Logo

«Η Σχέση Θεού και Ανθρώπου», του σεβ. Ιωάννη Σπιτέρη (μέρος πρώτο)

 
 
Η ΣΧΕΣΗ  ΘΕΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (Α’ Μέρος)
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Τον παρόντα θεολογικό «αναστοχασμό» τον είχα, ήδη από καιρό, έτοιμο, αλλά δεν αποφάσιζα να σας τον κοινοποιήσω για διάφορους λόγους. Πρώτον, διότι για τον μέσο αναγνώστη, δε θα ήταν εύκολη η κατανόησή του, καθώς προϋποθέτει ορισμένες φιλοσοφικές γνώσεις και, δεύτερον, επειδή στην πραγμάτευση αυτού του θέματος, να λύονται προβλήματα, που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο από τότε που υπάρχει, όπως το πρόβλημα του πόνου, στο οποίο –ακόμη- δεν έχει δοθεί κάποια θεωρητική ικανοποιητική απάντηση. Επομένως, μου φαινόταν άσκοπο να ασχοληθώ και εγώ.  
 
Ωστόσο, στην παρούσα περίοδο της πανδημίας με τα τόσα προβλήματα που δεν περιορίζονται μόνο σε θέματα υγείας και στην κακή ψυχολογία των ανθρώπων, αλλά και στην ολοένα και διογκούμενη οικονομική κρίση, ακούγονται συχνά από τους πιστούς ερωτήσεις, όπως αυτές: «Πού είναι ο Θεός;», «Γιατί δεν επεμβαίνει για να μας σώσει;», «Αν είναι καλός, γιατί επιτρέπει τέτοια δράματα για την ανθρωπότητα;», «Γιατί δεν εισακούει τις προσευχές μας;». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, στα εβδομαδιαία κείμενα μας, έμμεσα μας είχαν απασχολήσει μερικά από αυτά τα ερωτήματα. Στο παρόν κείμενο, όμως, θα προσπαθήσουμε να τοποθετήσουμε το όλο θέμα της σχέσης του Θεού με τον άνθρωπο και του Θεού με τον κόσμο, μέσα σε ένα πιο γενικό, θεολογικό πλαίσιο.
 
Αν αυτά που θα μεταφέρουμε στην παρούσα μελέτη, θα μπορούσαν, έστω και θεωρητικά, να ανακουφίσουν τους προβληματισμούς, κάποιων εκ των αναγνωστών μας, η προσπάθεια μας δεν θα είναι περιττή. Ξέρουμε όμως, πως οι απαντήσεις που θα δώσουμε σε μερικούς, θα τους προκαλέσουν άλλα τόσα ερωτήματα.
 
Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
 
Εμείς πιστεύουμε πως ο Θεός όχι μόνο έπλασε τον κόσμο στο παρελθόν, αλλά συνεχίζει συνεχώς να τον δημιουργεί με την παντοδυναμία του, και με την πρόνοιά του τον κρατά στην ύπαρξη. Ο Θεός, λοιπόν, όχι μόνο δεν έχει εγκαταλείψει τον κόσμο στη μοίρα του, αλλά είναι ευσπλαχνικά «ενεργός» στον κόσμο.    
 
Ο Θεός δεν δρα στον κόσμο σαν να ανήκε στον κόσμο, αλλά ως δημιουργική και αρχική αιτία κάθε αιτίας και ως τελικός στόχος προς τον οποίο κινείται κάθε αιτία με όλα τα αποτελέσματα που αυτή επιφέρει. Ο Θεός δρα ως στήριγμα, έρεισμα του κόσμου σε κάθε μορφή υπάρξεώς του, σε όλη τη σειρά των αιτιών και των αποτελεσμάτων που συμπλέκονται και περιπλέκονται στον κόσμο: «Γιατί απ’ αυτόν και δι’ αυτού και εις αυτόν είναι τα πάντα» (Προς Ρωμαίους 2,36). Ο Θεός δρα στον πυρήνα, στα ενδόμυχα κάθε πραγματικότητας, ως εσωτερική και τελική πηγή της δύναμης και δράσης αυτής της πραγματικότητας· δρα ως κέντρο ενώσεως, ως τελικό Καλό, από την καλοσύνη του οποίου ξεκινά κάθε τι και τείνει προς το μέλλον, προς την πραγματοποίηση κάποιου πρωταρχικού σκοπού και στόχου. Ο Θεός δεν δρα με τα πράγματα σαν μία «αιτία» μεταξύ των άλλων αιτιών. Όλες οι αιτίες με τις περίπλοκες και αμοιβαίες σχέσεις τους, εξαρτώνται από τη δράση του Θεού, ο οποίος τις προκαλεί και τις υποβαστάζει.
 
