«Η Θεία Αποκάλυψη και ο Θεός», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

 
Η ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ
 
του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Διανύουμε ήδη την Περίοδο του Ερχομού ή της Παρουσίας. Πρόκειται για μία λειτουργική περίοδο προετοιμασίας για τα Χριστούγεννα. Γνωρίζουμε, όλοι, πως  γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα κάνουμε ανάμνηση αυτού του ασύλληπτου μυστηρίου, το οποίο έτσι παρουσιάζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην εισαγωγή του Ευαγγελίου του: «Κι ο Λόγος έγινε σάρκα, κι έστησε τη σκηνή του ανάμεσά μας» (Ιωάννης, 1, 14).
 
Ωστόσο, για τους Πατέρες της Εκκλησίας, η εμφάνιση του Θεού στην ανθρωπότητα με την ενανθρώπιση του Λόγου του Θεού, έγινε προοδευτικά, αρχίζοντας από τη δημιουργία, περνώντας από την ιστορία του Λαού των Εβραίων και στην, πληρότητα των χρόνων, η φανέρωση του Θεού στους ανθρώπους πήρε την μορφή ενός Βρέφους στο Πρόσωπο του Ιησού που γεννήθηκε από την αειπάρθενο Μαρία.
 
Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, προετοιμάστηκαν προοδευτικά κατά τη διάρκεια των αιώνων όταν ο Θεός, με διάφορους τρόπους,  φανέρωνε τον εαυτόν του στους ανθρώπους. Έτσι αρχίζει η Επιστολή προς τους Εβραίους: «Αφού ο Θεός στους παλαιούς χρόνους είχε μιλήσει στους πατέρες πολλές φορές και με πολλούς τρόπους μέσω των προφητών, σ'αυτές τις έσχατες ημέρες μίλησε σε μας μέσω του Υιού, τον οποίο κατέστησε κληρονόμο των πάντων, μέσω του οποίου και δημιούργησε το σύμπαν» (1, 1-2).
Αυτή η φανέρωση του Θεού στην ιστορία και στη θεολογία, ονομάζεται ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.           
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ»
 
Στον καθημερινό λόγο ο όρος «αποκάλυψη» σημαίνει γνώση, συνείδηση, αντίληψη μιας πραγματικότητας, την οποίαν ο άνθρωπος δεν είναι ικανός να συλλάβει, ν’ αντιληφθεί με την κοινή εμπειρία ή μόνο με τις δυνάμεις του.
 
Συχνά η λέξη αποκάλυψη περιέχει την έννοια ότι τη γνώση αυτή τη δεχόμαστε ως δώρο που μας φθάνει απροσδόκητα και ξαφνικά, και μάλιστα αυτή η γνώση είναι τόσο σημαντική ώστε μπορεί να προκαλέσει βαθιά αλλαγή σ’ αυτόν που τη δέχεται.
 
Στη θεολογία με τον όρο «αποκάλυψη» εννοούμε την πράξη με την οποία ο Θεός συμμερίζεται ελεύθερα με τους ανθρώπους τη γνώση Του, χωρίς να εξαιρεί και τη βαθιά γνώση του εαυτού Του. Αυτή η «γνώση», ωστόσο, δεν αφορά  μια απλή γνωριμία του Θεού όπως: «Ο Θεός υπάρχει, είναι δημιουργός, παντοδύναμος, παντογνώστης…». Η ιδιαιτερότητα της θεϊκής Αποκάλυψης είναι η ακόλουθη:  Ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτόν του στους ανθρώπους, κοινωνώντας μαζί τους. Ο άνθρωπος «γνωρίζει» το Θεό που αποκαλύπτεται στο βαθμό που κοινωνεί μαζί του. Αυτό θα γίνει αντιληπτό από την ακόλουθη διδασκαλία της Β’ Συνόδου του Βατικανού.         
 
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΤΗΝ Β’ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ
 
Έχουμε ήδη αναφερθεί στη διδασκαλία της Β’ Συνόδου του Βατικανού σχετικά με τη Θεία Αποκάλυψη όταν παρουσιάσαμε τη Δογματική Διάταξη Dei Verbum (Ο Λόγος του Θεού). Είναι τόσο σπουδαία αυτή η διδασκαλία ώστε θα μου επιτραπεί να την επαναλάβουμε και σε αυτό το κείμενο, στο οποίο αναφερόμαστε άμεσα στη σημασία της Θείας Αποκάλυψης.         
 
Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού στη δογματική διάταξη Dei Verbum αρ. 2, περιέχει ένα από τα πιο βαθιά θεολογικά κείμενα ολόκληρης της Συνόδου, σχετικά με τη σημασία της θεϊκής αποκάλυψης, που μας φωτίζει ως προς αυτά που αναφέραμε μέχρι τώρα.
 
«O Θεός χάρη στη σοφία του, ευδόκησε να αποκαλύψει τον Εαυτό Του και να γνωστοποιήσει το Μυστήριο του Θελήματός Του, μέσω του οποίου οι άνθρωποι προσεγγίζουν εν Πνεύματι Αγίω, το Θεό Πατέρα, δια του Ιησού Χριστού, του σαρκωθέντος Λόγου έτσι ώστε να γίνονται κοινωνοί της Θείας Φύσεως. Πράγματι, μ’ αυτή την Θεία Αποκάλυψη, ο αόρατος Θεός, εξ’ αιτίας αυτής της μεγάλης του αγάπης, απευθύνεται προς τους ανθρώπους ως προς φίλους, και συνδιαλέγεται μ’ αυτούς για να τους καλέσει και να τους δεχθεί στην κοινωνία μαζί του» (αρ. 2).
 
Στο παραπάνω κείμενο, ξεπερνιέται σαφώς η ιδέα της Αποκάλυψης ως απλής δογματικής διδασκαλίας, για να πάρει το βάθος μίας προσωπικής συνάντησης, μίας συμφωνίας μεταξύ φίλων, ενόψει ενός ολοκληρωτικού σκοπού που είναι η κοινωνία με το Θεό: η «θέωση» δηλαδή του ανθρώπου.
 
Σ’ αυτό το κείμενο βρίσκουμε όλη την ουσία του χριστιανισμού, την τριαδική υπόσταση του Θεού και το αιώνιο σχέδιο της σωτηρίας: Ο Θεός θέλει να κοινωνήσει με τον άνθρωπο και όταν αποκαλύπτεται το κάνει όχι για να του μεταδώσει μερικές αφηρημένες έννοιες γύρω από τον εαυτό του, αλλά για να τον καλέσει σε κοινωνία μαζί Του.
 
Στη συνέχεια η Σύνοδος προσδιορίζει πως πραγματοποιείται στην ιστορία αυτή η Αποκάλυψη.  
 
«Η οικονομία αυτή της Θείας Αποκάλυψης» - εξακολουθεί να αναφέρει το κείμενο - «πραγματοποιείται με έργα και με λόγια τόσο στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους, ώστε τα έργα που ο Θεός πράττει στην ιστορία της σωτηρίας, να φανερώνουν και να ενισχύουν τη διδασκαλία και την έννοια των λόγων, οι δε λόγοι να διακηρύττουν τα έργα και να φωτίζουν το Μυστήριό τους».
 
Εισάγεται εδώ, η ιστορική διάσταση της Θεϊκής αποκάλυψης με τη μυστηριώδη πλοκή πράξεων σωτηρίας και λόγων, που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τoυς, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεξηγούνται. Εδώ, βρίσκουμε τη διδασκαλία του Αγίου Ειρηναίου σχετικά με την προοδευτική ενσάρκωση του Θείου Λόγου μέσα στην ιστορία, με αποκορύφωμα την ενσάρκωση του Λόγου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού.    
 
«H βαθιά αλήθεια – συνεχίζει η συνοδική Διάταξη – σχετική με το Θεό και τη σωτηρία των ανθρώπων, γίνεται εμφανής μέσω αυτής της Αποκάλυψης για μας, εν Χριστώ, ο οποίος είναι ταυτόχρονα μεσίτης και πλήρωμα ολόκληρης της Θείας Αποκάλυψης».
 
 Όλη η θρησκευτική ζωή μας εξαρτάται, λοιπόν, όχι μόνο από την ιδέα που έχουμε για το Θεό, αλλά κυρίως από την εμπειρία που έχουμε γι’ Αυτόν στα πλαίσια της θεϊκής Αποκάλυψης. Η δική μας σημερινή εμπειρία τροφοδοτείται κι ενδυναμώνεται όχι μόνο από τα γεγονότα της Νέας Διαθήκης, αλλά και από αυτά της Παλαιάς, διότι και αυτή αποτελεί μια σταδιακή Αποκάλυψη του Θεού με την έννοια που μας διδάσκει η Dei Verbum.  
 
Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ
 
Η Αποκάλυψη αποτελεί το θεμέλιο της θεολογίας, καθώς ολόκληρος ο Χριστιανισμός βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο Θεός μίλησε στους ανθρώπους, φανέρωσε ποιος είναι, τι είναι, τι θέλει από μας, και ταυτόχρονα αποκάλυψε τι είμαστε εμείς και το σύμπαν που μας περιβάλλει. Έτσι τα βασικά δόγματα του Χριστιανισμού πηγάζουν άμεσα από τη δημόσια αποκάλυψη που μεταδόθηκε απευθείας στους προφήτες και τους Αποστόλους τον καιρό της Αγίας Γραφής. Πηγή συνεπώς της Θεολογίας είναι η Θεία Αποκάλυψη. Η πραγματικότητα της Αποκαλύψεως δίνει τη βεβαιότητα στον πιστό ότι η θρησκεία του δεν είναι κατασκεύασμα του ανθρωπίνου πνεύματος αλλά προέρχεται απευθείας από το Θεό. Δεν είναι η Εκκλησία που εφηύρε τα δόγματα, αλλά ο ίδιος ο Θεός μας τα αποκάλυψε. Δεν είναι η Εκκλησία ή ο Πάπας αλάθητοι, αλλά η θεϊκή  Αποκάλυψη. Η Εκκλησία και ο Πάπας είναι αλάθητοι στο βαθμό που μας διδάσκουν την αλάθητη θεϊκή Αποκάλυψη.   
 
ΠΩΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ
 
Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται ποτέ άμεσα με τη θεϊκή του μορφή σ’ αυτή τη ζωή. Είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, σ’ αυτή τη ζωή να γνωρίσει απευθείας και έτσι όπως είναι το Θεό, γιατί ο Θεός είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από μας, είναι υπερβατικός, και επομένως δεν μπορούμε να Τον «συλλάβουμε» όπως είναι. Αν μπορούσαμε να συλλάβουμε διανοητικά το Θεό, Αυτός θα γινόταν ένα περιορισμένο αντικείμενο της γνώσης μας δηλαδή δεν θα ήταν πια Θεός, αλλά ένα «είδωλο» κατ’ εικόνα μας.
 
Γι’ αυτό το λόγο, ο Θεός αποκαλύπτεται με τη μορφή «σημείων», συμβόλων σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτά τα σημεία, αυτά τα σύμβολα φανερώνουν την παρουσία Του, τη φύση Του, και τις σχέσεις Του μαζί μας.
 
 Έτσι, έχοντας όλ’ αυτά υπόψη μας, μπορούμε να εξετάσουμε, σύντομα και συγκεκριμένα, με ποιους τρόπους ο Θεός επικοινώνησε στους ανθρώπους την αποκάλυψη Του, ακρογωνιαίο λίθο της χριστιανικής πίστης.
 
Ο ΘΕΟΣ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ
 
 Σύμφωνα με την ερμηνεία των προφητών και των συγγραφέων της Παλαιάς Διαθήκης, ο Θεός έδειξε πολλά σημεία της στοργικής Του παρουσίας στους ανθρώπους και υποσχέθηκε στο μέλλον να δείξει ακόμη περισσότερη στοργή σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε διάφορα σημεία της φανέρωσης του Θεού:
 Οι λεγόμενες «εκφράσεις αυτοπαρουσιάσεως» του Θεού: «Εγώ είμαι ο Γιαχβέ ο Θεός σας»  (Βλ. Έξοδος 33, 18-19)
 
Αυτές οι εκφράσεις αυτοπαρουσίασης του Γιαχβέ είναι πάντα συνδεδεμένες μ’ ένα γεγονός σωτηρίας: π. χ. «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου ο εξαγάγων σε εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας» (Έξοδος 20,2).
 
Ο Γιαχβέ παρουσιάζεται σε γεγονότα σωτηρίας, σε επεμβάσεις υπέρ του Λαού Του, και από αυτά τα γεγονότα ο λαός θα καταλάβει ποιος είναι ο Θεός και τι ο Θεός θέλει από το λαό Του  (Βλ. Εξ. 6,6-7 - Εξ. 8, 6/9, 14/9/29/Ιεζεκιήλ 7,9/21,10 κ. τ. λ. ).
 
Τη στιγμή που ο άνθρωπος δέχεται με την πίστη αυτήν τη στοργική επέμβαση του Θεού, τότε η αποκάλυψη είναι πραγματικά αποκάλυψη. Κάθε αποκάλυψη του Θεού έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την ενεργητική συμμετοχή του ανθρώπου. Ο Θεός δεν αποκαλύπτεται  πραγματικά στον άνθρωπο αν εκείνος δεν κάνει δεκτή αυτήν την αποκάλυψη  του. Η Αποκάλυψη είναι πάντα «διαλογική», προϋποθέτει τον Θεό που αποκαλύπτεται και τον άνθρωπο που δέχεται αυτήν την αποκάλυψη.     
 
Η ΔΙΑΘΗΚΗ - ΣΥΜΦΩΝΙΑ
 
Στην ιδέα της Διαθήκης - Συμφωνίας οι Εβραίοι είχαν μία άλλη βασική, υπαρξιακή, κοινωνική εμπειρία της φανέρωσης του Θεού.
 
 Στην συμφωνία που έκανε ο Θεός με το Λαό Του, οι Εβραίοι είχαν την βεβαιότητα πως ο Θεός δίνεται στο Λαό Του και ο Λαός Του σε Αυτόν. Αυτός ο λαός γίνεται κατ’ εξοχήν «Λαός του Θεού» κι έτσι μπορεί να έχει μία ιδιαίτερη εμπειρία του Θεού, ξεκινώντας ακριβώς απ’ αυτή τη στενή σχέση με το Γιαχβέ. Στα πλαίσια της Συμφωνίας αυτής τοποθετείται και η Δημιουργία.
 
Η Δημιουργία είναι η πρώτη αποκάλυψη του Θεού, είναι ένα σημείο που φανερώνει τι είναι ο Θεός, και τι είμαστε εμείς.
 
ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΦΟΙ
 
 Ο προφήτης είναι ο βλέπων («έλθετε, και ας υπάγωμεν έως τον βλέποντα, διότι ο σήμερον προφήτης εκαλείτο ο βλέπων» (Βλ. Α’ Σαμουήλ. 9,9). Από τη συνάντηση του προφήτη με τον Θεό, πηγάζει η δύναμη του να μιλήσει «εν ονόματι» του Γιαχβέ, να «φανερώσει», δηλαδή το θέλημα του Θεού.
 
 Οι σοφοί (βιβλία Σοφίας της Παλαιάς Διαθήκης) είναι εκείνοι που, έχοντας ως αφετηρία την εμπειρία της ζωής τους, εμπνέουν και στους άλλους, συχνά όμως με πολύ πρωτόγονο τρόπο, μία θρησκευτική κατεύθυνση της ζωής. Στην εμπειρία αυτών των ανθρώπων οι Εβραίοι είδαν μία φανέρωση του θελήματος του Θεού.
 
ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
 
 Κατά την διάρκεια της γήινης ζωής του Χριστού, σύμφωνα με την ερμηνεία των αποστόλων και των άλλων συγγραφέων της Καινής Διαθήκης, ο Θεός συμπλήρωσε την πρόοδο της αποκάλυψης που άρχισε από την Παλαιά Διαθήκη, και φανέρωσε με τέλειο τρόπο το σχέδιο της σωτηρίας Του.
 
 Η τελεία αποκάλυψη του Θεού, πραγματοποιείται στη ζωή, τη διδασκαλία, το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού, και στην αποστολή του Αγίου Πνεύματος. Λέμε πως ο Χριστός αποτελεί το πλήρωμα της αποκάλυψης, γιατί ο Θεός με το να στείλει τον Υιό Του ως αδελφό, σύντροφο, διδάσκαλο, υπόδειγμα και σωτήρα μας, φανερώνει σε ύψιστο βαθμό την αγάπη και την παντοδυναμία Του. Όμως ο Χριστός δε μας φανερώνει μόνο το Θεό, αλλά φανερώνει και τον άνθρωπο στον άνθρωπο, διότι με το φως της ζωής Του, με τη γεμάτη αγάπη υποταγή του προς το Θεό, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα πως ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που ξαναβρίσκει το νόημα της ζωής, αν και αυτή η υποταγή μπορεί μερικές φορές να απαιτήσει πόνο και θάνατο, όπως συνέβη με το Χριστό.
 
ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ ΚΑΙ «ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
 
 Η έκφραση «Λόγος του Θεού» είναι μία από τις βιβλικές ιδέες που πλησιάζει περισσότερο στη σύγχρονη αντίληψη για την Αποκάλυψη.
 
 Ο «Λόγος του Θεού» σύμφωνα με την αντίληψη της Αγίας Γραφής, δεν είναι μόνο η έκφραση μιας ιδέας με λέξεις, αλλά έκφραση, προπάντων, του δυναμικού τρόπου με τον οποίο ο Θεός επεμβαίνει στην ιστορία των ανθρώπων, για να επικοινωνήσει και να ενωθεί με αυτούς.
 
 Έτσι η Αποκάλυψη δεν εξαντλείται μόνο στο γραπτό ή στο προφορικό λόγο, αλλά περιέχει όλους αυτούς τους τρόπους με τους οποίους ο Θεός θέλει να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους: σημεία, οράματα, θεοφάνειες, γεγονότα της ιστορίας και με τον Ιησού Χριστό, τον ενσαρκωμένο Λόγο του Θεού.
 
 Ο Θεός που φανερώνεται στον άνθρωπο με το Λόγο Του, δίνεται στον άνθρωπο και ταυτόχρονα επικοινωνεί μαζί του, κι έτσι η ιστορία στην οποία δρα ο Θεός, γίνεται ιστορία της σωτηρίας.
 
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ» ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
 
Ο όρος «ιστορία της σωτηρίας» έχει διάφορες έννοιες που συνδέονται μεταξύ τους. Η πιο κοινή, όμως, σημασία είναι η εξής: η διήγηση των σωστικών επεμβάσεων του Θεού στην ιστορία, έτσι όπως ερμηνεύεται από τους Προφήτες και τους Αποστόλους, και όπως παρουσιάζεται, επίσης από την Αγία Γραφή.
 
 Γενικότερα ο όρος αυτός αναφέρεται στο γεγονός ότι ο Θεός λόγω της καθολικής του θελήσεως σωτηρίας, μεριμνά για όλη την ανθρώπινη ιστορία, και, στα πλαίσια αυτής της ιστορίας προσφέρει τη σωτηρία Του σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι η χάρη του Θεού προς τους ανθρώπους πραγματοποιείται με ένα ιστορικό και συγκεκριμένο τρόπο. Όλες οι εμπειρίες της σωτηρίας πριν από το Χριστιανισμό και έξω από το Χριστιανισμό, είναι δυναμικά συνδεδεμένες με το κεντρικό γεγονός σωτηρίας: τον Χριστό.
 
Τα γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας θεωρούνται αποκάλυψη, γιατί μας φανερώνουν τις ιδιότητες και το σχέδιο του Θεού, που δημιουργεί και κατευθύνει την ιστορία. Έτσι τα γεγονότα αυτά, μας φανερώνουν το Θεό ως πρόσωπο, ως ελεύθερο ον, ως τρυφερό, ευσπλαχνικό, πιστό, δίκαιο, υπομονετικό και Παντοδύναμο Πάτερα. Φανερώνοντας όμως αυτές και τις άλλες ιδιότητες του Θεού, η ιστορία της σωτηρίας παρουσιάζει τον άνθρωπο και τον κόσμο ως αντικείμενο της ευσπλαχνίας και της δύναμης του Θεού, γιατί έχουν προοριστεί απ’ Αυτόν για να σωθούν και να δοξαστούν.
 
 Τα θαυμαστά γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας, όπως μας τα διηγείται η Αγία Γραφή, υπογραμμίζουν τη σημασία του ανθρώπου και του κόσμου, και μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να ερμηνεύσουμε τα μυστήρια της ζωής.
 
Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε ότι το κεντρικό περιεχόμενο της Αποκάλυψης είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος γίνεται παρών στον άνθρωπο και του φανερώνει τη θέληση του να τον σώσει. Τα γεγονότα της ιστορίας της σωτηρίας, όπως ερμηνεύονται από την Αγία Γραφή και την Εκκλησία, είναι Αποκάλυψη, γιατί είναι τα μέσα με τα οποία ο Θεός φανερώνει, με τρόπο αποτελεσματικό τη στοργική Του παρουσία.
 
ΤΟ ΆΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
 
Η αποστολή του Αγίου Πνεύματος είναι αναγκαία για την Αποκάλυψη. Πραγματικά για να αναγνωρίσουμε τα σημεία της παρουσίας του Θεού στον κόσμο, πρέπει να είμαστε πνευματικά συντονισμένοι για να συλλάβουμε το νόημα τους. Το Άγιο Πνεύμα, παρόν στην καρδιά και στο νου των πιστών, μας προδιαθέτει για να συλλάβουμε τα σημεία του Θεού στη φύση, και στα γεγονότα της ιστορίας και των προσώπων, με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή. Χάρη στο Άγιο Πνεύμα, παρόν στην Εκκλησία και σε κάθε πιστό, είμαστε σε θέση να καταλάβουμε ότι ο Θεός με την άπειρη ευσπλαχνία Του, δεν φανερώνεται μόνο στο παρελθόν ή και στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους σήμερα.  Και εμάς, σήμερα, το Άγιο Πνεύμα μας βοηθά να καταλάβουμε το Λόγο του Θεού στην Αγία Γραφή και στα γεγονότα της ζωής. 
 
Στην Πεντηκοστή (βλ. Πράξεις των Αποστόλων, Κεφάλαιο Β’), παρατηρούμε μια ιδιαίτερη επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους πρώτους Χριστιανούς. Αυτοί, μπόρεσαν έτσι, να δεχτούν με πίστη την Αποκάλυψη του Κυρίου, προπάντων όσον αφορά το αποκορύφωμά της, την ανάσταση του Χριστού, να μαρτυρήσουν γι’ αυτήν και να την μεταδώσουν στον κόσμο.
 
Με την διαρκή του παρουσία, το Άγιο Πνεύμα εξακολουθεί να εμπνέει τους Χριστιανούς να δεχτούν την αποκάλυψη του Θεού «εν Χριστώ» και να την μαρτυρήσουν με την πίστη τους και τη ζωή τους. Έτσι, μέσω του Αγίου Πνεύματος, η Αποκάλυψη παρουσιάζεται στους ανθρώπους και γίνεται βίωμα τους ανά στους αιώνες.
 
 + Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
  • Add to Phrasebook
     
    • No word lists for Greek → Greek...
       
    • Create a new word list...
  • Copy
Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian