«Ποιοι είναι οι μοναχοί και τη ρόλο παίζουν μέσα στη χριστιανική κοινότητα» του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

Ποιοι είναι οι μοναχοί και τη ρόλο παίζουν μέσα στη χριστιανική κοινότητα
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Υπάρχουν δύο διαμετρικά αντίθετες γνώμες σχετικά για τη μοναχική ζωή και για τους μοναχούς και μοναχές γενικά. Είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως κάποιος διαλέγει αυτόν τον τρόπο ζωής για να αποσυρθεί από τον κόσμο αυτόν τον κακό και έτσι να σώσει την ψυχή του. Μια άλλη γνώμη είναι η εξής: ο μοναχός και η μοναχή αποσύρονται  από τα εγκόσμια για να αφιερωθούν πιο ελεύθερα στην υπηρεσία του Θεού και των αδελφών. Εν μέρει αληθεύουν και οι δύο αυτές οι εικασίες, αλλά η ουσία του μοναχισμού δεν συνίσταται σε αυτές.
Για δύο λόγους, πρώτα διότι δεν διαλέγουν αυτοί την μοναχική ζωή, αυτ’η είναι ένα χάρισμα, ένα κάλεσμα, (μια κλήση) που το Άγιο Πνεύμα απευθύνει σε κάποιους χριστιανούς με απώτερο σκοπό να συμβάλουν, με το ιδιαίτερο αυτό χάρισμα, στην ανοικοδόμηση της Εκκλησίας. Δεύτερο διότι, στα πλαίσια της Εκκλησίας ως «κοινότητας – κοινωνίας», οι μοναχοί δεν αποσύρονται από τον κόσμο, αλλά εισχωρούν μέσα σε αυτόν και με το ιδιαίτερο χάρισμα τους, δίνουν μαρτυρία για την ριζοσπαστικότητα του Ευαγγελίου που αφορά κάθε βαπτισμένο.
 
Η Δογματική Διάταξη της Β’ Συνόδου του Βατικανού, Περί Εκκλησίας (Lumen Gentium Φως των Εθνών), έτσι περιγράφει την ουσία της μοναχικής ζωής: «Με τις μοναχικές υποσχέσεις ή άλλες παρόμοιες ιερές δεσμεύσεις, ο πιστός αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί τις τρεις ευαγγελικές συμβουλές. Δίδεται πλήρως στο Θεό, τον οποίον αγαπά πάνω από κάθε τι, ώστε κατά καινούργιο και ιδιαίτερο τρόπο να αφιερώνεται στην υπηρεσία και στη δόξα του Θεού. Ήδη με το βάπτισμα πέθανε ως προς την αμαρτία και καθιερώθηκε στον Θεό, για να μπορέσει να καρπωθεί με μεγαλύτερη αφθονία τους καρπούς της χάρης του βαπτίσματος, με την ομολογία των ευαγγελικών συμβουλών μέσα στην Εκκλησία προτίθεται να ελευθερωθεί από τα εμπόδια που θα μπορούσαν να τον αποσπάσουν από τη θέρμη της αγάπης και από την τελειότητα της θείας λατρείας, και αφιερώνεται βαθύτερα στην υπηρεσία του Θεού. Η αφιέρωση τέλος θα είναι τελειότερη όσο δεσμοί σταθερότεροι και μόνιμοι θα αναπαράγουν περισσότερο την εικόνα του Χριστού, ενωμένου με τη νύμφη του την Εκκλησία με δεσμό αδιάλυτο» (αρ. 44).
 
Από αυτήν την περιγραφή της μοναχικής ζωής μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο μοναχός δεν είναι άλλο από τον «βαπτισμένο», ο οποίος με μέσα πιο ριζοσπαστικά (οι ευαγγελικές συμβουλές: αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη) επιθυμεί να δοθεί πλήρως στο Θεό και στους αδελφούς, δηλαδή να πραγματοποιήσει την ευαγγελική εντολή: «Θα αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη σου την καρδιά και με όλη σου την ψυχή και με όλο σου το νου και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Ματ. 22, 37.39). Ο μοναχός, είναι αυτός ο οποίος, κυρίως τουλάχιστο στην Δυτική παράδοση, επιθυμεί, μέσα στην κοινότητά του, να γίνει ζωντανό σημείο της Εκκλησίας ως ιερό μυστήριο κοινωνίας.
Αλλά ας αντλήσουμε από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, κυρίως της Ανατολικής παράδοσης, πως αντιλαμβάνονταν την μοναχική ζωή στους πρώτους αιώνες της ανάπτυξης του.
 
Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΠΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ  «αυθεντικός  ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ»
 
Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν κοινή η πεποίθηση ότι ο ασκητισμός και ο μυστικισμός είναι πραγματικότητες αναγκαίες είτε για τους μοναχούς, που ζουν έναν δικό τους τρόπο ζωής (αναχωρητικό), είτε για τους λαϊκούς, που βιώνουν αυτές τις πραγματικότητες στον κόσμο. Ο διαχωρισμός μεταξύ ευαγγελικών εντολών και ευαγγελικών συμβουλές ή παραινέσεις (αγαμία, υπακοή, ακτημοσύνη), που αναπτύχθηκε αργότερα στη Δύση, είναι άγνωστη την εποχή αυτή. Ο χριστιανισμός, πράγματι, στην ουσία του σημαίνει μυστική ένωση με το Θεό και σ’ αυτό συνίσταται η σωτηρία. Αυτή η ένωση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε επίπεδο προσωπικό μόνο με την αγάπη, η οποία έγκειται στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου, σύμφωνα με το πνεύμα της επί του Όρους Ομιλίας.
 
Κατά τους μεγάλους διδασκάλους του μοναχισμού, οι μοναχοί είναι εκείνοι που θέλουν να είναι πραγματικοί χριστιανοί, που διάγουν μια ζωή σύμφωνη με το ευαγγέλιο ή που αναζητούν το μοναδικό αναγκαίο αγαθό (βλ. Λουκ. 10, 42). Πρόκειται προφανώς για την αυθεντική χριστιανική ζωή κοινή για όλους τους βαπτισμένους.
 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ξεκινώντας από την απόλυτη προσταγή του Ευαγγελίου «να είστε τέλειοι όπως ο ουράνιος Πατέρας σας είναι τέλειος» (Μτ, 5,48), απαιτούν από όλους τους βαπτισμένους  μια αγιότητα που δεν είναι  κατώτερη από εκείνη των μοναχών. Ο ζήλος του μοναχισμού για την εκπλήρωση αυτής της προσταγής θεωρήθηκε ως παραδειγματική για όλους τους χριστιανούς. Ο ριζοσπαστισμός της μοναστικής ζωής δεν είναι επομένως αποκλειστικός, αλλά μόνο ενδεικτικός.
 
Για τον Άγιο Ιωάννη  Χρυσόστομο (344/354 – 407) δεν υπάρχουν δυο χριστιανικά ιδανικά: ένα για όλους και ένα άλλο, τελειότερο, για τους μοναχούς. Υπάρχει μόνο ένα ιδανικό, στο οποίο πρέπει να τείνουν με τον ίδιο ζήλο και οι λαϊκοί και οι μοναχοί: αυτό των Μακαρισμών της επί του Όρους Ομιλίας. Για αυτόν ο μοναχός αναγγέλλει ότι ο χριστιανισμός στην ουσία του και στο δίδαγμα του δεν είναι ουτοπία, γιατί με τη ζωή της φτώχειας, παρθενίας και υπακοής, υπερβαίνει το φυσικό τρόπο ζωής του ανθρώπου και γίνεται ένα σημείο, μια ζωντανή ένδειξη του ερχομού της Βασιλείας του Θεού, δείχνει δηλαδή ότι κάτι το ξεχωριστό έχει συμβεί στον άνθρωπο αυτό, σ’αυτή τη γυναίκα, που ζουν «τέτοιο αφύσικο τρόπο ζωής» μέσα στα πλαίσια της μοναχικής ζωής. Ένας τέτοιος τρόπος ζωής δεν οφείλεται σ’έναν άνθρωπο εγκαταλελειμμένο στις δυνάμεις του και μόνο. Χάρη σ’αυτό το σημείο, ο μοναχισμός γίνεται όχι μόνο χρήσιμος αλλά και απαραίτητος για τη ζωή της Εκκλησίας. Έτσι λοιπόν η πραγματική κλήση του μοναχού έγκειται στο γεγονός του να φανερώνει μπροστά στον κόσμο την πραγματικότητα της σωτηρίας και τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους και αυτό το πραγματοποιεί, βιώνοντας το ευαγγελικό ιδεώδες.
 
