Τα διαθρησκειακά γεγονότα του αποστολικού ταξιδιού του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ είχαν ιδιαίτερη σημασία, κυρίως στην Αλγερία και στο Καμερούν, αλλά και στις ομιλίες προς τις αρχές και το διπλωματικό σώμα στην Αγκόλα και την Ισημερινή Γουινέα. Σε αυτά σκιαγραφείται μια συνεκτική αντίληψη του διαλόγου μεταξύ των θρησκειών ως προνομιακής οδού για την ειρήνη, τη συμφιλίωση και την κοινωνική σταθερότητα. Το σύνολο των σταθμών αποκαλύπτει έναν ενιαίο άξονα, όπου συμβολικές χειρονομίες και λόγος συγκλίνουν στην ίδια θεολογική και ποιμαντική προοπτική.
Στην Αλγερία, το ταξίδι παρουσιάστηκε από την αρχή ως προσανατολισμένο στην οικοδόμηση γεφυρών και στη συμφιλίωση. Ο Πάπας το χαρακτήρισε «μια εξαιρετικά πολύτιμη ευκαιρία να συνεχίσουμε με την ίδια φωνή, με το ίδιο μήνυμα: να προάγουμε την ειρήνη, τη συμφιλίωση, τον σεβασμό, την εκτίμηση για όλους τους λαούς», παραπέμποντας στον άγιο Αυγουστίνο ως «μια πολύ σημαντική γέφυρα στον διαθρησκειακό διάλογο». Στο Αλγέρι, στην ομιλία προς τις αρχές, έθεσε στο επίκεντρο την καθολική αδελφοσύνη: «είμαστε αδέλφια και αδελφές, γιατί έχουμε τον ίδιο Πατέρα στους ουρανούς», υποδεικνύοντας την πίστη ως αρχή σύγκλισης που μπορεί να στηρίξει τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ειρήνη.
Ο προσανατολισμός αυτός βρήκε απτή έκφραση στις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν, ιδιαίτερα στην επίσκεψη στο Μεγάλο Τζαμί, όπου επανέλαβε «την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπινου προσώπου» και δήλωσε: «μπορούμε να μάθουμε να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, να ζούμε αρμονικά και να οικοδομούμε έναν κόσμο ειρήνης».
Το μήνυμα που άφησε στο βιβλίο επισκεπτών –«Είθε το έλεος του Υψίστου να διαφυλάσσει στην ειρήνη και την ελευθερία τον ευγενή αλγερινό λαό και ολόκληρη την ανθρώπινη οικογένεια»– συνοψίζει αποτελεσματικά αυτή την οικουμενική οπτική. Ακόμη και στη Notre-Dame d’Afrique, ο διάλογος εκφράστηκε σε καθημερινή και απτή μορφή, όπως δείχνει η φράση ότι η πίστη είναι «μια πίστη που δεν απομονώνει αλλά ανοίγει, ενώνει αλλά δεν συγχέει, φέρνει κοντά χωρίς να ομογενοποιεί». Τέλος, στην Αννάμπα, η Αυγουστίνεια προοπτική ρίζωσε το ταξίδι σε μια βαθύτερη πνευματική διάσταση, συνδέοντας την αναζήτηση του Θεού με την οικοδόμηση της ειρήνης και την αγάπη: «η πίστη στον έναν Θεό… ενώνει τους ανθρώπους με μια τέλεια δικαιοσύνη, που καλεί όλους στην αγάπη».
Στο Καμερούν, σε ένα πλαίσιο σημαδεμένο από την αγγλόφωνη κρίση αλλά χωρίς να έχει εξελιχθεί σε θρησκευτική σύγκρουση, ο Πάπας ανέδειξε με σαφήνεια τον θετικό ρόλο των θρησκειών όταν δεν διαστρεβλώνονται από το «δηλητήριο των φονταμενταλισμών». Στην ομιλία προς τις αρχές κάλεσε «να απορρίψουμε τη λογική της βίας και του πολέμου» και να αγκαλιάσουμε «μια ειρήνη άοπλη… και αφοπλιστική», τονίζοντας την κοινή ευθύνη κρατών και θρησκευτικών ηγετών στην πρόληψη των συγκρούσεων.