Ο Θεός δρα στο σύμπαν μέσα από τα πράγματα, και όχι έξω από αυτά. Ο Θεός παρέχει σε κάθε ον ύπαρξη και δυνατότητα δράσης και το εισάγει στην αρμονία του σύμπαντος. Έτσι ο Θεός δρα στον κόσμο, υπερβαίνοντας τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα βρίσκεται στο οντολογικό βάθος του κόσμου, δρα εσωτερικά σε κάθε μορφή υπάρξεως του κόσμου και όχι μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο τομέα του. Εάν λοιπόν, ο Θεός είναι στη ρίζα κάθε «αιτίας» κι όχι μια «αιτία» ανάμεσα στις άλλες, έστω και η πρώτη, η αρχική αιτία, τότε καταλαβαίνουμε πως ο Θεός δεν είναι αντικείμενο της εμπειρικής επιστήμης. Δεν μπορούμε ν’ «ανακαλύψουμε» το Θεό, περνώντας από τη μια αιτία στην άλλη, ωσότου φτάσουμε στην πρώτη αιτία που θα την ονομάσουμε Θεό. Αυτός δεν είναι ο βιβλικός Θεός αλλά ένα είδωλο. Και καλά κάνουν πολλοί, σήμερα, που δε δέχονται έναν τέτοιο Θεό, μόνο που έτσι, σταματούν σ’ αυτή την άρνηση και δεν κάνουν ένα βήμα εμπρός για να αναζητήσουν τον πραγματικό Θεό.
 
ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΘΕΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ;
 
Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει απ’ όλα όσα αναφέραμε, σχετικά με τη δράση του Θεού στον κόσμο, είναι: «Πώς μπορούν τα πλάσματα να έχουν μια αυτόνομη δράση, όταν ο Θεός είναι η αιτία δράσεως όλων των πραγμάτων;».
 
Η απάντηση είναι πως η επίδραση του Θεού δε ανταγωνίζεται τη δραστηριότητα των πλασμάτων, ούτε την εξαφανίζει, αλλά ακριβώς, την κάνει δυνατή, εφικτή. Ο Θεός όχι μονάχα δίνει την ύπαρξη στα πλάσματά Του, αλλά επίσης τα καθιστά ικανά να επικοινωνήσουν το ένα με το άλλο. Όταν πρόκειται για ελεύθερα όντα, όπως είναι ο άνθρωπος, ο Θεός τα καθιστά ικανά να είναι ελεύθερα. Η εσωτερική δραστηριότητα του Θεού δεν επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε, επιθυμούμε, αγαπάμε, αλλά όλα αυτά τα καθιστά δυνατά. Ο Θεός δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να είναι ελεύθερος και να δρα ως ελεύθερο ον.
Ενώ λαμβάνουμε την ύπαρξή μας ολοκληρωτικά από το Θεό, με την ελεύθερη θέλησή μας αποδεχόμαστε το Θεό, ο Οποίος μας προσφέρεται, ενεργοποιώντας κάθε πράξη μας, μη εξαιρουμένης της ελευθερίας. 
 
ΜΠΟΡΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΥΠΟΦΕΡΕΙ;
 
Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: «Ο Θεός επηρεάζεται από τη δραστηριότητα των πλασμάτων του»; Χωρίς αμφιβολία, μπορούμε να πούμε, ότι ο Θεός δεν επηρεάζεται παθητικά από τα πλάσματά Του, δηλαδή, η δραστηριότητα των πλασμάτων δεν μπορεί ούτε να αυξήσει ούτε να μειώσει την πραγματικότητα του Θεού. Αυτή, την ιδιότητα του Θεού, η Θεολογία την έχει ονομάσει «το Αμετάβλητο» ή το «αναλλοίωτο του Θεού» και προκύπτει από την απόλυτη «Απλότητα» και «Απεραντοσύνη» του Θεού. Επηρεασμένο όμως, από την Ελληνική Φιλοσοφία, ένα θεολογικό ρεύμα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Θεός, επειδή είναι αμετάβλητος ή αναλλοίωτος, είναι και απαθής. Για την αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, η απάθεια του Θεού (ή η έλλειψη συναισθημάτων) θεωρείται σαν μεταφυσικό και ηθικό ιδανικό. Το πάθος αποδεικνύει ένδεια, πενία, εκβιασμό, έλλειψη ανεξαρτησίας και ελευθερίας.
 
Σήμερα για τη Θεολογία, το αμετάβλητο εκφράζει κυρίως την ελεύθερη αυτοδιάθεση του Θεού, ο Οποίος στην ουσία Του και στις πράξεις Του, δεν υποκύπτει σε κανενός είδους εξαναγκασμό από οτιδήποτε δεν είναι ο Θεός. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε στο Θεό καμία αναγκαιότητα σύμφωνα με τη δική μας ανθρώπινη λογική. Ο Θεός μπορεί να διαλέγει τον εαυτό Του, ν’ «αυτοδιατίθεται». Ο Θεός δεν είναι αυτό που πρέπει να είναι, αλλά αυτό που θέλει να είναι.
 
Έτσι ο Θεός προσαρμόζει και ρυθμίζει την δραστηριότητά Του στις συνθήκες που ζουν τα πλάσματά του, χωρίς να αγνοεί και τις συνθήκες που διαμορφώνει η δραστηριότητα αυτών των πλασμάτων. Με άλλα λόγια, αποφασίζοντας να δώσει ύπαρξη σε πλάσματα και σε πλάσματα προικισμένα με ελεύθερη βούληση, ο Θεός αποφασίζειταυτόχρονα η δράση Του να εισχωρήσει και να επιδράσει στον κόσμο,  σύμφωνα με τις συνθήκες που δημιουργούν οι δραστηριότητες και οι επιλογές αυτών των πλασμάτων.
 
Αυτό όμως, που μας ενδιαφέρει περισσότερο, είναι το γεγονός, ότι ο Θεός δε μένει αδιάφορος μπροστά στον πόνο, στις χαρές και στην κακία των ανθρώπων.
 
Ο Θεός, όπως μας τον παρουσιάζει η Αγία Γραφή, είναι ο Θεός-Αγάπη, ο «Θεός-με-τους-ανθρώπους», ο «Θεός-για-τους-ανθρώπους». Αν όλα αυτά είναι αλήθεια, ο Θεός συμπάσχει με τον άνθρωπο που αγαπά. Εάν ο Θεός ήταν από κάθε άποψη κι απόλυτα ανίκανος να υποφέρει, θα ήταν και ανίκανος να αγαπήσει. Ο Θεός έδειξε την αγάπη Του στον άνθρωπο, όχι μόνο παραδίνοντας τον Υιό Του στο θάνατο για χάρη μας, αλλά εξακολουθώντας να διατρέχει τον κίνδυνο του πόνου, που προέρχεται από τον άνθρωπο, ο οποίος παραμένει παγιδευμένος στη δυστυχία και στην αμαρτία. Ο Θεός αντιμετωπίζει σοβαρά τον άνθρωπο και τη διαθήκη που σύναψε μαζί του, ώστε οι πράξεις του ανθρώπου να μπορούν να Του δημιουργήσουν χαρά, οργή, απογοήτευση και πόνο. Όμως η συμφωνία που σύναψε ο Θεός με τον άνθρωπο προέρχεται από την ελεύθερη θέλησητου Θεού, γι’ αυτό και «το πάθος» του Θεού είναι καρπός της θέλησης και της ελευθερίας Του. Ο Θεός θέλει ν’ ανοίξει την καρδιά Του στις χαρές και στις ταλαιπωρίες που Του προξενούν οι άνθρωποι. Αυτό που η Αγία Γραφή ονομάζει «Οργή του Θεού» δεν είναι απλά ένας ανθρωπομορφισμός, αλλά φανερώνει την πληγωμένη αγάπη του Θεού, που δε μένει αδιάφορος εμπρός στη συμπεριφορά του ανθρώπου. «Οργή του Θεού» σημαίνει πόνος του Θεού για το κακό που ο άνθρωπος προξενεί στον εαυτό του και στους άλλους. 
Συνεχίζεται...
 
+Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
cen.gr 2016