«Στις δικαστικές κρίσεις να αναζητείται η ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και την αγάπη, χωρίς ακαμψία»
Ο Λέων ΙΔ΄ δέχτηκε τους Ιεράρχες του Δικαστηρίου της Ρωμαϊκής Ρότας για την έναρξη του Δικαστικού Έτους.
Ο Ποντίφικας ζητεί η δικαιοδοτική δραστηριότητα να καθοδηγείται από τα κριτήρια της αλήθειας και της αγάπης: «Αυτή η διακονία πρέπει να λάμπει σε όλα τα εκκλησιαστικά δικαστήρια». Προειδοποιεί, ωστόσο, για τον κίνδυνο, ιδίως στις υποθέσεις ακυρότητας γάμου, μιας «παρεξηγημένης συμπόνιας» και μιας «υπερβολικής ταύτισης με τις περιπέτειες των πιστών», που μπορεί να οδηγήσουν «σε επικίνδυνη σχετικοποίηση της αλήθειας».
Αλήθεια, αγάπη, δικαιοσύνη
Η αλήθεια να διαφυλάσσεται «με αυστηρότητα αλλά χωρίς ακαμψία».
Η αγάπη να ασκείται «χωρίς παραλείψεις».
Η δικαιοσύνη να αποτελεί καρπό της σωστής ισορροπίας ανάμεσα στη διακονία της «αντικειμενικής» αλήθειας και στη μέριμνα της αγάπης, χωρίς επικίνδυνες σχετικοποιήσεις ή παρεξηγημένες συμπόνιες, ιδίως στον τομέα των ακυροτήτων γάμου, και έχοντας πάντοτε ως ορίζοντα τη salus animarum, τη σωτηρία των ψυχών, «τον υπέρτατο νόμο της Εκκλησίας».
Σε αυτές τις τρεις κατευθυντήριες γραμμές συνοψίζει ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ ολόκληρη τη δραστηριότητα του Αποστολικού Δικαστηρίου της Ρωμαϊκής Ρότας: αλήθεια, αγάπη, δικαιοσύνη.
«Η διακονία της αλήθειας μέσα στην αγάπη πρέπει να λάμπει σε όλο το έργο των εκκλησιαστικών δικαστηρίων», υπογράμμισε ο Ποντίφικας στην ομιλία του προς τα περίπου 400 μέλη του Κολεγίου των ακροατών-πρελατών της λεγόμενης «Ιεράς Ρότας», τους οποίους δέχθηκε το πρωί στις 26 Ιανουαρίου, σε ακρόαση στο Βατικανό, με αφορμή την έναρξη του Δικαστικού Έτους.
Ο δεσμός ανάμεσα στην αλήθεια της δικαιοσύνης και την αρετή της αγάπης
Παραπέμποντας στους προκατόχους του, από τον Πίο ΙΒ΄ έως τον Φραγκίσκο, ο Λέων ΙΔ΄ εστιάζει στον «στενό δεσμό που συνδέει την αλήθεια της δικαιοσύνης με την αρετή της αγάπης». Δεν πρόκειται για δύο αντίθετες αρχές, αλλά για «δύο διαστάσεις άρρηκτα ενωμένες», διαβεβαιώνει.
Ακριβώς αυτή η «διαλεκτική ένταση» ανάμεσα στις απαιτήσεις της αντικειμενικής αλήθειας και στη φροντίδα της αγάπης αναδύεται συχνά στην άσκηση της δικαιοδοσίας. Μερικές φορές, παρατηρεί ο Πάπας, υπάρχει ακόμη και ο κίνδυνος «υπερβολικής ταύτισης με τις συχνά ταραχώδεις περιπέτειες των πιστών». Προσοχή, προειδοποιεί, διότι αυτό μπορεί «να οδηγήσει σε επικίνδυνη σχετικοποίηση της αλήθειας».
Μια παρεξηγημένη συμπόνια, έστω και αν φαίνεται να πηγάζει από ποιμαντικό ζήλο, κινδυνεύει να επισκιάσει την αναγκαία διάσταση της εξακρίβωσης της αλήθειας που είναι ίδια με το δικαστικό λειτούργημα.
Μελέτη και εφαρμογή του κανονικού δικαίου του γάμου
Αυτό συμβαίνει –και μπορεί να συμβεί– στις υποθέσεις ακυρότητας γάμου, όπου, όπως παρατηρεί ο Λέων ΙΔ΄, θα μπορούσε να φθάσει κανείς σε «αποφάσεις με ποιμαντικό χαρακτήρα, χωρίς στέρεο αντικειμενικό θεμέλιο, ακόμη και σε οποιοδήποτε είδος διαδικασίας, υπονομεύοντας την αυστηρότητα και τη δικαιοσύνη».
Σχετικά με αυτό, ο Ποντίφικας συνιστά να κρίνεται «με πολλή προσοχή» ο εκ πρώτης όψεως «προφανής» χαρακτήρας του λόγου ακυρότητας που καθιστά δυνατή μια τέτοια διαδικασία. Η διαδικασία, τονίζει, θα πρέπει να εφαρμόζεται «δεόντως, είτε για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη της ακυρότητας είτε για να διαπιστώσει την ανάγκη προσφυγής στην τακτική διαδικασία».
Είναι θεμελιώδες να συνεχιστεί η μελέτη και η εφαρμογή του κανονικού δικαίου του γάμου με επιστημονική σοβαρότητα και πιστότητα.
Η αγάπη ως κινητήρια δύναμη της αληθινής δικαιοσύνης
Εξίσου σημαντικό, παρατηρεί ο Πάπας, είναι να μην περιορίζεται κανείς σε «μια ψυχρή και αποστασιοποιημένη διακήρυξη της αλήθειας, που δεν λαμβάνει υπόψη όσα απαιτεί η αγάπη προς τα πρόσωπα», παραλείποντας εκείνες τις φροντίδες που υπαγορεύονται από τον σεβασμό και το έλεος και που πρέπει να είναι παρούσες σε όλα τα στάδια μιας διαδικασίας.
«Veritatem facientes in caritate», είναι η προτροπή του Λέοντα ΙΔ΄. Στην πράξη αυτό σημαίνει όχι μόνο «να συμμορφώνεται κανείς με μια θεωρητική αλήθεια», αλλά «να κάνει την αλήθεια»: μια αλήθεια που πρέπει να φωτίζει όλη την πράξη και να πραγματοποιείται «μέσα στην αγάπη», η οποία αποτελεί «τη μεγάλη κινητήρια δύναμη» για μια αληθινή δικαιοσύνη.
Η αλήθεια πρέπει να αναζητείται, να βρίσκεται και να εκφράζεται μέσα στην «οικονομία» της αγάπης, αλλά και η αγάπη, με τη σειρά της, πρέπει να κατανοείται, να επιβεβαιώνεται και να ασκείται στο φως της αλήθειας.
Η salus animarum
Ο στόχος είναι πάντοτε η salus animarum. Έτσι ώστε «η διακονία της αλήθειας της δικαιοσύνης» να γίνεται «πράξη αγάπης για τη σωτηρία των ψυχών». Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται όλες οι πτυχές των κανονικών διαδικασιών.
Πρωτίστως, τονίζει ο Πάπας, «η δράση των διαφόρων πρωταγωνιστών της διαδικασίας» πρέπει να εμφορείται από «έμπρακτη επιθυμία» να διαλευκανθεί η δίκαιη απόφαση, με «αυστηρή διανοητική εντιμότητα», «τεχνική επάρκεια» και «ορθή συνείδηση».
Ο σκοπός που ενώνει όλους τους λειτουργούς των διαδικασιών, καθέναν στην πιστότητα προς τον ρόλο του, είναι η αναζήτηση της αλήθειας, η οποία δεν περιορίζεται στην επαγγελματική εκπλήρωση, αλλά νοείται ως άμεση έκφραση της ηθικής ευθύνης.
Πέρα από τις απαιτήσεις της απλής δικαιοσύνης
Πρέπει «να προχωρούμε πέρα από τις απαιτήσεις της απλής δικαιοσύνης, για να υπηρετούμε, στο μέτρο του δυνατού, το ολικό καλό των προσώπων, χωρίς να αλλοιώνουμε τη λειτουργία μας, αλλά ασκώντας την με πλήρη εκκλησιαστική συνείδηση», προτρέπει ο Λέων ΙΔ΄.
Εκφράζει επίσης την ευχή η «διακονία της αλήθειας μέσα στην αγάπη» των εκκλησιαστικών δικαστηρίων να αναγνωρίζεται τόσο από «εκείνους που ζητούν κρίση για τον γάμο τους», όσο και από «εκείνους που κατηγορούνται για κανονικό αδίκημα, από όσους θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα σοβαρής αδικίας, από όσους διεκδικούν ένα δικαίωμα».
Οι κανονικές διαδικασίες πρέπει να εμπνέουν εκείνη την εμπιστοσύνη που πηγάζει από την επαγγελματική σοβαρότητα, την εντατική και επιμελή εργασία, και την πεπεισμένη αφοσίωση σε αυτό που μπορεί και πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως αληθινή επαγγελματική κλήση.
Ενέργεια σύμφωνα με τη δεοντολογία
Ο Πάπας ζητεί επίσης «ορθή και έγκαιρη άσκηση των δικονομικών λειτουργιών», διότι «πρόκειται για μια πορεία που αγγίζει συνειδήσεις και ζωές». «Όλοι οι λειτουργοί της δικαιοσύνης οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με μια δεοντολογία, η οποία πρέπει να μελετάται και να εφαρμόζεται με επιμέλεια».
Σε αυτό το πλαίσιο, «ένα ύφος εμπνευσμένο από τη δεοντολογία» πρέπει να διαπνέει το έργο των δικηγόρων, όταν «υποστηρίζουν τους πιστούς στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, προστατεύοντας τα συμφέροντα της πλευράς τους, χωρίς ποτέ να υπερβαίνουν όσα, κατά συνείδηση, θεωρούν δίκαια και σύμφωνα με τον νόμο».
Οι εισαγγελείς της δικαιοσύνης και οι υπερασπιστές του δεσμού αποτελούν πυλώνες της απονομής της δικαιοσύνης, καθώς καλούνται, λόγω της αποστολής τους, να προστατεύουν το δημόσιο αγαθό. Μια καθαρά γραφειοκρατική προσέγγιση σε έναν τόσο σημαντικό ρόλο θα προκαλούσε προφανή βλάβη στην αναζήτηση της αλήθειας.
Οι δικαστές, λειτουργοί ειρήνης
Ο Πάπας απευθύνει έναν ιδιαίτερο λόγο και στους δικαστές, «που καλούνται στη βαριά ευθύνη να καθορίσουν το δίκαιο, που είναι το αληθινό»: «Δικαιοσύνη και ειρήνη αποβλέπουν στο καλό του καθενός και όλων· γι’ αυτό απαιτούν τάξη και αλήθεια. Όταν απειλείται η μία, κλονίζονται και οι δύο· όταν προσβάλλεται η δικαιοσύνη, τίθεται σε κίνδυνο και η ειρήνη».
Υπό αυτή την έννοια, ο δικαστής γίνεται «λειτουργός ειρήνης», που συμβάλλει «στην εδραίωση της ενότητας της Εκκλησίας».
Η αντιδικία, αναντικατάστατο εργαλείο για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη
Τέλος, γίνεται αναφορά και στο θέμα της αντιδικίας στη δικαστική διαδικασία, η οποία δεν αποτελεί «σύγκρουση αντιτιθέμενων συμφερόντων», αλλά «αναγκαίο εργαλείο» για τη διάκριση της αλήθειας και της δικαιοσύνης σε κάθε υπόθεση. Η αντιδικία «είναι μια διαλογική μέθοδος για τη διαπίστωση του αληθινού».
Η νομική εμπειρία που έχει αποκτηθεί μαρτυρεί τον αναντικατάστατο ρόλο της αντιδικίας και τη καθοριστική σημασία του ανακριτικού σταδίου.
Ο δικαστής, διατηρώντας «ανεξαρτησία» και «αμεροληψία», οφείλει να «επιλύει τη διαφορά σύμφωνα με τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που προέκυψαν στη διαδικασία».
Η μη τήρηση αυτών των βασικών αρχών της δικαιοσύνης και η ευνοϊκή μεταχείριση αδικαιολόγητων ανισοτήτων στην αντιμετώπιση παρόμοιων περιπτώσεων αποτελεί σοβαρή προσβολή του νομικού χαρακτήρα της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
ΠΗΓΗ: Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