Η πιο σημαντική στιγμή ήταν η συνάντηση στη Μπαμέντα, όπου χριστιανοί, μουσουλμάνοι και παραδοσιακοί ηγέτες έδωσαν μια συγκεκριμένη μαρτυρία βιωμένης αδελφοσύνης. Ο Ιμάμης δήλωσε: «Ευχαριστούμε τον Θεό που αυτή η κρίση δεν εξελίχθηκε σε θρησκευτικό πόλεμο…», ενώ ο Πάπας παρουσίασε το Κίνημα για την Ειρήνη ως «ένα πρότυπο για ολόκληρο τον κόσμο», προειδοποιώντας για «εκείνους που παραποιούν τις θρησκείες… για τους δικούς τους στόχους». Το γεγονός αυτό έδειξε πώς ο διαθρησκειακός διάλογος μπορεί να γεννηθεί από μια κοινή ιστορία πόνου και να μετατραπεί σε πορεία συμφιλίωσης. Στις συναντήσεις με μουσουλμάνους εκπροσώπους και επισκόπους, ο Πάπας επέμεινε στην κοινή ευθύνη για την οικοδόμηση της ειρήνης και στην ανάγκη ενός ρεαλιστικού διαλόγου, ικανού να αναγνωρίζει την εσωτερική ποικιλομορφία των θρησκευτικών κοινοτήτων και να προωθεί μια αυθεντική ενσωμάτωση στις τοπικές κουλτούρες.
Στην Αγκόλα, απευθυνόμενος στο διπλωματικό σώμα, ο Πάπας διεύρυνε την προοπτική σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο, υπογραμμίζοντας τις προκλήσεις που συνδέονται με συγκρούσεις και διαιρέσεις: «Η Αφρική έχει επείγουσα ανάγκη να υπερβεί καταστάσεις και φαινόμενα συγκρουσιακότητας και εχθρότητας… Μόνο μέσα από τη συνάντηση ανθίζει η ζωή. Στην αρχή είναι ο διάλογος». Σε αυτό το πλαίσιο, υπενθύμισε και τη διδασκαλία του Πάπα Φραγκίσκου, αναδεικνύοντας τη συνέχεια της διδασκαλίας τής σχετικής με τον διάλογο και την ειρήνη.
Στην Ισημερινή Γουινέα, τόνισε τις κοινές αξίες όπως η διαμόρφωση των συνειδήσεων και η κεντρικότητα του κοινού καλού, δηλώνοντας: «Σε έναν κόσμο πληγωμένο από την αυθαιρεσία, οι λαοί πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη», υιοθετώντας και την έκκληση του Πάπα Φραγκίσκου: «Σήμερα πρέπει να πούμε όχι σε μια οικονομία του αποκλεισμού και της ανισότητας. Αυτή η οικονομία σκοτώνει».
Στον συνολικό απολογισμό, ο Λέων ΙΔ΄ ανακάλεσε ρητά την κληρονομιά του Πάπα Φραγκίσκου, υπενθυμίζοντας τη δέσμευσή του για «την παγκόσμια αδελφοσύνη» και για «έναν αυθεντικό σεβασμό προς όλους τους άνδρες και όλες τις γυναίκες». Ολόκληρο το ταξίδι εμφανίζεται έτσι διαποτισμένο από ορισμένα ενοποιητικά θέματα: η αδελφοσύνη ως θεμέλιο της συνύπαρξης, η καταδίκη κάθε εργαλειοποίησης της θρησκείας και ο καθοριστικός ρόλος των θρησκευτικών ηγετών στη διαμεσολάβηση των συγκρούσεων.
Σε αυτή την προοπτική, οι εμπειρίες που βιώθηκαν στις διάφορες χώρες δεν παραμένουν απομονωμένες, αλλά συγκροτούν μια συνεκτική και συγκεκριμένη πρόταση για την προώθηση, στον σύγχρονο κόσμο, ενός διαθρησκειακού διαλόγου ικανού να στηρίξει την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και μια σταθερή συνύπαρξη μεταξύ των λαών.
ΠΗΓΗ: Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
