διαλέγεται με το κράτος και την κοινωνία, με σεβασμό στη λαϊκότητα».

Προκλήσεις και κίνδυνοι

Οι Εκκλησίες αναφέρονται στην πρόκληση της κοινής δημόσιας μαρτυρίας, επισημαίνοντας ότι «το να μιλούν και να δρουν μαζί στην Ιταλική κοινωνία, σε ευαίσθητα θέματα όπως η ειρήνη, η μετανάστευση, οι θρησκευτικές διακρίσεις ή η σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής, εκθέτει τις Εκκλησίες σε κριτική και παρεξηγήσεις». Ωστόσο, «η παραίτηση από αυτή τη διάσταση θα σήμαινε προδοσία της χριστιανικής κλήσης».

Από εδώ απορρέει η δέσμευση:

– να συνεργαστούν ώστε να αναγγέλλουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το Ευαγγέλιο σε μια εκκοσμικευμένη και μετα-εκκοσμικευμένη κοινωνία·
– να αναλάβουν μια δημόσια παρουσία της Εκκλησίας που να σέβεται τη λαϊκότητα και να βρίσκεται σε διάλογο με την κοινωνία·
– να προωθήσουν την ελευθερία και την ίση αξιοπρέπεια κάθε χριστιανικής ομολογίας και κάθε θρησκείας απέναντι στο κράτος, μέσω ενός κριτικού και εποικοδομητικού διαλόγου για τη σχέση θρησκείας, λαϊκότητας και πολιτικής στο Ιταλικό πλαίσιο·

– να σέβονται την ελευθερία συνείδησης κάθε ανθρώπου και να επιδιώκουν τη θρησκευτική ελευθερία για όλους.

Τέλος, οι υπογράφοντες δηλώνουν έτοιμοι να διατηρήσουν έναν σταθερό και αδελφικό διάλογο, μέσα από τακτικές συναντήσεις προσευχής, διάκρισης και έμπρακτης συνεργασίας. «Κάθε Εκκλησία», αναφέρεται στο Σύμφωνο, «θα αναλάβει την προώθηση στο εσωτερικό της πρωτοβουλιών που ενισχύουν τη γνώση και την αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ των πιστών των διαφορετικών χριστιανικών ομολογιών. Δεσμευόμαστε, επομένως, να ζητήσουμε από όλες τις κοινότητές μας που βρίσκονται στην επικράτεια να καταρτίζουν κάθε χρόνο ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας».

ΠΗΓΗ: Vatican news

               +Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

Προηγούμενο Άρθρο

«Μοναξιά ή κοινωνία;» του σεβσμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Επόμενο Άρθρο

Να μην σταματήσουμε τις νέες τεχνολογίες, αλλά να τις κυβερνήσουμε

You might be interested in …

Το να πεθαίνει κανείς από πείνα και δίψα είναι άδικο και αδικαιολόγητο

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες τη δικαιοσύνη, ότι αυτοί χορτασθήσονται». Η υπενθύμιση των Μακαρισμών είναι καθημερινή, έντονη και διαρκής: η τραγική κατάσταση που ζει ο λαός της Γάζας και το αίσθημα της αδυναμίας μάς οδηγούν […]

Κοινή δήλωση των Προέδρων του CCEE και του CEC με την ευκαιρία του Καιρού της Δημιουργίας 2020

    Οι Χριστιανοί σε όλο τον κόσμο εορτάζουν από την 1η Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου τον Καιρό της Δημιουργίας και την 1η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα της Δημιουργίας. Και φέτος επίσης, όπως και τα […]

Τιμές και προσευχές Το αδιάκοπο προσκύνημα στον τάφο του «Φραγκίσκου»

Στη Βασιλική της Παναγίας της Μείζονος (Santa Maria Maggiore), έξι μήνες μετά την εκδημία του, πλήθος πιστών αποτίνει φόρο τιμής στον τόπο ταφής του Αργεντινού Πάπα, που παραμένει στην καρδιά πολλών όπως ο  Καρδινάλιος Μακρίκας, […]