« Η Πίστη στους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές» του σεβάσμ. Ιωάννη Σπιτέρη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε αυτές τις εβδομαδιαίες συναντήσεις μας είχαμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στο νόημα της πίστης, αλλά ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε αυτό το μεγάλο θέμα για τη ζωή των χριστιανών απευθείας και εντατικά. Αυτή τη φορά όμως  θα αναλύσουμε το νόημα της πίστης στην Καινή Διαθήκη, μέσα από μία σειρά κειμένων: η Πίστη στους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές, πίστη στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, πίστη στον Απόστολο Παύλο και πίστη στον πιο σπουδαίο Πατέρα της Δυτικής Εκκλησίας, στον Άγιο Αυγουστίνο.

Το νόημα της πίστης το οποίο διδάσκονταν στις θεολογικές σχολές του παρελθόντος, τουλάχιστον στη Δύση, χαρακτηρίζονταν από υπερβολική διανοητικότητα.

Η βιβλική θεολογία, όμως, έχει μια πλουσιότερη έννοια της πίστης η οποία αγκαλιάζει την ολότητα του ανθρώπινου προσώπου, όλες τις λειτουργίες του και πρώτιστα την συναίσθημα του.

Επομένως, ενάντια σε μια κάποια «διανοητική» ερμηνεία (δηλ. τη θεώρηση της πίστης ως αποδοχή μιας ακατανόητης αλήθειας), σήμερα, όλο και περισσότερο  υπογραμμίζεται η αυθεντική βιβλική έννοια της πίστης ως   αποδοχή  ενός  Προσώπου που αποκαλύπτεται και βασίζεται  στην πιστότητα του Θεού που μας μιλάει και αποκαλύπτει τον Εαυτόν του. Ο Πάπας Βενέδικτος έτσι περιγράφει την πίστη με βιβλικούς όρους: «Στον Θεό που αποκαλύπτεται, πρέπει να ανταποκριθούμε δια της υπακοής της πίστης (Ρωμ. 16.26, βλ. Ρωμ. 1.5. Β’ Κορ. 10.5-6), δια της οποίας ολόκληρος ο άνθρωπος εγκαταλείπεται σ’ Αυτόν, παρέχοντας ελεύθερα την πλήρη υποταγή της διάνοιάς του και της θέλησής του στον Θεό που αποκαλύπτει κι αποδεχόμενος θεληματικά την Αποκάλυψη που του προσφέρει… Με τον Χριστό η πίστη προσλαμβάνεται ως συνάντηση με ένα Πρόσωπο, στο οποίον εμπιστευόμαστε την ζωή μας. Ο Ιησούς Χριστός παραμένει παρών σήμερα στην ιστορία με το σώμα Του, που είναι η Εκκλησία. Γι’ αυτό η πράξη πίστης μας είναι πράξη ταυτόχρονα προσωπική και εκκλησιαστική» (Παραίνεση «Verbum Domini», αρ. 250.

Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να αναλύσουμε τι εννοεί η Καινή Διαθήκη, ραγίζοντας από τους Συνοπτικούς Ευαγγελιστές,  όταν αναφέρεται στην πίστη και γιατί είναι ακριβώς αυτή η πίστη που αλλάζει τη ζωή του χριστιανού.

ΠΙΣΤΕΥΩ: ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΩΣ ΥΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΟΥ

Το νόημα της πίστης στους συνοπτικούς ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς), όπως και γενικότερα στην Καινή Διαθήκη, επαναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά που είχε και στην Παλαιά Διαθήκη: Πιστεύω σημαίνει εμπιστεύομαι το Θεό με πλήρη και άνευ όρων αφοσίωση.

Ωστόσο, το νόημα της πίστης που συναντάμε στην Καινή Διαθήκη συνιστά υπέρβαση της Παλαιάς Διαθήκης: πιστεύω σημαίνει αποδοχή του προσώπου του Ιησού της Ναζαρέτ, σταυρωμένου και αναστημένου. Μ’ αυτήν την έννοια, η πράξη πίστης επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Ιησού της Ναζαρέτ, τον οποίο αναγνωρίζω ως Κύριο και Υιό του Θεού, και αναγνωρίζω το σωστικό χαρακτήρα του πασχαλινού του Μυστηρίου (δηλ. του Πάθους, του θανάτου και της Ανάστασής Του). Πιστεύω ότι ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μου, που με αγάπησε τόσο ώστε να δώσει τη ζωή του για μένα. Αυτή λοιπόν η μετακίνηση νοήματος, αντικατοπτρίζεται και στην ορολογία, εφόσον ο Ιησούς που κηρύττεται γίνεται αντικείμενο πίστης.

Το «πιστεύω» αναφέρεται στον Ιησού με διαφορετικές επισημάνσεις, αλλά και με μια σταθερή: πιστεύω, σημαίνει στρέφω το βλέμμα μου με εμπιστοσύνη στο Θεό που αποκαλύπτεται στο πρόσωπο του Ιησού. Ως εκ τούτου, πιστεύω στο κήρυγμα και στις πράξεις του, και δέχομαι να μαθητεύσω σ’ Αυτόν, έχοντας επίγνωση ότι στον Ιησού πραγματοποιήθηκε η έλευση της σωτήριας κυριαρχίας του Θεού δηλ. η Βασιλεία του, ένα γεγονός που θα ολοκληρωθεί  στους εσχατολογικούς καιρούς. 

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΥΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ: ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ 

Στη σχέση ανάμεσα στα σημεία και στην πίστη, αξιοσημείωτη σημασία έχει η δράση του Ιησού που μεταμορφώνει πλήρως τον άνθρωπο. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση  της θεραπεία του παράλυτου (Μάρκος 2, 1-12).

Στο κατά Μάρκο Ευαγγέλιο η αφήγηση αρχίζει με μια συλλογή από έριδες ανάμεσα στους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, αναφορικά με την θεϊκή εξουσία του Ιησού. Ένα ζήτημα ιδιαίτερα αισθητό στην πρωτοχριστιανική κοινότητα. Ουσιαστικά, το κατά Μάρκο Ευαγγέλιο επικεντρώνεται στην προσωπική ταυτότητα του Ιησού ως Υιού Θεού, τίτλο που του έδωσε ο εκατόνταρχος τη στιγμή του σταυρικού θανάτου. Στην αφήγηση του παράλυτου, η πίστη εντάσσεται στα πλαίσια της θεραπείας του ανθρώπου στην ολότητά του, της συγχώρεσης της αμαρτίας και της ανάκτησης της σωματικής υγείας.

Για τους χριστιανούς, τα έργα θεραπείας που επιτελεί ο Ιησούς, ερμηνεύονται πρώτιστα ως έκφραση, προκαταβολή και υπόσχεση της σωτηρίας και της πληρότητας της μέλλουσας ζωής με το Θεό. Η πραγματική σωτηρία για τους χριστιανούς βρίσκεται στη συμφιλίωση με το Θεό.

Το κατά Μάρκο Ευαγγέλιο προσπαθεί συνεχώς να θέσει σε στενή σχέση την παρουσία του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού και την προσωπική του ταυτότητα ως Υιός του Θεού. Πρόκειται για το ζήτημα της πίστης σε σχέση με την εξουσία του Ιησού και με το πρόσωπό του ως Υιού του Θεού.

Η πίστη λοιπόν δεν είναι η προσφυγή σε μια απρόσωπη θαυματουργική δύναμη ή σε μια εκπληκτική ανθρώπινη ικανότητα, αλλά σε Εκείνον, στον οποίο ενεργεί ο ίδιος ο Θεός και ο οποίος ταυτόχρονα είναι ο Υιός. Μ’ αυτή την έννοια, η πίστη στο πρόσωπο του Ιησού, όπως εμφανίζεται στους συνοπτικούς, αποτελεί κάτι το απολύτως καινούργιο σε σχέση με την παλαιοδιαθηκική πίστη. 

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ 

Μάρκος 1, 14-15 Ματθαίος 4, 12.17 Λουκάς 4, 14-15
Μετά τη σύλληψη του Ιωάννη, επέ-στρεψε ο Ιησούς στη Γαλιλαία και κήρυττε το ευαγγέλιο του Θεού και έλεγε: “Συμπληρώθηκε ο καιρός και έφθασε η βασιλεία του Θεού. Μετανοείτε και πιστεύετε στο ευαγγέλιο”. Και όταν άκουσε ότι συνέλαβαν τον Ιωάννη, αναχώρησε για τη Γαλιλαία. Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει να λέει: “Με-τανοείτε! Γιατί έφθασε η βασιλεία των ουρανών”. Ο Ιησούς με τη δύναμη του Πνεύματος αναχώρησε για τη Γαλιλαία. Και η φήμη γι’ αυτόν διαδόθηκε σε όλη τη γύρω περιοχή. Κι εκείνος δίδασκε στις συναγωγές τους και όλοι τον επαινούσαν.

«Έφθασε ο καιρός και η βασιλεία του Θεού είναι κοντά· μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο» (βλ. Μάρκος 1, 15). Αυτή η έκφραση σημαίνει: αποδέχομαι το κήρυγμα του Ιησού για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού, υιοθετώ  και εκπληρώνω στη ζωή μου  κήρυγμα  του Ιησού.

Από την παραπάνω παρατιθέμενη σύνοψη, παρατηρούμε ότι η έκφραση «πιστεύετε στο Ευαγγέλιο» είναι χαρακτηριστική του Ευαγγελιστή Μάρκου. Στον παράλληλο στίχο του Ματθαίου (4, 17) υπάρχει μόνο η πρόσκληση στη μετάνοια, ενώ στον Λουκά λείπει κάποιος παρόμοιος παράλληλος στίχος.

Για τον ευαγγελιστή Μάρκο το ευαγγέλιο είναι το σύνολο της ζωής του Χριστού. Ο ίδιος ο Ιησούς είναι  ακριβώς το Ευαγγέλιο του Θεού στο οποίο πρέπει να πιστέψει κανείς, γιατί σ’ Αυτόν φανερώνεται και αρχίζει η Βασιλεία του Θεού. Το «καινούργιο» αρχίζει τώρα· ο Ιησούς αρχίζει να κηρύττει και να προτείνει την καινούργια πραγματικότητα της πλήρωσης  του χρόνου.

Με τα θαυματουργικά του έργα, ο Ιησούς, θέλει να πει ότι οι προφητείες σωτηρίας βρίσκουν ήδη την εκπλήρωσή τους, με το κήρυγμα και τα θαύματα του Ιησού ανατέλλει η βασιλεία του Θεού. «Αυτός θα έρθει για να σας φέρει λύτρωση. Τότε τα μάτια θ’ ανοιχτούν των τυφλών και των κουφών τ’ αυτιά θ’ ακούσουν…» (Ησαΐας, 35, 5-6) . Αυτό που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος μπροστά στην εξόρμηση της βασιλείας του Θεού είναι η ετοιμότητα, η διαθεσιμότητα. Είναι ο καιρός της απόφασης και ο λόγος του Ιησού καλεί στην απόφαση γιατί το κάλεσμά του είναι η τελευταία λέξη του Θεού. Είναι η στιγμή όπου φαίνεται αν κάποιος θέλει πραγματικά το Θεό και τη βασιλεία του ή θέλει τον κόσμο και τα αγαθά του. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική απόφαση: «Κανένας που βάζει το χέρι του επάνω στο αλέτρι και κοιτάζει προς τα πίσω, δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία του Θεού» (Λουκάς 9, 62). Στο κήρυγμα του Ιησού που αναγγέλλει την έναρξη της Κυριαρχίας του Θεού στα λόγια και στις πράξεις του, απαιτείται η απάντηση του ανθρώπου με την πίστη και  τη μεταστροφή. 

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ

Από τη σχέση ανάμεσα στην πίστη και στη μεταστροφή, φαίνεται ότι η πίστη ως εμπιστοσύνη και αναγνώριση του Ιησού, ως «τόπου» και «τρόπου» της αποκάλυψης του Θεού, δεν είναι μια απλή θεωρητική ή συναισθηματική στάση, αλλά εμπλέκει την ολότητα της ζωής. Πίστη και μεταστροφή αποτελούν την ολική απάντηση που απαιτείται στο κήρυγμα του Ιησού για την αναγγελία της Βασιλείας: «Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο» (Μάρκος 1, 15). Είναι τόσο ριζοσπαστική αυτή η εκλογή για το Χριστό που ακόμα και η ζωή του πιστού περνά σε δευτερεύουσα θέση: «Εκείνος που θέλει να σώσει τη ζωή του, να τη χάσει· Κι αν κάποιος χάσει τη ζωή του για μένα και το ευαγγέλιο, θα τη σώσει. Σε τι, πράγματι, ωφελεί τον άνθρωπο να κερδίσει όλο τον κόσμο και να καταστραφεί η ζωή του;» (Μάρκος 8, 35-36). Αυτό που διακυβεύεται είναι η ζωή του ανθρώπου στην οποία ο Χριστός προτείνει εντελώς καινούργιους «κανόνες».

Η Καινή Διαθήκη, προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα το πολυσύνθετο και το βάθος της μεταστροφής, χρησιμοποιεί τρεις λέξεις:

επιστρέφω. Θεολογικά δηλώνει την μεταστροφή του ανθρώπου, την πλήρη μεταμόρφωση της ανθρώπινης ύπαρξης κάτω από την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος: «ώστε κοιτάζοντας να κοιτάζουν, αλλά να μη βλέπουν, κι ακούγοντας να ακούνε αλλά να μην καταλαβαίνουν, μη τυχόν και μεταστραφούν και τους συγχωρεθεί» (Μκ. 4, 12· Λουκάς 1, 16).

μεταμελούμαι (π.χ. Ματθαίος 21, 30. 32). Δηλώνει το αίσθημα τύψης για την αμαρτία, το οποίο δεν οδηγεί απαραίτητα τον άνθρωπο να αποταθεί στο Θεό με αυθεντικότητα. Το «μεταμελούμαι», στα αρχαία, εκφράζει την αλλαγή συναισθήματος για κάποιο πράγμα.

Μετανοώ, αυτό το ρήμα δηλώνει αλλαγή νου, γνώμης, ιδέας. Ο όρος τονίζει την αλλαγή της σκέψης και της θέλησης ως εσωτερικής κίνησης του προσώπου.

Μεταστρέφομαι σημαίνει λοιπόν «γυρίζω κατεύθυνση», «επιστρέφω» στο δρόμο της αναζήτησης για να «κερδίσω» τη ζωή μου, δηλ. ακολουθώ την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που μέχρι τώρα ακολουθούσα και αποδέχομαι τη θεώρηση του ανθρώπου που μου προτείνει ο Θεός στο πρόσωπο του Ιησού. Για να γίνει αυτό όμως, χρειάζεται μια ριζική αλλαγή των αξιών, του προσωπικό συστήματος αξιολόγησης και ερμηνείας του εαυτού μας και του κόσμου. Σύμφωνα με τους Συνοπτικούς ευαγγελιστές, η μετάνοια επιβάλλεται, γιατί στον Ιησού αποκαλύφθηκε, ευσπλαχνικά, η κυριότητα του Θεού και επομένως μπροστά σ’ αυτή την αποκάλυψη ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι η μεταστροφή επιφέρει ρήξη, αλλαγή κατεύθυνσης και εμπιστοσύνη στην πρόταση του Θεού. Μπορούμε όμως να παρατηρήσουμε ότι η ίδια η μεταστροφή αρχίζει όταν εμπιστευόμαστε και αναγνωρίζουμε τον Ιησού. Με άλλα λόγια πιστοί είναι εκείνοι που α) αναγνωρίζουν την παρουσία του Θεού στο πρόσωπο, στα λόγια και στα  έργα του Ιησού.

β) αποδέχονται το χαρμόσυνο μήνυμα της βασιλείας η οποία εγκαινιάστηκε με τον Ιησού. 

ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Η πράξη πίστης, ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, σημαίνει άνευ όρων εμπιστοσύνη και στήριξη της ζωής στο Θεό. Στην Καινή Διαθήκη, αυτή η εμπιστοσύνη και στήριξη εναποτίθεται στον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Η έκφραση της ριζικής διαθεσιμότητας και  εμπιστοσύνης στον Ιησού ονομάζεται η «μαθητεία» σ’ Αυτόν. Είναι η απάντηση στο κάλεσμα: «Έλα ακολούθησέ με». Η πράξη πίστης είναι μια πράξη που χαρακτηρίζεται από μια ριζοσπαστική απόφαση υπέρ του προσώπου και του μηνύματος του Ιησού. Η πίστη πραγματοποιείται στα κατάβαθα του είναι μας,  μονάχα μαθητεύοντας στο Χριστό δηλ. προσδένοντας τη ζωή με το Χριστό και αποδεχόμενοι το λόγο του ως χαρμόσυνο μήνυμα σωτηρίας.

Στην πραγματικότητα, στους Συνοπτικούς, ο Ιησούς δεν θέτει άμεσα το ζήτημα της πίστης σ’ Αυτόν, όμως η σθεναρή έκκληση να γίνουν μαθητές του αποτελεί ένα έμμεσο αίτημα πίστης σ’ Αυτόν. Μας βεβαιώνει  αυτό το γεγονός η έκκληση που ο Ιησούς απευθύνει στους μαθητές να τον αναγνωρίσουν μπροστά στον κόσμο, ακόμα και σε καιρούς διωγμού: «Όποιος με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι εγώ ενώπιον του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Αλλά όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους κι εγώ θα τον αρνηθώ μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς» (Ματθαίος 10, 32-33). Από τους μαθητές του ο Ιησούς ζητά μια πίστη ακλόνητη ακόμα και στις δύσκολες καταστάσεις, επιπλήττοντάς τους όταν αυτή κλονίζεται. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της τρικυμισμένης θάλασσας (Μάρκος 4, 35-41) όπου η επίπληξη για τη λίγη πίστη τους σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουν με πεποίθηση την ταυτότητα του προσώπου του. Πρόκειται ωστόσο για την πίστη του μαθητή πριν το γεγονός του Πάσχα δηλ. για μια πίστη ακόμα ατελή και αβέβαιη.

Η πίστη των μαθητών στο πρόσωπο του Ιησού θα ωριμάσει μόνο μετά την ανάστασή του, αλλά  κυρίως μετά την Πεντηκοστή. Αυτό γίνεται απόλυτα αντιληπτό στα γραπτά του Αποστόλου Ιωάννη και του Αγίου Παύλου.

+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian