«Τα μυστήρια των Καθολικών είναι έγκυρα για την Ορθόδοξη Θεολογία;» του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ;
 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
 
Σε ένα προηγούμενο σημείωμά μας αναπτύξαμε το θέμα: «Γιατί η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει τα ιερά Μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας;». Η απάντηση και τα μηνύματα που λάβαμε υπήρξαν από κάθε άποψη θετικά. Εκθέσαμε αυτό που η Καθολική Εκκλησία, ήδη από τον τρίτο αιώνα μ. Χ., με αποκορύφωμα την Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, πιστεύει και διδάσκει για τους μη Καθολικούς. Και όσον αφορά στην «Αδελφή Ορθόδοξη Εκκλησία», αναγνωρίζει πλήρως την εγκυρότητα των ιερών Μυστηρίων της και επομένως την εκκλησιαστικότητά της.  
 
Δυστυχώς, δεν μπορούμε να  ισχυριστούμε το ίδιο και για την Ορθόδοξη Εκκλησία και τη θεολογία της, αναφορικά με τα Μυστήρια της Καθολικής Εκκλησίας και την εκκλησιαστική της υπόσταση. Και αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, διότι ένας κλάδος από την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας ακολούθησε μια μαξιμαλιστική και αυστηρή γραμμή σχετικά με τα κριτήρια εγκυρότητας των ιερών μυστηρίων και δεύτερον, διότι, δεδομένου της διοικητικής δομής των ορθοδόξων εκκλησιών, δεν υπήρξε για αυτές η δυνατότητα (όπως λ.χ. για την Καθολική Εκκλησία η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού), για να αποφασίσουν έγκυρα και οριστικά, σχετικά με αυτό το σπουδαίο εκκλησιολογικό θέμα: ποια, δηλαδή  είναι η εκκλησιολογική οντότητα των υπολοίπων  μη ορθοδόξων χριστιανών.
 
Η Μεγάλη και Αγία Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, 16 - 25 Ιουνίου 2016), από την οποία όλοι περιμέναμε κάποια εξέλιξη, επανάλαβε απλώς την κοινή μαξιμαλιστική πράξη των Ορθοδόξων Εκκλησιών.
 
Θα προσπαθήσουμε, σε δύο ενότητες, να εκθέσουμε τους ιστορικούς λόγους που εμπνέουν ακόμα και σήμερα, ένα μεγάλο μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία  δεν αναγνωρίζει την εγκυρότητα των Μυστήριων των μη ορθοδόξων, και επομένως και των Καθολικών. Σε μια δεύτερη ενότητα θα εκθέσουμε την σκέψη μερικών ορθόδοξων θεολόγων που προσεγγίζουν το θέμα αυτό, πολύ πιο θετικά. Θα αναφερθούμε κυρίως στην σκέψη του Νικολάου Νησιώτη, ενός από τους πιο αντιπροσωπευτικούς έλληνες ορθόδοξους θεολόγους στη Δύση. Το θέμα θα χρειαζόταν μεγαλύτερη εμβάθυνση, με περισσότερα στοιχεία, τα οποία έχουμε στη διάθεση μας, αλλά δεν είναι αυτός ο καταλληλότερος χώρος.                 
  
 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
 
 
Το θέμα της εγκυρότητας των μυστήριων των χριστιανών, που ανήκαν σε διαφορετικές εκκλησίες από τη δική τους (αιρετικοί ή σχισματικοί) δεν εμφανίστηκε πρόσφατα. Αντιμετωπίσθηκε ήδη από τον Γ΄ αιώνα του χριστιανισμού. Οι ποιμένες της Εκκλησίας έπρεπε να απαντήσουν σε μία απλή ερώτηση: Από τη στιγμή που, μαζί με την πρωταρχική Εκκλησία, υπήρχαν και άλλες ομάδες χριστιανών που είχαν αποσχισθεί απ’ αυτήν, αλλά συνάμα διεκδικούσαν τη γνησιότητα της πραγματικής Εκκλησίας του Χριστού, ποια ήταν η θέση των ποιμένων σχετικά με τα ιερά μυστήρια αυτών των ομάδων; Γι’ αυτούς, οι διάφορες αιρετικές ομάδες αποτελούσαν πραγματική εκκλησία; Και από τη στιγμή που ήταν το βάπτισμα, εκείνο που εισήγαγε στην πραγματική Εκκλησία, τι αξία είχε το βάπτισμα των αιρετικών, αλλά και των σχισματικών; Υπενθυμίζουμε πως οι αιρετικοί είναι αυτοί που δεν παραδέχονται κάποιο δόγμα της Εκκλησίας, ενώ οι σχισματικοί  είναι αυτοί που έχουν αποχωρήσει από την ενότητα μιας Εκκλησίας ή ενός Πατριαρχείου και έχουν δικούς τους επισκόπους, χωρίς όμως να αρνηθούν το κοινό δόγμα.         
 
 
Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΓΊΟΥ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
 
Η ιστορία της εκκλησίας, μας διδάσκει ότι στην Ανατολή και στη Δύση η  απάντηση αν οι ετερόδοξοι έχουν έγκυρα Μυστήρια, δεν ήταν πάντα ίδια. Η διδασκαλία για το ποιος ανήκε στη πραγματική Εκκλησία και ποιος δεν ανήκε, δεν ήταν ξεκάθαρη. Οι αποφάσεις που έχουν παρθεί στις διάφορες συνόδους, κυρίως όσον αφορά στην αξία του βαπτίσματος, ταλαντεύονταν μεταξύ νομοκανονικής αυστηρότητας (ακρίβειας)  και ποιμαντικής «οικονομίας».
 
Όπως γνωρίζουμε, κατά τη διάρκεια του Γ΄ αιώνα, σταθμός για την περαιτέρω στάση των δύο παραδόσεων, Ανατολής και Δύσης, έναντι στην εγκυρότητα ή όχι του βαπτίσματος των αιρετικών, υπήρξε η δογματική διαμάχη μεταξύ της Εκκλησίας της Ρώμης, με τον Πάπα Στέφανο από το ένα μέρος, και από το άλλο, αυτής της Καρθαγένης με τον Άγιο Κυπριανό, τον οποίο υποστήριζε ένα μεγάλο μέρος Εκκλησιών της Μ. Ασίας, σχετικά με το εάν έπρεπε να αναβαπτιστούν ή όχι οι Δονατιστές. Για τον Κυπριανό το βάπτισμα των αιρετικών ήταν άκυρο. Αντίθετα για τον Πάπα Στέφανο ήταν έγκυρο. Βέβαια, μετά το θάνατο του Κυπριανού, η Εκκλησία της Αφρικής θα ευθυγραμμιστεί με την παράδοση της Δύσης, ωστόσο το πρόβλημα δε θα ξεκαθαριστεί εντελώς, όσον αναφορά την Ανατολή.
 
Η αρχή που εμπνέει τον Άγιο Κυπριανό (περί το 200 – 258) για να δικαιολογήσει την απόφασή του να αναβαπτίσει τους αιρετικούς και τους σχηματικούς, είναι εκκλησιολογικής φύσης: «Το βάπτισμα δόθηκε στην Εκκλησία και υπάρχει μόνο σε αυτήν» (Ep. 73, 10). Πράγματι, ισχυρίζεται ο επίσκοπος της Καρθαγένης, μόνο η Εκκλησία κατέχει το Άγιο Πνεύμα, οι αιρετικοί, ακριβώς επειδή δεν ομολογούν την πραγματική πίστη, δεν κατέχουν το Άγιο Πνεύμα, το μόνο που χορηγεί τη Θεία Χάρη του βαπτίσματος και επομένως της σωτηρίας. Κατά βάθος, το  τελικό κριτήριο για την ορθόδοξη παράδοση, σχετικά με την εγκυρότητα του βαπτίσματος, είναι η δική της ορθοδοξία του δόγματος.
 
Όπως εκθέσαμε, στο προαναφερθέν άρθρο μας, το ανάλογο κριτήριο της Δύσης, εκτός από εκκλησιολογικό,  είναι και χριστολογικό. Υπενθυμίζουμε ένα μικρό μέρος αυτού του κειμένου.  Η πρακτική της Δύσης, αναφορικά με την εγκυρότητα των Μυστηρίων των ετεροδόξων εμπνέεται κυρίως από την θεολογία του Αγίου Αυγουστίνου. Για αυτόν: «Για να έχουμε το ιερό μυστήριο είναι επαρκής η επίκληση της Αγίας Τριάδας, όπως επιτάσσει ο Ιησούς στο Ευαγγέλιο. Γι’ αυτό, υπό την προϋπόθεση της επίκλησης της Αγίας Τριάδας, κατά τη χορήγηση του βαπτίσματος, ακόμη και εκτός της Καθολικής Εκκλησίας, μπορούμε να έχουμε το ιερό μυστήριο». Για τον Αυγουστίνο, η ενότητα και η αγιότητα του βαπτίσματος πηγάζουν απευθείας από τον Χριστό, διότι Αυτός είναι ο πρωταρχικός ιερουργός κάθε ιερού μυστηρίου, ως εκ τούτου, «το βάπτισμα είναι βάπτισμα όχι επειδή εξαρτάται από την αξία εκείνων που το χορηγούν, αλλά επειδή έχει αφ’ εαυτού του τη δική του αγιότητα και αλήθεια, εξαιτίας Εκείνου που το σύστησε» (Contra Cresconium, IV, 16, 19). «Ας βαπτίζει λοιπόν ο Πέτρος, είναι ο Χριστός που βαπτίζει· ας βαπτίζει ο Παύλος, είναι ο Χριστός που βαπτίζει· ας βαπτίζει ακόμη κι ο Ιούδας, είναι ο Χριστός που βαπτίζει» (In Io. Ev. 6, 6-8). Ωστόσο, για να έχουμε τα αποτελέσματα του βαπτίσματος πρέπει ο βαπτισμένος να ανήκει στο Σώμα του Χριστού, το οποίο ζωοποιείται από το Άγιο Πνεύμα. Ανήκουμε σε αυτό το Σώμα μόνο με την Αγάπη και την Ενότητα». 
 
Η διδασκαλία του Κυπριανού πέρασε στις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας  μέσω του Φιρμιλιανού (+ 268), επισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας και,  μπορούμε να πούμε, είναι αυτή που εμπνέει ακόμη και σήμερα, γενικά, τις ορθόδοξες Εκκλησίες.
 
 
Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ
 
 
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας (325) ενώ στον όγδοο Κανόνα αναγνωρίζει την εγκυρότητα των χειροτονιών των Ναυατιανών κι επομένως του βαπτίσματός τους, αντίθετα στον Κανόνα 19 υποχρεώνει να αναβαπτιστούν οι Παυλικιανοί. Η Σύνοδος της Νίκαιας άνοιγε έτσι μία μεσαία οδό μεταξύ της Καρθαγένης, όπου απαιτούσαν την αναβάπτιση όλων των αιρετικών και της Ρώμης, για την οποία ήταν αρκετό το να δεχθεί τους αιρετικούς να απαρνηθούν τα σφάλματά τους και να δεχθούν τη χειροθεσία. Το ίδιο ορίζει και η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Κων/πόλεως (381). Η Πενθέκτη Σύνοδος του Τρούλου (692) στον Κανόνα 95, επαναλαμβάνει αυτή τη διδασκαλία. Κατά την ίδια περίοδο έχουμε μία άλλη μαρτυρία προς σ’ αυτήν την κατεύθυνση: Ο Πατριάρχης Τιμόθεος διαχωρίζει τους αιρετικούς σε τρεις κατηγορίες:
 
«των δεομένων του αγίου βαπτίσματος
των μη βαπτιζομένων, χριομένων δε τω μύρω τω αγίω
των τε μήτε βαπτιζομένων μήτε χριομένων»
 
Το κριτήριο για την εγκυρότητα του βαπτίσματος των αιρετικών στη Δύση και σ’ ένα μέρος της Ανατολής (που αντανακλούσε ο Κανόνας 8 της Νίκαιας και οι άλλες μαρτυρίες που αναφέραμε), αφορούσε το αν αυτή η αίρεση αυτών των ομάδων δεν είχε ως αντικείμενο το βασικό δόγμα της χριστιανοσύνης: την Αγία Τριάδα,  επομένως, ομολογούσαν το Μυστήριο της Αγίας Τριάδας στο όνομα της οποίας χορηγείται το βάπτισμα σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου  (βλ. Μτθ. 28, 18-19).    
 
 
Ο ΆΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ  «ΚΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ»
 
 
Ο Άγιος Βασίλειος φέρνει ένα νέο και προσδιοριστικό στοιχείο για τη μετέπειτα εξέλιξη της εγκυρότητας ή μη του βαπτίσματος στη συνείδηση των Ανατολικών Εκκλησιών, την έννοια της «οικονομίας ένεκα των πολλών». Στην Α΄ κανονική Επιστολή του προς τον Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Μέγας Βασίλειος υπενθυμίζει τη διδασκαλία των Πατέρων. Διακρίνει τους αιρετικούς σε εκείνους που η Εκκλησία απορρίπτει εντελώς ως ξένο σώμα κι επομένως δεν παραδέχεται το βάπτισμά τους, και σε αυτούς που δε θεωρούνται εντελώς αποκομμένοι από τη χριστιανική κοινότητα και που επομένως τους αναγνωρίζεται το βάπτισμα. Αναφερόμενος στη περίπτωση των Καθαρών υπενθυμίζει ότι ο Κυπριανός και ο Φιρμιλιανός απέρριψαν την εγκυρότητα του βαπτίσματος όλων των αιρετικών, αλλά, προσθέτει, από τη στιγμή που μερικοί ποιμένες της Μ. Ασίας δέχονταν το βάπτισμα μίας κατηγορίας αιρετικών «οικονομίας ένεκα των πολλών», θα ήταν της γνώμης ότι είναι πιο σωστό να ακολουθεί αυτή η παράδοση (Επιστολή αρ. 188, PG 32, 669).
 
Κατά τη διάρκεια του βυζαντινού μεσαίωνα ο μεγάλος κανονολόγος Ζωναράς, αναφερόμενος στη Σύνοδο της Καρθαγένης (419) στην οποία η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων είχε ψηφίσει υπέρ της αναβάπτισης όλων των αιρετικών, παρατηρεί ότι «αυτές ήταν γνώμες Πατέρων που συντάχθηκαν με τον Μεγάλο Κυπριανό, αλλά δεν είχαν κάποια οριστική επιβολή, ούτε όσον αφορά όλους τους αιρετικούς ή τους σχηματικούς. Κι’ αυτό γιατί η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος πήρε διαφορετικές αποφάσεις» (Βλ. Γ. Α. Ράλλη, και Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων, τ. 2, Αθήνα 1853, 19).
 
Ακόμα και ο Μάρκος ο Ευγενικός (1392 – 1444), ο μεγάλος πολέμιος της ενωτικής Συνόδου της Φεράρας – Φλωρεντίας, αναγνώρισε την εγκυρότητα των μυστήριων της Καθολικής Εκκλησίας την οποία μάλιστα αποκαλεί «αδελφή Εκκλησία» (Βλ. Γ. Λαρεντζάκης, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και η ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης, Εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1999).
 
 
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΤΟΥ Ε΄ (1756)
 
Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία μέχρι την τέταρτη πατριαρχία του Κύριλλου του Ε΄ (1756), θεωρούσε έγκυρο το βάπτισμα των Καθολικών και των Διαμαρτυρομένων. Οι τοπικές Σύνοδοι της Κωνσταντινούπολης του 1484 και αυτή της Μόσχας του 1667 αναγνώριζαν το βάπτισμα των Καθολικών. Το ίδιο και η Ομολογία Πίστεως του Πατριάρχη Δοσίθεου (Βλ. Χ. Ανδρούτσου, Συμβολική εξ απόψεως ορθοδόξου, Θεσσαλονίκη 1963, 321). 
 
Ωστόσο, εξ αιτίας της ισχυρής παρουσίας των καθολικών μοναχών, κυρίως Καπουκίνων και Ιησουϊτών, στα νησιά του Αιγαίου, στην ίδια την Μικρά Ασία και σε άλλα μέρη, ένας μοναχός άρχισε να αμφισβητεί την εγκυρότητα του βαπτίσματος των Καθολικών. Ο Πατριάρχης Κύριλλος υιοθέτησε αυτή τη γνώμη και ανήγγειλε ότι όλα τα μυστήρια των καθολικών είναι άκυρα. Η ενδημούσα Σύνοδος (Σεπτέμβριος 1755) δε δέχθηκε αυτήν την απόφαση και επανέλαβε το σωστό της παραδόσεως. Ο Πατριάρχης καθαίρεσε τους συνοδικούς και τους εξόρισε. Με Τόμο, που στη συνεχεία εγκρίθηκε και από τους πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων,  όρισε - γράφει ο Ανδρούτσος - «όπως αναβαπτίζονται οι εκ των Δυτικών και Διαμαρτυρομένων προσερχόμενοι, και η πράξις αύτη κρατεί εν γένει και μέχρι της σήμερον». Όταν ο Ανδρούτσος γράφει «μέχρι της σήμερον» εννοούσε το 1901 όταν πρωτοεκδόθηκε η Συμβολική του. 
 
  
Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
Πράγματι, στα μεταγενέστερα χρόνια η πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας αναφορικά με την επανάληψη ή μη του βαπτίσματος των ετεροδόξων, που ασπάζονται την Ορθοδοξία, αλλάζει αισθητά ανάλογα με τις διάφορες Εκκλησίες και τις αυτοκεφαλίες. Στην ίδια απόφαση μπορεί να επέλθουν αργότερα αλλαγές. Οι διάφορες θεωρίες γύρω από την έννοια και την πρακτική της «οικονομίας» που κατά καιρούς έχουν διαμορφωθεί στον ορθόδοξο θεολογικό κόσμο, προσπαθούν να εξηγήσουν αυτή την τόσο διαφορετική πρακτική της Εκκλησίας για τα ίδια Μυστήρια και καμία φορά για το ίδιο πρόσωπο.
 
Συνοψίζοντας, απ’ αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή μπορούμε να βγάλουμε δύο αναμφισβήτητα συμπεράσματα: Η κοινή διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σήμερα, σχετικά με την εγκυρότητα του βαπτίσματος των «ετεροδόξων» είναι η ακόλουθη:  Τα Μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι τα μόνα έγκυρα και ικανά να παράγουν τη θεία χάρη της σωτηρίας επομένως θα έπρεπε να γίνεται η αναβάπτιση αυτών που μεταστρέφονται στην Ορθοδοξία, όμως «κατ’ οικονομία» μπορούν να γίνουν έγκυρα και αυτά που χορηγήθηκαν από ετερόδοξους και επομένως να μη βαπτιστούν, παρά να τους δοθεί μόνο το χρίσμα.   
 
 
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ (1925-1986)
 
 
Γενικά η σκέψη των ελλήνων θεολόγων, ακολουθεί μάλλον μία ενιαία γραμμή ως προς την εκκλησιολογική υπόσταση των ετεροδόξων. Οι περισσότεροι, κυρίως οι πιο παλαιοί, συμφωνούν γύρω από το γεγονός ότι η θεία χάρη ενεργοποιείται μόνο στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επομένως το βάπτισμα των ετεροδόξων είναι ανυπόστατο. «Κατ’ οικονομίαν», όμως μπορούν να γίνουν δεκτοί ορισμένοι απ’ αυτούς χωρίς να αναβαπτιστούν. Εκεί που συναντάμε κάποια διαφωνία είναι στη θεολογική εξήγηση το πως είναι δυνατό η «οικονομία» να μεταλλάξει τα μυστήρια από άκυρα σε έγκυρα.
 
Ο έλληνας θεολόγος που είχε το θάρρος και τη διανοητική δημιουργικότητα να επιχειρήσει μία πιο θετική προσέγγιση του προβλήματος ήταν ο Νικόλαος Νησιώτης,  μεγάλος Έλληνας θεολόγος γνωστότατος στη Δύση, αδικοχαμένος σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα το 1986.
 
 Κατά την πολύχρονη του θητεία στην οικουμενική κίνηση, είχε συχνά την ευκαιρία να ασχοληθεί με το ποιός ανήκει στην Εκκλησία. Ήταν πεπεισμένος ότι ο διάλογος, εκ των πραγμάτων δε θα είχε κανένα νόημα, εάν η κάθε Εκκλησία θεωρούσε τον εαυτό της αποκλειστικό φορέα της εκκλησιολογικής γνησιότητας,  αποκλείοντας τους υπόλοιπους χριστιανούς. Αντιμετώπισε άμεσα το ζήτημα σε μία μελέτη στα γαλλικά με τίτλο Lappartenance à lEglise (Βλ. «Επιστημονική Επετηρίς της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών», 22 (1975) 405-427. Τιμητικόν αφιέρωμα εις Βασίλειον Βελλάν. Εμείς έχουμε υπόψη μας το Ανάτυπο αυτής της εργασίας).
 
 
Η ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ
 ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΣ ΜΟΧΛΟΣ
 
 
Ο Ν. Νησιώτης τοποθετεί το όλο θέμα σε πιο γενικά πλαίσια της θεολογικής του αντίληψης. Η πνευματολογία και η εσχατολογία είναι γι’ αυτόν ο ερμηνευτικός μοχλός όλης της θεολογικής του προσπάθειας. Για να ξεπεραστεί η πόλωση που φέρνει τις χριστιανικές Εκκλησίες στο αδιέξοδο, «πρέπει να πλατύνουμε τους ορίζοντές μας, έχοντας ως αφετηρία μία εκκλησιολογική θέση εμποτισμένη από την καθολικότητα της χριστιανικής πίστης, από την χαρισματική έννοια της εκκλησιαστικής κοινωνίας και από την εσχατολογική προσμονή μίας οικουμενικής Εκκλησίας». Μόνο έτσι, μπορούμε να αποφύγουμε τα μειονεκτήματα της πολεμικής και αμυντικής στάσης που χαρακτήρισε ως τώρα τη θεολογία που ασχολήθηκε μ’ αυτό το θέμα.
 
Αυτή η θεολογία υποστηρίζει ότι τα μυστήρια των ετερόδοξων είναι άκυρα, αλλά «κατ’ οικονομία» μπορούν να γίνουν έγκυρα. Από ένα μέρος αρνείται τα μυστήρια που τελούνται έξω από τα κανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας και από το άλλο τα δέχεται «κατ’ οικονομία». Αυτό, όμως, οφείλεται μόνο στην συγκατάβαση της Εκκλησίας, που της επιτρέπει να ασκεί μία κάποια επιείκεια στην εφαρμογή των κανόνων της; Εάν στο βάπτισμα των ετερόδοξων δεν υπάρχει κάτι το οντολογικό, κάτι το πιο βαθύ που ξεπερνά την απλή υποκειμενική αγαθή θέληση των επί μέρους ποιμένων της Εκκλησίας, τότε, όπως λέει ο Florosvsky, γιατί να μην «είναι δυνατό, στο όνομα της οικονομίας, να δεχθούμε στην Εκκλησία τους Ιουδαίους και Μουσουλμάνους χωρίς βάπτισμα;». Αν αυτό είναι αδύνατο, και η οικονομία ισχύει μόνο για αυτούς που έχουν ήδη βαπτισθεί, έστω και σε μία μη ορθόδοξη κοινότητα, τότε πρέπει να συμπεράνουμε ότι έξω από τα όρια της ομολογιακής Εκκλησίας υπάρχει μία αντικειμενική θεία χάρη η οποία οδηγεί στη σωτηρία. Σε κάθε περίπτωση «η τακτική της Εκκλησίας δείχνει ότι απέχει από το να λύσει αυτό το πρόβλημα με σαφή τρόπο. Η νομοκανονική και η επίσημη θέση αποδεικνύουν ότι το ζήτημα πρέπει να μείνει ανοιχτό, εφόσον παρατηρείται ένα είδος ασυνέχειας μεταξύ της νομικιστικής λύσης και της μυστηριακής πραγματικότητας της εκκλησιολογικής κοινωνίας».
 
 
ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΙΣΤΙΚΗΣ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑΣ
 
Η Ορθόδοξη θεολογία για να ξεπεράσει τον καθαρά νομικιστικό τρόπο αντιμετώπισης των εκτός των ορίων της χριστιανών, θα μπορούσε, υποστηρίζει ο Ν. Νησιώτης, να εμπνευσθεί από ορισμένες ιδέες που αναπτύχθηκαν στην θεολογία της Καθολικής Εκκλησίας και απ’ αυτήν υιοθετήθηκαν επίσημα, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν vestigia ecclesiae και έξω από τα κανονικά της όρια. Η ομολογιακή Εκκλησία έχει την αυτοπεποίθηση, που προέρχεται από την πίστη, ότι αυτή παραμένει ποιοτικά στο κέντρο, αλλά ενσωματώνονται έμμεσα σ’ αυτήν, σε διάφορες ομόκεντρες βαθμίδες και οι υπόλοιπες χριστιανικές κοινότητες, ανάλογα με το βαθμό που πλησιάζουν στην δική της πίστη, μυστηριακή ζωή και ιεραρχική δομή.
 
Ένα άλλο σημείο που πρέπει να αντιμετωπισθεί με διαφορετικό τρόπο από την Ορθόδοξη ελληνική θεολογία είναι η παγκοσμιότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Για να ξεπεράσει τα στενά ομολογιακά της όρια, έχει στην παράδοσή της στοιχεία που μπορούν να την βοηθήσουν. Ο Ειρηναίος, ο Αθανάσιος, οι Καππαδόκες Πατέρες, ο Κύριλλος Αλεξάνδρειας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής κ.α. παρουσιάζουν τη Σάρκωση σαν ένα γεγονός που αφορά όλη την ανθρωπότητα. Η Σάρκωση έπρεπε να φανερωθεί σ’ ολόκληρη την πληρότητα της ζωής, στην πληρότητα των ανθρώπινων γενεών, για να μπορέσει όλη η πληρότητα να αγιαστεί. «Το Σώμα του Χριστού, λέει ο Γρηγόριος Νύσσης, είναι όλη η ανθρώπινη φύση με την οποία έχει ενωθεί» (PG 44, 1320 Β). Όμως Σάρκωση σημαίνει Απολύτρωση κι αυτή με τη σειρά της αγιαστική χάρη. Αυτή είναι και μία από τις έννοιες της «ανακεφαλαιώσεως των πάντων εν τω Χριστώ» που τόση σημασία έχει στον Παύλο και στον Ειρηναίο.
 
Ο Χριστός, ωστόσο, διοχετεύει τη χάρη διαμέσου της Εκκλησίας, παγκόσμιο σημείο σωτηρίας. Έτσι «για την Ορθοδοξία η σωτηρία θεωρείται όχι πρώτ’ απ’ όλα σαν άφεση αμαρτιών αλλά, θετικά, ως ενσωμάτωση του κόσμου όλου στην Εκκλησία, γιατί ο Λόγος σαρκώθηκε και όλοι είναι καλεσμένοι να συμμετέχουν σ’ Αυτόν εν Πνεύματι Αγίω».
 
Δεν πρόκειται, βέβαια, για μία «πανεκκλησιαστικότητα», παρατηρεί ο Ν. Νησιώτης. Μ’ αυτό θέλει να πει μόνο ότι η Εκκλησία είναι πιο μεγάλη από τα ίδια της τα νομοκανονικά όρια. Όλη η ανθρωπότητα, εσχατολογικά, πρέπει να τείνει προς αυτήν. Ήδη όμως, κατά κάποιο τρόπο, η Εκκλησία αγγίζει κάθε άνθρωπο, τον “αγιάζει”. Αυτό προφανώς συμβαίνει περισσότερο με αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό έστω και αν αυτή η πίστη τους δεν είναι πλήρης. Κάθε θεία και αγιάζουσα χάρη, σε τελευταία ανάλυση, προέρχεται από την μυστηριακή ύπαρξη της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτή η υπέρβαση των ορίων της Εκκλησίας «πραγματοποιείται από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, το οποίο, σαν ένα υπερηχητικό, διασχίζει κάθε φράγμα για να ενσωματώσει με τρόπο μυστικιστικό και μυστηριακό όλους τους ανθρώπους στην Εκκλησία».
 
Αυτές οι ιδέες που προέρχονται από την Αγία Γραφή και την Πατερική Θεολογία, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: Πρέπει να εγκαταλειφθεί μία στατική και ομολογιακή εκκλησιολογία για μία πιο δυναμική και χαρισματική εκκλησιολογία. Πράγματι η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, απόλυτο δώρο του Πνεύματος αλλά ταυτόχρονα και καρπός της ελεύθερης επιλογής μας: Είμαστε σώμα Χριστού αλλά και γινόμαστε συνεχώς σώμα Χριστού. Η ενσωμάτωση στην Εκκλησία αρχίζει με το βάπτισμα - χρίσμα και τελειοποιείται συνεχώς με την Ευχαριστία, το μυστήριο εκείνο που δημιουργεί συνεχώς την Εκκλησία. Αυτή η συνεχής δημιουργία της Εκκλησίας έχει ένα χαρακτήρα ισχυρά εσχατολογικό. Μόνο στο έσχατον, η ενσωμάτωσή μας στην Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί πλήρης.
 
Αυτές οι διαπιστώσεις δίνουν τη δυνατότητα στο Ν. Νησιώτη να βγάλει μερικά συμπεράσματα.
 
α) Το κανονικό δίκαιο είναι αναγκαίο αλλά δεν είναι το καθοριστικό στοιχείο για την συμμετοχή του ανθρώπου στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού.
 
β) «Υπάρχει στην Εκκλησία μία πραγματικότητα που ξεπερνά τα νομοκανονικά της όρια. Είναι η πραγματικότητα της «εκκλησιαστικότητας». Αυτή προκύπτει από το βάπτισμα που εισάγει σ’ αυτήν την εκκλησιαστική πραγματικότητα, από την ευχαριστιακή τελετουργία, από την ζωή των χαρισμάτων που φανερώνονται ως δυναμικοί δεσμοί ενότητας και ως διακονία στον κόσμο (ιεραποστολή, ευαγγελισμός, κοινωνική προσφορά για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη), και τέλος με την εσχατολογική αναμονή, το αλληλομοίρασμα της ίδιας ελπίδας του Χριστού, που εμψυχώνει την πίστη μας».
 
γ) Όλοι οι χριστιανοί που ανήκουν σε μία ιστορική Εκκλησία βασισμένη πάνω σ’ αυτά τα στοιχεία, συμμετέχουν αναπόφευκτα σ’ αυτή την πραγματικότητα που ονομάζουμε «εκκλησιαστικότητα».
 
δ) Αυτό δε σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να πάψει να θεωρεί τον εαυτό της σαν την πραγματική Εκκλησία του Χριστού: «Πρέπει να πιστεύουμε ότι ανήκουμε στην μόνη και αδιάσπαστη πραγματική Εκκλησία των Αποστόλων όπως την πιστεύουν οι Ορθόδοξοι. Αυτή η πίστη, όμως, δεν έχει αποκλειστικό χαρακτήρα, πρόκειται για μία διαπίστωση. Λέει ότι περιέχει η ορθόδοξη πίστη όταν πιστοποιεί και διαβεβαιώνει την ενσωμάτωση της στην Εκκλησία. Αλλά αυτή η πίστη δεν πρέπει να μας εμποδίσει να συλλάβουμε την ενσωμάτωσή μας ως μία συν-ενσωμάτωση σε μία πραγματικότητα πέρα από τα νομοκανονικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, (συν-ενσωμάτωση) που μοιραζόμαστε μαζί με τα άλλα μέλη του Σώματος του Χριστού που διατηρούν τα ίδια με μας οικουμενικά στοιχεία» (πίστη στο Χριστό και το μυστήριο της Αγίας Τριάδας, Αγία Γραφή, Μυστήρια...).
 
ε) «Η Εκκλησία οντολογικά είναι μία και μπορεί να τη βιώσουμε δυναμικά στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής-διακοινωνικής της διάστασης. Η αμοιβαία αναγνώριση αυτής της εκκλησιαστικότητας βρίσκεται στη βάση της ενδόμυχης ανανέωσης κάθε Εκκλησίας και οδηγεί, με την ενέργεια της χάρης του Θεού, προς την ενότητα».
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
 
Νομίζουμε πως ο Ν. Νησιώτης ανοίγει ένα δρόμο πολύ πιο θετικό για να μπορέσει η ελληνική θεολογία να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται στον τομέα του οικουμενισμού. Αυτό είναι επιτακτικό για πολλούς λόγους. Πρώτα και κύρια για να μπορέσει ο διάλογος να έχει ένα αύριο.
 
Όταν η ορθόδοξη θεολογία υποστηρίζει ότι ακολουθεί την παράδοση, πρέπει να αποσαφηνίσει ότι ακολουθεί μία συγκεκριμένη παράδοση, αυτή του Κυπριανού. Και στην Ανατολή ακόμη, όπως είδαμε στην ιστορική αναδρομή, δεν συμφωνούσαν όλοι με το ριζοσπαστικό τρόπο με τον οποίο ο Κυπριανός και οι υποστηρικτές του αντιμετώπιζαν τους αιρετικούς. Η παράδοση του Αυγουστίνου και της Εκκλησίας της Ρώμης έχει, τουλάχιστον, τόση αξία όσο αυτή της Εκκλησίας της Αφρικής η οποία μάλιστα, στη συνέχεια, ευθυγραμμίστηκε με την πράξη της Ρώμης.
 
Όχι μόνο ο Ν. Νησιώτης έχει διαφοροποιηθεί από την επίσημη, αρνητική στάση της ορθόδοξης θεολογίας έναντι των μυστηρίων των ετεροδόξων, αλλά και αρκετοί ορθόδοξοι θεολόγοι, έξω από τον ελλαδικό χώρο, εμπνέονται από διαφορετικές εκκλησιολογικές αρχές.
 
Σαν παράδειγμα αναφέρουμε τον G. Florowsky (Βλ. The limits of the Church, στο «The church Quart. Rev.». 117 (1933) 117-131. Το ίδιο στα γαλλικά στο «Messager de l’ Esarchat du Patriarcat russe en Europe occidentale», 37 (1961) 28-40).
 
Για τον G. Florowsky, πολλά προβλήματα προκύπτουν, γιατί δε θεωρούμε στα σοβαρά την Εκκλησία ως «Σώμα Χριστού»: «Η Εκκλησία παρουσιάστηκε πολύ συχνά, μάλλον, σαν μία κοινότητα εκείνων που πιστεύουν στο Χριστό και Τον ακολουθούν και όχι σαν Σώμα Του, στο οποίο ο ίδιος υπάρχει συνεχώς ως ενεργός και δρα ‘‘δια του Πνεύματος’’, για να ‘‘ανακεφαλαιώσει’’ τα πάντα εν Εαυτώ... Έτσι, πολλοί θησαυροί της πατερικής παράδοσης, στην πραγματικότητα, έχουν χαθεί για τη σύγχρονη θεολογία ή έχουν αγνοηθεί από μέρους της, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση». «Η ‘‘ενότις ημών εν τω Πνεύματι’’ είναι ακριβώς η ‘‘ενσωμάτωσή’’ μας στο Χριστό, που είναι η έσχατη πραγματικότητα μίας χριστιανικής ύπαρξης». Στο πλαίσιο μίας τέτοιας εκκλησιολογίας δεν είναι εύκολο να υποστηριχθεί η θεωρία της «κατ’ οικονομίας».
 
Υπενθυμίζουμε ακόμα τον P. Evdokimov: «Εμείς ξέρουμε, γράφει με κάποια ειρωνεία, που είναι η Εκκλησία, αλλά δεν μας έχει δοθεί να κρίνουμε και να πούμε πού δεν είναι η Εκκλησία». Ο Ρουμάνος ορθόδοξος θεολόγος Ion Bria, παραδέχεται ξεκάθαρα ότι οι μη ορθόδοξοι, όπως οι αγγλικανοί και οι καθολικοί, αποτελούν το πλήρωμα της Εκκλησίας (Βλ. I. Bria, «Intercommunion et unité», εις Istina 14 (1969) 234.
 
Ελπίζουμε, πως κάποτε, όλοι οι χριστιανοί θα βρούμε έναν κοινό παρανομαστή, και θα αναγνωρίσουμε πως, με όλες μας τις διαφορές, η κοινή πίστη μας στο Χριστό, μας καθιστά αδέλφια, παιδιά του ενός και μοναδικού Θεού Πατέρα. Αλίμονο αν, μετά από 20 αιώνες χριστιανισμού, θέλουμε ακόμα να περιορίσουμε τόσο δραστικά, με νομοκανονικά όρια την Εκκλησία, Σώμα του Χριστού, Λαό του Θεού και Ναό του Αγίου Πνεύματος. Θα έπρεπε κανείς να αρχίζει να αμφιβάλλει για την αποτελεσματικότητα της Λύτρωσης. Μήπως, σε μία εποχή, που το Ισλάμ κινητοποιείται όλο και περισσότερο, οι χριστιανοί, αντί να κλείνονται αλαζονικά στον εαυτό τους, πρέπει να ανοιχτούν στην οικουμενικότητα του Πνεύματος και να ευαισθητοποιηθούν από την κρισιμότητα των καιρών;
 
 
 + Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian