Logo

«Ο ευαγγελισμός στην εποχή της εκκοσμίκευσης», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη

Ο ευαγγελισμός στην εποχή της εκκοσμίκευσης
 
Ο υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;
 
 «Βρισκόμαστε σε μια εποχή βαθιάς εκκοσμίκευσης, εποχή η οποία έχασε την ικανότητα ακρόασης και κατανόησης του ευαγγελικού λόγου, ως μηνύματος ζωντανού και ζωοποιού. Η εκκοσμίκευση, ριζωμένη ειδικότερα στο δυτικό κόσμο, καρπός κοινωνικών κινημάτων και ρευμάτων σκέψης, τα οποία χάραξαν σε βάθος την ιστορία και την ταυτότητα, παρουσιάζεται σήμερα στους πολιτισμούς μας μέσω της θετικής εικόνας της απελευθέρωσης, της δυνατότητας αντίληψης της ζωής του κόσμου και της ανθρωπότητας, χωρίς αναφορά στην υπερβατικότητα» (Σύνοδος των Επισκόπων, Ρώμη  2012).
 
 Θεωρώ, σ’ αυτό το σημείο, χρήσιμη την αναφορά στη σκέψη του Καναδού καθολικού φιλοσόφου Ch. Taylor, ο οποίος στο μνημειώδη τόμο The Seculare Age (2007), περιγράφει τρεις μορφές ή φάσεις της διαδικασίας εκκοσμίκευσης. Η πρώτη είναι εκείνη της εκκοσμίκευσης του δημόσιου χώρου, ο οποίος αδειάζει από το Θεό ή οποιαδήποτε αναφορά στο θείο. Ωστόσο, παρατηρεί, «οι κανόνες και οι αρχές που ακολουθούμε, οι αποφάσεις που λαμβάνουμε στα πλαίσια των διαφόρων δραστηριοτήτων – οικονομία, πολιτική, πολιτισμός, εκπαίδευση, ψυχαγωγία – γενικά δεν έχουν αναφορές στο Θεό ή σε θρησκευτικά πιστεύω». Η δεύτερη φάση – έκδηλη στα μάτια όλων – είναι η «εκκοσμίκευση ως μείωση της θρησκευτικής πεποίθησης και της συμμετοχής, ως απομάκρυνση των προσώπων από το Θεό και από την Εκκλησία». Ο Taylor αναφέρει την τρίτη φάση, εκείνη η οποία κατά τη γνώμη του δεν λαμβάνεται πολύ υπόψη, αλλά ίσως είναι η σημαντικότερη και η πιο επίκαιρη: ο πυρήνας της εκκοσμίκευσης των σημερινών ευρατλαντικών κοινωνιών συνίσταται σήμερα στο να θεωρείται η πίστη στο Θεό ως μία επιλογή ανάμεσα στις άλλες. Περάσαμε δηλ. από μία κοινωνία στην οποία ήταν δυνητικά αδύνατον να μην πιστεύεις στο Θεό, σε μια κοινωνία στην οποία ακόμη και για τον πιο ευλαβή πιστό, αυτή ήταν μόνο μια ανθρώπινη πιθανότητα ανάμεσα στις άλλες (Βλ. Paolo Martinelli, Ο Νέος Ευαγγελισμός: Ένα «Ζήτημα πίστης», ANALECTA CATHOLICA, 1 (2012) 101-102.
 
ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ;
 
Το φαινόμενο της  εκκοσμίκευσης έχει επηρεάσει και την χώρα μας; Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, οι Έλληνες είναι οι πιο θρήσκοι της Ευρώπης.  
 
Πράγματι, το καλοκαίρι που μας πέρασε (26 Ιουλίου), η εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσίευσε μια έρευνα που διενήργησε, σε 34 χώρες, το αμερικανικό Pew Research Center, αναφορικά με τη σημασία που έχουν ο Θεός και η προσευχή στη ζωή των πολιτών. Ο τίτλος της «Καθημερινής» ήταν: «Έλληνες, οι πιο θρήσκοι της Ευρώπης!».
 
 Πρωταθλητές Ευρώπης στην ευσέβεια αναδεικνύονται, λοιπόν, οι Έλληνες. Συγκεκριμένα, καταλαμβάνουμε την πρώτη θέση σε ό,τι αφορά στην πεποίθηση ότι η πίστη στον Θεό ταυτίζεται με την ηθική και πρώτοι στο δυτικό κόσμο, πάνω ακόμα και από τις θεοσεβούμενες Η.Π.Α., σε ό,τι αφορά στη σημασία που έχει η θρησκεία στη ζωή μας.
 
Πάντως, επιτρέψτε μου, να έχω μερικές αμφιβολίες για την πληρότητα της αλήθειας αναφορικά με αυτήν την έρευνα. Πρωτίστως, ο «θρησκευόμενος» δεν σημαίνει αναγκαστικά και ο «πιστεύων». Ο «θρησκευόμενος» είναι αυτός που αρέσκεται σε μερικές εξωτερικές θρησκευτικές συνήθειες χωρίς αυτές να διαμορφώνουν τη ζωή τους. Ο «πιστός» είναι αυτός που η πίστη του επηρεάζει βαθιά τη ζωή του. Με τον όρο «πίστη» εννοούμε τη γεμάτη αγάπη συνάντηση με το Θεό που μετουσιώνει τη ύπαρξή μας, γνωρίζω το Θεό γιατί με αγαπάει και τον αγαπώ και αυτή η αγάπη γίνεται «κοινωνία» με το Θεό και τα αδέλφια μου.
 
     Κατά τη διάρκεια της παρούσας πανδημίας, το μοναδικό πρόβλημα που, σχεδόν, απασχολούσε και απασχολεί την κυβέρνηση, τα ΜΜΕ, και τον κόσμο, ήταν το οικονομικό. Ο κόσμος περίμενε με περισσότερη αγωνία πότε θα ανοίξουν τα κομμωτήρια, παρά πότε θα ανοίξουν οι εκκλησίες, όχι απλώς για να μπει και να ανάψει ένα κερί, αλλά για να συμμετάσχει στη Θεία Ευχαριστία που αποτελεί το αποκορύφωμα όλης της χριστιανικής ζωής. Είχες την εντύπωση, πως τόσο καιρό με τις εκκλησίες κλειστές, για τους περισσότερους συμπατριώτες, αυτό το γεγονός, δεν αποτελούσε πρόβλημα, κατά κάποιον τρόπο, τους ήταν σχεδόν αδιάφορο.
 
Όσον αφορά τη διαμόρφωση της ζωής από την πίστη, είναι χαρακτηριστικό και το εξής:     Από τον ημερήσιο τύπο μαθαίνουμε πως στη χώρα μας, οι πολιτικοί γάμοι έχουν ξεπεράσει τους θρησκευτικούς και τα ζευγάρια που έχουν διαλέξει το σύμφωνο συμβίωσης, μέσα σε ένα χρόνο, έχουν διπλασιαστεί. 
 
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που απασχολεί σήμερα τις Εκκλησίες και στη χώρα μας, τουλάχιστον την Εκκλησία στην οποία ανήκω σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι πως δεν μπορούμε πια να αρκεστούμε σε τελετές και στον παραδοσιακό ευαγγελισμό των πιστών. Έχοντας υπόψη μας την προοδευτική χαλάρωση της πίστης σε οριζόντιο επίπεδο, χρειάζεται ένας νέος ευαγγελισμός, ένας καινούργιος τρόπος μετάδοσης της πίστης, εννοώντας με «πίστη» την προσωπική συνάντηση με το Θεό Πατέρα, μέσω του Ιησού μοναδικού Σωτήρα του κόσμου.   
 
Θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτός ο νέος ευαγγελισμός για τον οποίον γίνεται τόσος λόγος σήμερα.                                
 
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ «ΝΕΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ»
 
Το να ευαγγελίζει, αποτελεί ουσιαστικό καθήκον της Εκκλησίας και γεννιέται από την εντολή του Κυρίου: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθαίος 28,19). Πράγματι, η «Εκκλησία υπάρχει για να ευαγγελίζεται» (Πάπας Παύλος 6ος).
 
Αυτή η Εκκλησία, στα 2000 και πλέον χρόνια ιστορίας της, λαμβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές και ιστορικές αλλαγές, υπήρξε πάντοτε πιστή σε αυτήν την εντολή του Κυρίου της. Χρησιμοποιώντας εκ νέου τα λόγια του Παύλου του 6ου διευκρινίζουμε περαιτέρω ότι: «ευαγγελίζομαι σημαίνει αναγγέλλω το όνομα, τη διδασκαλία, τη ζωή, τις υποσχέσεις, τη Βασιλεία, το Μυστήριο του Ιησού της Ναζαρέτ, Υιού του Θεού».
 
Σήμερα, η  Εκκλησία εννοεί τον ευαγγελισμό ως πορεία συνεχούς μύησης, που ερμηνεύεται ως Επανευαγγελισμός ή Νέος Ευαγγελισμός ή Νέα Αγγελία, απευθυνόμενη κυρίως στις χώρες με παλαιά χριστιανική παράδοση, που ταλαιπωρούνται από την εκκοσμίκευση και τη θρησκευτική αδιαφορία. Η σημερινή Εκκλησία, ακολουθώντας το παράδειγμα της Εκκλησίας των πρώτων χρόνων του Χριστιανισμού, προτείνει ξανά το αιώνιο Ευαγγέλιο όχι μόνο μέσω της αρχικής μύησης, αλλά επαναλαμβάνει στον εαυτόν της τα λόγια του Αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο: «Κήρυξε το λόγο, επέμενε σε κατάλληλο και ακατάλληλο καιρό, έλεγξε, επίπληξε, πρότρεψε με όλη τη μακροθυμία και τη διδασκαλία. Διότι θα έλθει καιρός όταν οι άνθρωποι δεν θα ανέχονται την υγιή διδασκαλία, αλλά, σύμφωνα με τις επιθυμίες τους θα συσσωρεύσουν για τους εαυτούς των διδασκάλους που θα τους προκαλούν γαργαλισμό στ' αφτιά. Τότε θα αποστρέψουν την ακοή τους απ' την αλήθεια και θα στραφούν σε παραμύθια. Εσύ, όμως, αγρύπνα για καθετί, κακοπάθησε, εκπλήρωσε το έργο σου ως ευαγγελιστής, ολοκλήρωσε τη διακονία σου»  (Β’ Τιμόθεος 4, 2-5). 
 
Ο σκοπός αυτού του ανανεωμένου αποστολικού ευαγγελισμού είναι η δημιουργία ώριμων χριστιανών, οι οποίοι, αισθάνονται «ότι κλήθηκαν» από το Χριστό και απαντούν με τη ζωή τους σε αυτό το κάλεσμα, έτσι όπως συνέβαινε με τους μαθητές του Ιησού οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του και τον ακολούθησαν (βλ. Ιωάννης 1, 44-52. Ματθαίος 4, 18-22. Μάρκος 1, 16-20. Λουκάς 5, 1-11) Και σήμερα υπάρχει επιτακτική ανάγκη οι άνθρωποι να «γνωρίσουν» τον Ιησού και να τον βιώσουν μέσα στην κοινότητα που είναι η Εκκλησία, θέτοντάς Τον στο κέντρο της ύπαρξής τους.
 
Γι’ αυτό σήμερα, όλο και περισσότερο, γίνεται αναφορά στο «Νέο Ευαγγελισμό». Είναι τόσο σπουδαία η πραγματικότητα που κρύβει αυτή η έκφραση ώστε έχει λεχθεί ότι «ο νέος ευαγγελισμός, είναι ο νοητικός ορίζοντας της ποιμαντικής της Εκκλησίας, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η μετάδοση της χριστιανικής πίστης».
 
ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ
 
Πριν προχωρήσουμε στην περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος μας, είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε την έννοια των λέξεων: «Επανευαγγελισμός», «Νέος Ευαγγελισμός», «Πρώτη Αγγελία».
 
Σήμερα, στον καθολικό κόσμο, προτιμούν να μιλούν για «Νέο Ευαγγελισμό» ή «Πρώτη Αγγελία» παρά για «Επανευαγγελισμό». Προτιμούν τον όρο «Νέο Ευαγγελισμό», παρά τον «Επανευαγγελισμό» για να καταδείξουν ότι η εν εξελίξει εποχική καμπή απαιτεί να αναγγέλλουμε το Ευαγγέλιο (την χαρμόσυνη αγγελία της σωτηρίας μας) με νέο ενθουσιασμό και ανατρέχοντας σε νέες διατυπώσεις, νέες μεθόδους ή στρατηγικές. Πρόκειται για το διαχρονικά αιώνιο μήνυμα, παλαιό και πάντα νέο: Ο Ιησούς Χριστός και η καλή Αγγελία του, ο οποίος είναι η απάντηση στην κρίση που διέρχεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Αν μιλούσαμε για «επανευαγγελισμό», θα σήμαινε ότι υπαινισσόμαστε μόνο κάποια επουσιώδη βελτίωση ή μια απλή διόρθωση των ανθρωπίνων ατελειών του παρελθόντος. Αντίθετα, «νέος ευαγγελισμός» σημαίνει, δοκιμάζουμε νέες θεωρητικές και πρακτικές μορφές, για να «αναγγείλουμε» αποτελεσματικά το παντοτινό κήρυγμα στο αλλαγμένο κοινωνικό-πολιτισμικό περιβάλλον.
Ο όρος Κήρυγμα (στα ελληνικά και στις ευρωπαϊκές γλώσσες) αποτελεί κλασική λέξη στη βιβλική θεολογία. Στην Καινή Διαθήκη ο όρος «Κήρυγμα» αναφέρεται στην «αγγελία» της Βασιλείας του Θεού, παρούσα στα λόγια και στα μεσσιανικά έργα που έπραξε ο Ιησούς. Αναφέρεται επίσης στο κήρυγμα των Αποστόλων, αυτών δηλαδή που άκουσαν τα λόγια του Ιησού, αλλά και υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της μεσσιανικής του δραστηριότητας και κυρίως του σταυρικού θανάτου του και της Ανάστασής Του την τρίτη ημέρα.
Αυτά ανήγγειλαν οι Απόστολοι σε Ιουδαίους και Εθνικούς, αμέσως μετά την Πεντηκοστή, ώστε αυτοί να πιστέψουν και να σωθούν. Με αυτήν την έννοια μιλάμε για Πρώτη Αγγελία. Στην πολιτιστική και ιδεολογική κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Νέος Ευαγγελισμός ή η Πρώτη Αγγελία, εννοιολογικά, είναι σχεδόν συνώνυμες εκφράσεις. Ο όρος Νέος Ευαγγελισμός υπογραμμίζει περισσότερο τον τρόπο μετάδοσης του Κηρύγματος, ενώ η Πρώτη Αγγελία υπογραμμίζει περισσότερο το περιεχόμενο του Κηρύγματος.         
 
ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
 
Συνήθως στην κατήχηση, στις ομιλίες μας και γενικά στην ποιμαντική μας δραστηριότητα, απευθυνόμαστε σε αυτούς που έχουν δεχθεί ήδη την πίστη και, κατά κάποιο τρόπο, είναι ακόμα κοντά μας. Αντίθετα, η Πρώτη Αγγελία, απευθύνεται κυρίως σε όσους δεν έχουν συναντήσει στη ζωή τους τον Κύριο Ιησού, με τρόπο σημαντικό και αποτελεσματικό, αν και νομίζουν πως τον γνωρίζουν και κάπου κάπου τον σκέφτονται, χωρίς να αποτελεί όμως προτεραιότητα στη ζωή τους. Αυτοί οι τελευταίοι, σήμερα, αποτελούν την μεγάλη πλειοψηφία των λεγόμενων «θρησκευόμενων» μας και γι’ αυτό η Πρώτη Αγγελία έχει γίνει αναγκαιότητα και για τις ομιλίες μας και την κατήχηση και γενικά για κάθε φορά που καλούμαστε να αναγγείλουμε το χαρμόσυνο μήνυμα της σωτηρίας μας. Η Εκκλησία σήμερα βρίσκεται σε έξοδο, σε κατάσταση ιεραποστολής. Βέβαια η διαπίστωση της χαλάρωσης της πίστης και η μεγάλη αδιαφορία για ότι είναι χριστιανικό, δεν είναι απόλυτη και δεν αναφέρεται εξίσου σε κάθε τοπική εκκλησία μας. Εν τούτοις δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σήμερα για όλη την Εκκλησία, υπάρχει ανάγκη ενός Νέου Ευαγγελισμού με περιεχόμενο την Πρώτη Αγγελία. 
 
Έχοντας επίγνωση ότι ο Νέος Ευαγγελισμός πρέπει να δεσμεύσει όλη την Εκκλησία, πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη μία Σύνοδος των Επισκόπων, από τις 7 έως τις 28 Οκτωβρίου 2012 με θέμα: «Ο Νέος Ευαγγελισμός για τη διάδοση της χριστιανικής πίστεως». Οι παρεμβάσεις των συνοδικών Πατέρων ήταν γεμάτες ανησυχίες, αλλά και ελπίδα για το μέλλον της πίστεως, μέσα σε έναν κόσμο που σταδιακά αποχριστιανοποιείται.
 
Μεταξύ των άλλων, οι επίσκοποι διατυπώνουν: «Μέσα στο δυτικό κόσμο διαπιστώθηκε μια ανησυχητική απώλεια της αίσθησης του ιερού, φτάνοντας μέχρι του σημείου να τεθούν υπό αμφισβήτηση θεμελιώδη ζητήματα που φαίνονταν αδιαμφισβήτητα, όπως η πίστη σε έναν Θεό Δημιουργό και στην Θεία Πρόνοια, η αποκάλυψη του Ιησού Χριστού, μοναδικού Σωτήρα και η κοινή αντίληψη των θεμελιωδών εμπειριών του ανθρώπου, όπως η γέννηση, ο θάνατος, η ζωή σε μια οικογένεια, η αναφορά σε έναν φυσικό ηθικό νόμο. Για τον λόγο αυτόν, ο όρος "Νέος Ευαγγελισμός", επιτάσσει την αναγκαιότητα ενός νέου τρόπου αγγελίας της χριστιανικής πίστεως, προπάντων σ’ αυτούς που ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον, όπως το σημερινό, όπου οι εξελίξεις της εκκοσμίκευσης έχουν αφήσει βαριά τα ίχνη τους, ακόμα και στις χώρες με χριστιανική παράδοση. Συνεπώς μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Νέος Ευαγγελισμός θέλει να αντηχήσει ως μια έκκληση, ένα αίτημα της Εκκλησίας προς τον εαυτό της για να ανακτήσει τις πνευματικές δυνάμεις της και να στρατευτεί μέσα σε αυτό το νέο πολιτισμικό κλίμα, προβαίνοντας στις θετικές της προτάσεις. Το επίθετο «νέος» αναφέρεται στο αλλαγμένο πολιτισμικό περιβάλλον και παραπέμπει στην ανάγκη, όπως η Εκκλησία ανακτήσει δυνάμεις, θέληση, φρεσκάδα και επιδεξιότητα στον τρόπο της να βιώνει την πίστη και να τη μεταδίδει».
 
Ο Νέος Ευαγγελισμός είναι η συνάντηση με τoν Ιησού και απαιτεί πριν απ’ όλα μια μεταστροφή αυτών που ευαγγελίζονται: «Στην πραγματικότητα το αίτημα για νέο ευαγγελισμό είναι πριν απ’ όλα ένα αίτημα για μεταστροφή. Πράγματι, διαμέσου της μαρτυρίας μιας Εκκλησίας, όλο και πιο πιστής στην ταυτότητά της και πιο ζωντανής σε όλες τις εκδηλώσεις της, οι άνθρωποι και οι λαοί όλου του κόσμου, θα μπορέσουν να συνεχίσουν να συναντούν τον Ιησού Χριστό» (Ιωάννης Παύλος ο Β’).
 
Η προσπάθεια της Εκκλησίας σήμερα, αναφέρεται σε έναν ευαγγελισμό που στοχεύει στη μετάδοση των «αξιών της Βασιλείας του Θεού»: την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την αδελφοσύνη. Η Βασιλεία του Θεού, δεν είναι μία έννοια, μία διδασκαλία, ένα πρόγραμμα προς επεξεργασία, αλλά πριν απ’ όλα είναι ένα πρόσωπο που έχει την όψη και το όνομα του Ιησού της Ναζαρέτ, εικόνα του αόρατου Θεού». Η Βασιλεία του Θεού και το Κήρυγμα που την αναγγέλλει ταυτίζεται, λοιπόν,  με τον ίδιο τον Ιησού.
 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
 
Θα ήθελα τα τελειώσω αυτές τις σκέψεις σχετικά με το «Νέο Ευαγγελισμό» με δύο κείμενα από τη μετασυνοδική Αποστολική Παραίνεση «Evangelii gaudium» (Η χαρά του Ευαγγελίου) του Πάπα Φραγκίσκου: «Η χαρά του Ευαγγελίου πλημμυρίζει την καρδιά και όλη τη ζωή αυτών που συναντώνται με τον Ιησού Χριστό. Όσοι αφήνουν τον εαυτό τους να σωθεί από Αυτόν, ελευθερώνονται από την αμαρτία, από τη θλίψη, από το εσωτερικό κενό, από την απομόνωση. Με τον Ιησού Χριστό γεννιέται και αναγεννιέται πάντοτε η χαρά. (αρ. 1). «Αυτό όμως είναι δυνατό όταν το "μικρό ποίμνιο" των χριστιανών ανακαλύπτει και βιώνει αυτή την ομορφιά. Τότε θα είναι δυνατό να μαρτυρήσει αυτή την πίστη και η μαρτυρία αυτή θα είναι αποτελεσματική. Όλοι έχουν το δικαίωμα  να λάβουν το Ευαγγέλιο. Οι χριστιανοί έχουν το καθήκον να το αναγγέλλουν, χωρίς να αποκλείουν κανέναν, όχι σαν αυτόν που επιβάλλει μια νέα υποχρέωση, αλλά σαν αυτόν που μοιράζεται μια χαρά, που δείχνει έναν ωραίο ορίζοντα, που προσφέρει ένα λαχταριστό γεύμα. Η Εκκλησία δεν αυξάνεται διά του προσηλυτισμού, αλλά διά της "προσέλκυσης"  (αρ. 14).
 
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
cen.gr 2016