Για τον Μέγα Βασίλειο (329 – 379), η ζωή της μοναχικής κοινότητας αποτελεί απλώς ένα ευνοϊκότερο κλίμα για να μπορέσει κανείς να πλησιάσει το χριστιανικό ιδεώδες και δεν αποτελεί ένα χώρισμα από τους άλλους πιστούς. Οι απαιτήσεις της μοναχικής ζωής πηγάζουν από την κλήση του βαπτίσματος, που  οδηγεί τον πιστό στο ν' αγαπά το Θεό πάνω απ'όλα και απ'όλους. Αυτή η απαίτηση πρέπει να τείνει σε μία συνεχή μεταστροφή, γιατί το ν'αγαπάμε με αυτό τον τρόπο το Θεό δεν είναι κάτι το φυσιολογικό για την ανθρώπινη αδυναμία. Αυτή η ριζοσπαστικότητα της αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον εκφράζεται ακριβώς μέσω του ριζοσπαστικού τρόπου με τον οποίο ο μοναχός ζει τη μοναστική κοινοβιακή του ζωή, δηλαδή την ζωή του μέσα στην κοινότητα.
 
Η «ΛΑΪΚΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ
 
Από αυτά ειπώθηκαν μέχρι τώρα, προκύπτει επίσης η «λαϊκότητα» της μοναστικής ζωής, σύμφωνα με την οποία οι μοναχοί δεν αποτελούσαν μια ξεχωριστή κατηγορία στην Εκκλησία (κλήρος, μοναχός, λαϊκός), αλλά είανι αυτοί που έδιναν στη χριστιανική τους υπόσταση μεγαλύτερη σημασία από τους άλλους. Οι μοναχοί θεωρούνταν απλά «χριστιανοί που ήθελαν να σωθούν».
 
Εξαιτίας του γεγονότος ότι η ζωή του αποτελούσε μια πιστή τήρηση του Ευαγγελίου, ο μοναχός δεν θεωρήθηκε ως «διαφορετικός» από τον απλό χριστιανό, αλλά απλώς «πραγματικός» χριστιανός. Ο μοναχισμός – όχι ο απλός μοναχός– αποτελούσε για τον Άγιο Παχώμιο, ιδρυτή της κοινοβιακής μοναχικής ζωής (292 – 348)  μια πιο ευνοϊκή συνθήκη για να ζήσει κανείς την ριζοσπαστικότητα της χριστιανικής ζωής. Δεν βρίσκουμε σ’ αυτόν και στη διδασκαλία του έναν θεολογικό και ηθικό δυαδισμό. Για το μοναχό και το λαϊκό δεν υπάρχει παρά μία μοναδική εντολή: η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον. Μόνο ο τρόπος και τα μέσα για να φτάσει κανείς σε αυτό το σκοπό διαφέρουν για τον έναν και τον άλλο. Ο μοναχός, επομένως, δεν είναι πιο τέλειος από τον απλό χριστιανό μόνο επειδή τηρεί τις διάφορες υποχρεώσεις της μοναχικής του ταυτότητας (αγαμία, πτωχεία, άσκηση, συνεχή προσευχή...), αλλά επειδή υποχρεώνεται, μέσω της τήρησης όλων αυτών, να εκπληρώνει εκούσια και ριζικά την εντολή της αγάπης προς το Θεό και τον πλησίον. Και όλα αυτά δεν τα βιώνει ως μια κατάσταση αριστοκρατίας της «τελειότητας», αλλά απλά ως μέσο για να αποκτήσει την ίδια τη σωτηρία. Ο Παχώμιος αναφέρεται στις μοναστικές αρετές με όρους σωτηριολογικούς: «Να υπακούς όλο και περισσότερο στο Θεό και αυτός θα σε σώσει».
 
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (332 – 395). Αυτός έγραψε ένα έργο αφιερωμένο στο μοναχό Ολύμπιο με τίτλο: Περί τελειότητας και όποιον χρή είναι τον Χριαστιανόν». Αυτό το πέρασμα από τους μοναχούς σε όλους τους πιστούς υπογραμμίζει το βασικό δεδομένο, ότι δηλαδή και οι μεν και οι δε προορίζονται για την ίδια αγιότητα. Το θέμα που πραγματεύεται είναι το ίδιο, και είναι ακόμη εξαιρετικά επίκαιρο: η ιδιότητα του «χριστιανού». Σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο, αυτή η ιδιότητα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί μια απλή ετικέτα ή μια μάσκα για στολισμό, αλλά πρέπει να εισχωρήσει στα ενδότερα της ψυχής και να γίνει ένας πραγματικός κανόνας ζωής, που πρέπει να πραγματώνεται μέσω της μίμησης του Χριστού. Όποιος θέλει να είναι χριστιανός όχι με τα λόγια αλλά με τις πράξεις πρέπει να προσπαθήσει να ενσαρκώσει μέσα του όλες τις αρετές που είναι παρούσες στο Χριστό». Με άλλα λόγια, όπως λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, δεν μπορεί κανείς να «είναι χριστιανός κατά το ήμισυ» (Ιωάννης Χρυσόστομος, Kατά Ιουδαίων Λόγοι, Ι,4: PG 48, 849 C ).
 
Ο άγιος Βασίλειος σκόπιμα αρνείται να παρουσιάσει τον μοναχισμό σαν μια ιδιαίτερη κοινωνία παράλληλη στην Εκκλησία ή, έστω, μέσα στους κόλπους της. Στα γραπτά του απευθύνεται αδιάκριτα στους χριστιανούς, στους βαπτισμένους, στα μέλη του Χριστού,. αποφεύγει όλους τους τεχνικούς όρους που θα μπορούσαν να παρουσιάσουν τους μοναχούς ως μια αυτόνομη κατηγορία χριστιανών, γι’ αυτό και αποκαλεί τόσο τους μοναχούς, όσο όλους του βαπτισμένους με την απλή προσφώνηση «αδελφέ». Γι’ αυτόν, ο μοναχισμός είναι μια μορφή ζωής πιο κατάλληλη για να βιώσει κανείς τον ευαγγελικό ριζοσπαστισμό. Γι’ αυτόν «μοναδικός... είναι ο τρόπος ζωής του χριστιανού, αφού η ζωή του έχει ένα μοναδικό σκοπό: τη δόξα του Θεού» (Όροι κaτά πλάτος, 20, 2).
 
Όπως στον Άγιο Βασίλειο, και στον Ψευδο-Μακάριο (4ος αιώνας), οι μοναχοί αποκαλούνται σπάνια με τον τεχνικό όρο μονάζοντες και στην πραγματικότητα ποτέ μοναχοί, αλλά απλά «χριστιανοί» που ακολουθούν σοβαρά τις «εντολές του Κυρίου» και ζουν μαζί όχι στο μοναστήριον ή στη μονή, αλλά στην «αδελφότητα», ή στο «μοναστήρι της αδελφότητας.
 
Ο «ΚΑΝΟΝΑΣ» ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ: Η ΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
 
Οι μεγάλοι Πατέρες του μοναχισμού, στην αρχή,  δεν θέλησαν να γράψουν ένα ιδιαίτερο κανονισμό για τους μοναχούς. Η μοναστική ζωή από την αρχή είχε κατανοηθεί ως πιστή τήρηση της Αγίας Γραφής. Έτσι, παραδείγματος χάρη, για τον αποκαλούμενο Κανόνα του αγίου Παχώμιου η μοναστική ζωή δεν έπρεπε να είναι τίποτα άλλο από μια πραγμάτωση της Γραφής, ένας πιο ριζικός τρόπος βίωσης της Βίβλου και ιδιαίτερα του Ευαγγελίου. Το βασικό κείμενο της μοναστικής ζωής του Παχώμιου δεν είναι ένας κανόνας ανθρώπινης ή αγγελικής προελεύσεως. Είναι η Αγ. Γραφή: αυτή είναι ο πρώτος κανόνας και με αυτόν τον τρόπο ο μοναδικός κανόνας του μοναχού. Από τη μύησή του στον μοναχισμό, αυτός απομνημονεύει μεγάλα κομμάτια της Αγ. Γραφής, τα οποία στοχάζεται, δηλαδή απαγγέλλει από μνήμης, χαμηλόφωνα, στη διάρκεια όλης της μέρας και συχνά και τη νύχτα, ενώ περπατά, εργάζεται ή κάνοντας οτιδήποτε άλλο. Αυτή είναι η βασική μορφή προσευχής: επαφή με το Θεό μέσω του μυστηρίου του Λόγου του Θεού. Και όταν το πρωί και το βράδυ βρίσκεται στη Σύναξη για την τέλεση της Αγίας Ευχαριστίας με τους αδελφούς του, επικοινωνεί μαζί τους με την ίδια προσευχή, «μηρυκάζοντας» το Λόγο του Θεού.
Το έργο του Βασιλείου, αυτό που σήμερα ονομάζεται «Κανόνες» (Όροι), δεν είναι τίποτε άλλο παρά απαντήσεις βασισμένες στην Βίβλο σε ερωτήματα που έθεταν οι μοναχοί. Γι'αυτόν μόνο η Γραφή έπρεπε να αποτελεί τον κανόνα και νόμο για τους μοναχούς. Ποτέ δε θα είχε σκεφθεί να δώσει τους δικούς του κανόνες στους μοναχούς και να γίνει αυτός ο ίδιος η αυθεντία των μοναχών.
 
Ο ΜΟΝΑΧΟΣ «υπηρέτης »  ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
 
Ο πρωταρχικός μοναχισμός εντοπίζει την ουσία του μοναχισμού στην διακονία, την οποία καλούνται να ασκήσουν κυρίως οι ηγούμενοι.
 
Ο μοναχός, όπως ο Χριστός, πρέπει να γίνει δούλος όλων. Να τί είναι η υποταγή, μια αρετή που χαρακτηρίζει την ουσία της ζωής των μοναχών. Αυτή η υπακοή πρέπει να είναι ολοκληρωτική και εκδηλώνεται στην εργασία για τους αδελφούς και στο να θεωρεί κανείς τον εαυτό του ελάσσονα σε σχέση με όλους. Η εξουσία του ηγουμένου, όπως την αντιλαμβανόταν ο Άγιος Παχώμιος, δεν μπορεί να κατανοηθεί παρά μόνο σε συνάφεια με αυτή τη βαθιά χριστιανική έννοια της “διακονίας”. Ο Παχώμιος θεωρείται ο ταπεινός υπηρέτης όλων των αδελφών του και θα αντιδράσει έντονα κάθε φορά που θα θελήσουν να τον αντιμετωπίσουν με μια ιδιαίτερη συμπεριφορά ως ηγούμενο. Όλη η οργάνωση των οίκων και των ανώτερων και κατώτερων... έχει ακριβώς ως λόγο ύπαρξης τη διακονία των αδελφών... Συνεπώς, η υπακοή δεν έχει μόνο ασκητικό ή εκπαιδευτικό σκοπό, αλλά έχει πάντα μια κατεύθυνση κοινοτική, υπηρετεί την κοινότητα. Σε όλους τους κανονισμούς και τις διδασκαλίες που απευθύνουν στους μοναχούς, οι μεγάλη δάσκαλοι της μοναχικής ζωής, αναφέρονται στο επεισόδιο που μας διηγείται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο Μυστικό Δείπνο όταν ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των Αποστόλων, για να υπογραμμίσουν την ιδιαίτερη κλήση των μοναχών να υπηρετούν τους άλλους. Να είναι δηλαδή όχι κύριοι, αλλά δούλοι των άλλων.
Η μοναχική κοινότητα «εικόνα» της Εκκλησίας ΜΥΣΤΗΡΙΟ κοινωνίασ
 
Μέχρι εδώ προτιμήσαμε να αναφερθούμε στην μαρτυρία των Πατέρων της χριστιανικής Ανατολικής παράδοσης γιατί ο μοναχισμός έκανε την εμφάνιση  του και αναπτύχτηκε σε αυτήν την περιοχή. Στη Δύση μετά από τη Σύνοδο του Τρέντο (1545,  1563)  ο μοναχισμός πίρε μια διαφορετική κατεύθυνση, ιδρύονται μοναχικά τάγματα τα οποία εμπνέονται, όσο αφορά την πνευματικότητα και την δράση τους, από ένα ιδιαίτερο «χάρισμα». Ο ιδρυτής τους ιδρύει ένα μοναχικό τάγμα για ένα σκοπό,  για την μόρφωση των φτωχών, για την περίθαλψη των ασθενών, για το κήρυγμα του Ευαγγελίου…   Υπογραμμίζεται δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, περισσότερο το κάνω παρά το είμαι.
 
Σήμερα, μετά τη Β’ Σύνοδο του Βατικανού, όλο και περισσότερο η μοναχική κοινότητα θεωρείται ως η ζωντανή εικόνα της Εκκλησίας ως Μυστήριο Κοινωνίας.    
 
Πράγματι η Β’ Σύνοδος του Βατικανού δημιούργησε μία μεγάλη αλλαγή όσον αφορά στη σύλληψη της Εκκλησίας. Ενώ πρώτα η Εκκλησία εθεωρείτο κυρίως ως «θεσμός», ως «ιεραρχική δομή», τώρα, πρωτίστως θεωρείται ως «μυστήριο κοινωνίας» (Βλ. Δογματική Διάταξη Περί Εκκλησίας Lumen Gentium , αρ. 1, 4). Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας επηρέασε και τα μοναχικά τάγματα. Η κοινωνία των πρόσωπων της μοναχικής κοινότητας, με την αμοιβαία αγάπης των μελών τους, πρέπει να φανερώνει στο κόσμο πως οφείλει  υπαρξιακά να είναι η Εκκλησία. Η μοναχική κοινότητα πρέπει να είναι μέσα στην τοπική Εκκλησία μια αυθεντική μικρή Εκκλησία,  εικόνα της Αγίας Τριάδας. Όλη η Εκκλησία είναι καλεσμένη να ζήσει αυτό το μυστήριο κοινωνίας διότι όλη η Εκκλησία είναι εικόνα της Αγίας Τριάδας. Η  Lumen Gentium, επαναλαμβάνοντας τα περίφημα λόγια του Αγίου Κυπριανού, δίνει αυτό τον ορισμό για την Εκκλησία, «Η Παγκόσμια Εκκλησία παρουσιάζεται σαν ένας λαός συναθροισμένος στην ενότητα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (LG, 4). Η μοναχική κοινότητα είναι καλεσμένη, με ιδιαίτερο τρόπο να πραγματοποιήσει στην καθημερινή της ζωή αυτό το «ιερό μυστήριο κοινωνίας». 
 
Τα ντοκουμέντα της Εκκλησίας το επιβεβαιώνουν. Μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση «Η Αφιερωμένη Ζωή» του Πάπα Ιωάννου Παύλου του Β’ της 25 Μαρτίου 1996, αναφέρει: «Ένα σημαντικό ρόλο ενέχουν τα αφιερωμένα άτομα και στο εσωτερικό της τοπικής Εκκλησίας. Είναι αυτή μια όψη, που, έχοντας ως αφετηρία τη συνοδική διδασκαλία της Εκκλησίας ως ιερό μυστήριο «κοινότητας - κοινωνίας»,  και των τοπικών Εκκλησιών ως μέρος του λαού του Θεού, στις «οποίες είναι πράγματι παρούσα και δρώσα η Εκκλησία του Χριστού, Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική» (αρ. 48).
 
Προηγουμένως, στον αρ. 46, το ίδιο ντοκουμέντο διδάσκει:  «Υπό το φως της διδασκαλίας της Εκκλησίας ως κοινότητα – κοινωνία,  που  τόσο δυναμικά προτάθηκε από τη Β’ Βατικανή Σύνοδο, η αφιερωμένη ζωή έχει να αποτελέσει μια μεγάλη αποστολή: στα άτομα της αφιερωμένης ζωής ζητείται πραγματικά να βιώνουν το Μυστήριο αυτό της Εκκλησίας ως κοινότητα - κοινωνία και να βιώνουν την πνευματικότητα (της μοναχικής ζωής) ως  άτομα που δίνουν μαρτυρία και  ζουν το  θεϊκό "σχέδιο κοινωνίας" που αποτελεί το αποκορύφωμα της ιστορίας του ανθρώπου έτσι όπως το θέλησε ο Θεός. Το νόημα της εκκλησιαστικής κοινωνίας που αναπτύσσεται σε "πνευματικότητα της κοινωνίας", προωθεί έναν τρόπο σκέψης, λόγου και πράξης που κάνει να αναπτύσσεται σε βάθος και σε πλάτος η Εκκλησία. Η (μοναχική) ζωή που βιώνει το μυστήριο  της Εκκλησίας ως κοινότητα - κοινωνία γίνεται, πράγματι, ένα σημείο για τον κόσμο και μία ελκυστική δύναμη που οδηγεί στο να πιστεύουμε στο Χριστό». 
 
Η κοινοβιακή  ζωή των μοναχών, όπως κάθε δώρο που κάνει ο Θεός, έχει σκοπό την υπηρεσία και την αποστολή. Και η πρώτη αποστολή της μοναχικής κοινότητας είναι ακριβώς η ακτινοβολία της κοινοβιακής ζωής, μέσα σ’ ένα κόσμο διαιρημένο. Μέσω της κοινοβιακής ζωής οι μοναχοί γίνονται ορατά σημεία της αγάπης, που ενώνει τους αδελφούς μεταξύ τους και με τον Πατέρα. Πράγματι, η μαρτυρία μίας κοινότητας, αδελφικά ενωμένης στην αγάπη, και δοσμένης στην υπηρεσία της Εκκλησίας, δεν μπορεί παρά να παρουσιάζεται στον κόσμο ως μήνυμα που καθιστά αξιόπιστο το Ευαγγέλιο.
 
Έχοντας υπόψη μας όλα τα αυτά που αναλύσαμε μέχρι τώρα, οι μοναχοί όχι μόνο είναι αναγκαίοι σε κάθε τοπική Εκκλησία, αλλά απαραίτητοι. Είναι τόσο σπουδαία η μοναχική ζωή για την Εκκλησία, ώστε εάν λείψει από κάποια τοπική Εκκλησία, αυτή θα χάσει κάτι το πολύ σπουδαίο από τη ζωτικότητά της. Η Παραίνεση «Η Αφιερωμένη Ζωή» αναφέρει: «Μια Επισκοπή που θα παρέμενε χωρίς την αφιερωμένη ζωή, εκτός του ότι χάνει πολλά πνευματικά αγαθά, χάνει επίσης ειδικούς τόπους και χώρους αναζήτησης του Θεού, χάνει επίσης ειδικές αποστολικές δράσεις, αλλά επίσης κινδυνεύει να βρεθεί πολύ αδύναμη στο ιεραποστολικό πνεύμα από το οποίο διακατέχονται τα περισσότερα Μοναχικά Τάγματα. Γι’ αυτό είναι αναγκαία η ανταπόκριση  στο δώρο της αφιερωμένης ζωής που το Άγιο Πνεύμα χορηγεί  στην τοπική Εκκλησία, δεχόμενο  με γενναιότητα και αναπέμποντας  ευχαριστίες» αρ. 48).
 
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian