«Τι σημαίνει "Πιστεύω" στον Ευαγγελιστή Ιωάννη» του σεβασμ. Ιωλαννη Σπιτέρη

Το τέταρτο Ευαγγέλιο κατά Αποστόλου Ιωάννη [όπως και οι Επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τα συνοπτικά Ευαγγέλια] είναι θεμελιωμένο στο κήρυγμα των Αποστόλων το οποίο επικεντρώνεται στο γεγονός του Ιησού Χριστού, κυρίως στο Θάνατο και την Ανάστασή Του και στη σωτηρία που μπορεί κανείς να επιτύχει πιστεύοντας σ’ Αυτόν. Ωστόσο είναι εύκολα αντιληπτός ο ξεχωριστός χαρακτήρας με τον οποίο ο Άγιος Ιωάννης πραγματεύεται το ζήτημα της πίστης, το να πιστεύει κανείς. Πράγματι, ήδη από το λεξιλόγιο παρατηρείται ότι ανάμεσα στους όρους πίστις/πιστεύειν, ο Ιωάννης προτιμά το ρήμα πιστεύειν. Το ρήμα πιστεύειν συναντάται 98 φορές στο Ευαγγέλιο και 9 φορές στην Α’ Επιστολή του, ενώ τον όρο πίστις τον βρίσκουμε μια μόνο φορά στην Α’ Επιστολή του: «Διότι καθένας που γεννήθηκε απ’ το Θεό νικά τον κόσμο. Κι αυτή είναι η νίκη που νίκησε τον κόσμο: η πίστη μας» (Α’ Ιωάννης 5, 4).

Από γραμματολογικής άποψης, το ρήμα πιστεύειν, στο τέταρτο Ευαγγέλιο, ακολουθείτε από προθέσεις εις, ότι…. Αλλά μια πρόθεση έχει την απόλυτη πρωτοτυπία, πρόκειται για την πρόθεση εις στην αιτιατική (36 φορές). Ένα παράδειγμα:  «Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ» (Ιωάννης 2, 11).

Αυτός ο γραμματικός «τύπος» για να εκφραστεί η πραγματικότητα της πίστης έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα στην ιωάννειο θεολογία αναφορικά με την πίστη διότι δηλώνει το πρόσωπο στο οποίο πιστεύει ο άνθρωπος και επομένως το θεμέλιο και την αιτία της πίστης.

Αυτός ο τύπος πίστης δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά ούτε στους άλλους τρεις ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς). Ως χριστιανικός νεωτερισμός μπορούμε να πούμε ότι φανερώνει μια βαθύτερη καινοτομία, δηλ. γίνεται όλο και περισσότερο η συνήθης έκφραση για να περιγραφεί η χριστιανική πράξη πίστης. Πράγματι, η έννοια που συνάδει μ’ αυτό τον τύπο, προϋποθέτει μια αυτοαποκάλυψη του Θεού, η οποία κορυφώνεται στο Χριστό, και ταυτόχρονα δείχνει την εσωτερική στάση του ανθρώπου που ανταποκρίνεται σ’ αυτή την αποκάλυψη. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι άγνωστα στον αρχαίο κόσμο. Μπορεί να πιστεύουμε σε πολλά πράγματα, όμως την προσωπική πίστη την δίδουμε σε κάποιον. Δεν πρόκειται για την πίστη στην ύπαρξη κάποιου, π.χ. των αγγέλων, αλλά την πίστη στο Θεό. Μονάχα στο Θεό μπορούμε να πούμε: «Θεέ μου, εγώ πιστεύω απόλυτα σ’ εσένα, σε εμπιστεύομαι», σ’ εσένα θέτω όλη μου την ελπίδα και όλη μου την αγάπη».

Αναφορικά με το θεολογικό νόημα στον Ιωάννη, οι γραμματικοί τύποι «πιστεύω εις», εκφράζουν ένα θεμελιώδες δεδομένο για την ιωάννειο θεολογία της πίστης: την αναγνώριση του Ιησού ως Υιού του Θεού, σταλμένου από τον Πατέρα και μοναδικού Μεσίτη της σωτηρίας. Εξετάζοντας την γλωσσική χρήση, προκύπτει ότι «πιστεύω στον Ιησού» σημαίνει πάνω απ’ όλα ότι αναγνωρίζω αυτό που ο Ιησούς δηλώνει για τον εαυτό του, δηλαδή ότι είναι Υιός του Θεού. Πρόκειται για μια πίστη αδιάλυτα χριστοκεντρική και χριστολογική γιατί έχει το επίκεντρο και το θεμέλιό της στο Χριστό, γιατί ο Ιησούς είναι αδιαίρετα αυτό που αποκαλύπτεται και αυτός που αποκαλύπτει. Ο Χριστός είναι το κέντρο και το θεμέλιο της πίστης γιατί είναι αδιαχώριστα Εκείνος στον οποίο πιστεύουμε (Μεσσίας-Υιός του Θεού) και τον οποίο πιστεύουμε (εκείνος που αποκαλύπτει ότι ο Θεός είναι Πατέρας, που δίδει τον Υιό του για μας) (βλ. Ιωάννης 3, 36· 4, 31 39).

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Πέρα από τους πρωτότυπους γραμματικούς τύπους που χρησιμοποιεί ο Απόστολος Ιωάννης για να εκφράσει το δυναμισμό της πίστης, η πρωτοτυπία της θεολογίας του βρίσκεται στην αγγελία της πληρότητας της χάρης που ο Θεός, μέσω του Ιησού, μεταδίδει στους ανθρώπους. Και αυτή η χάρη, για τον Απόστολο της αγάπης, έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, πρόκειται για την πληρότητας της ζωής που ο ίδιος ο Ιησούς λαμβάνει από τον Πατέρα και την μεταδίνει σε εμάς (Βλ. Ιωάννης 4, 9· 5, 26). Αυτή η ζωή χαρακτηρίζεται ως ζωή «αιώνια», ή ζωή «θεϊκή». Η πρόσβαση και η συμμετοχή σ’ αυτήν γίνεται με την ελεύθερη συγκατάθεσή μας, μέσω της πίστης. Ήδη από τώρα οι άνθρωποι λαμβάνουν την «αιώνια ζωή» μέσω του Πνεύματος του Αναστημένου (Ιωάννης 3, 36· 6, 63). Το Άγιο Πνεύμα μας βοηθά συνεχώς να αποδεχθούμε αυτή τη ζωή μέσω της πίστης.

Η ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ

Στον τρόπο που τοποθετεί ο Ιωάννης το ζήτημα της πίστης, τα σημαντικότερα στοιχεία είναι η εμπιστοσύνη και η προσωπική αφοσίωση στον Ιησού. Η πίστις είναι προσωπική σχέση με το Χριστό.

Πιστεύοντας στο Χριστό, ο άνθρωπος μετέχει της γνώσης (ένωση, κοινωνία με) που έχει ο ίδιος ο Ιησούς για τον Πατέρα και με τον Πατέρα και έτσι λαμβάνει τη ζωή του Θεού. Η απόφαση της πίστης ισούται με το δόσιμο του ανθρώπου στον Χριστό πιστεύοντας και εμπιστεύοντας Αυτόν. Αυτή η συγκεκριμένη σχέση πίστης, ο Άγιος Ιωάννης εκφράζει με τη φράση «πηγαίνω προς τον Ιησού» (Βλ. Ιωάννη 6, 36.37.44), με το να «ακολουθώ τον Ιησού» Βλ. (Ιωάννης 8, 12· 10, 4. 27), με το να «ακούω τη φωνή του» (Βλ. Ιωάννης 8, 47· 10, 27). Βλέπουμε λοιπόν ότι πιστεύω σημαίνει συγκατατίθεμαι στην αυτοαποκάλυψη του Ιησού και συνδέομαι μ’ αυτόν τον μοναδικό Μεσίτη της σωτηρίας για να έχω μ’ αυτό τον τρόπο την αιώνια ζωή: «Αυτός που πιστεύει στον Υιό έχει την αιώνια ζωή. Ενώ όποιος απειθεί στον Υιό δε θα δει τη ζωή, αλλά η οργή του Θεού μένει πάνω του» (Ιωάννης 3, 36).

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΘΕΟ

Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο η έννοια του πιστεύω τον/στον Ιησού υπογραμμίζει το ρόλο του ως εκείνου που αποκαλύπτει το Θεό. Αυτή η αποκάλυψη γίνεται

  • με τα ίδια τα λόγια και τα έργα του Ιησού: «Όταν, λοιπόν, αναστήθηκε από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθητές του ότι το είχε πει αυτό και πίστεψαν στη Γραφή και στο λόγο που είπε ο Ιησούς» (Ιω. 2, 22),
  • με την προσωπική του μαρτυρία: «Αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: “Και αν εγώ δίνω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου είναι αληθινή, διότι γνωρίζω από πού ήλθα και πού πηγαίνω. Αλλά εσείς δε γνωρίζετε από πού έρχομαι ή πού πηγαίνω”» (Ιω. 8,14),
  • με την κατοχή της αιώνιας ζωής: «Αλλά αυτά [τα σημεία που έκανε ο Ιησούς] γράφτηκαν, για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο

Υιός του Θεού και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά του» (Ιω. 20,

31),

  • με τη θεότητά του: «Του λέει ο Ιησούς: "Επειδή με είδες, πίστεψες.

Μακάριοι όσοι δεν είδαν και πίστεψαν"» Ιω. 20, 29)

  • και με τη μετάβασή του από το θάνατο στη ζωή: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω: όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ’ αυτόν που με έστειλε, έχει την αιώνια ζωή και δε θα φθάσει στην κρίση, αλλά έχει περάσει απ’ το θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5, 24).

Επίσης και στον Άγιο Ιωάννη η ανάγκη της πίστης αποσκοπεί στη σωτηρία, όμως αντίθετα απ’ ότι στον Απόστολο Παύλο, η σωτηρία δεν εκφράζεται ως «δικαίωση» αλλά ως «ζωή». Εφόσον η ζωή του Θεού δίδεται στους ανθρώπους μονάχα μέσω του Χριστού (Βλ. Ιω. 5, 26.40· 10, 10.28· 14, 6· Α’ Ιω. 5, 11-12), η σωτηρία ή η απώλεια της σωτηρίας αποφασίζεται μέσα στην πίστη ή στην απιστία σ’ Αυτόν. Όποιος πιστεύει στο Χριστό ήδη τώρα λαμβάνει την αιώνια ζωή (Ιω. 3, 16.36), όποιος αρνείται να πιστέψει σ’ Αυτόν, αρνείται το δώρο της «ζωής», δηλ. διαλέγει από μόνος του την απώλεια, καταδικάζει τον εαυτό του (βλ. Ιω. 3, 17-19). «Αυτός που πιστεύει στον Υιό έχει την αιώνια ζωή. Ενώ όποιος απειθεί στον Υιό δε θα δει τη ζωή, αλλά η οργή του Θεού μένει πάνω του» (Ιωάννης 3, 36).

Η βαθιά ριζοσπαστικότητα της χριστιανικής πίστης λοιπόν, βασίζεται στον οριστικό χαρακτήρα της σωστικής πράξης του Θεού που φανερώνεται με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Ο άνθρωπος με τη σειρά του, καλείται από το Χριστό και από τη δωρεά του Πνεύματος να συμμετέχει στην ίδια τη ζωή του Αναστημένου Χριστού. Η πόρτα που ανοίγει το δρόμο για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου του Θεού είναι η πίστη: «Όποιος πιστεύει στον Υιό του Θεού, κατέχει μέσα του τη μαρτυρία που έδωσε ο Θεός για τον Υιό του … ο Θεός μας έδωσε αιώνια ζωή. Κι αυτή η ζωή βρίσκεται στον Υιό του. Όποιος κατέχει τον Υιό, κατέχει και τη ζωή. Όποιος δεν κατέχει τον Υιό του Θεού, δεν κατέχει τη ζωή» (Α’ Επιστολή Ιωάννη 5, 10-12 passim).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Όσα προείπαμε δείχνουν ότι η πίστη στον Απόστολο Ιωάννη είναι μα πραγματικότητα που μεταμορφώνει ριζικά την κατάσταση του ανθρώπου. Θα λέγαμε ότι με την πίστη πραγματοποιείται ένα καθοριστικό βήμα, το βήμα από το θάνατο στη ζωή: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω: όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ’ αυτόν που με έστειλε, έχει την αιώνια ζωή και δε θα φθάσει στην κρίση, αλλά έχει περάσει από το θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5, 24).

Για τον Ιωάννη, η ριζοσπαστικότητα της πίστης προέρχεται από το ότι είναι καθοριστική για την ανθρώπινη ύπαρξη και το νόημά της. Το έσχατο νόημα της ύπαρξης παίζεται στο δίλημμα πίστη-απιστία, ζωή-θάνατος, σωτηρία-απώλεια, φως-σκότος, αλήθεια-ψέμα. Μ’ αυτούς τους όρους το τέταρτο Ευαγγέλιο εκφράζει εμφαντικά το βάθος και το ριζοσπαστισμό της πίστης. Ο άνθρωπος οικοδομεί τη ζωή του είτε εμπιστευόμενος στο έργο του Θεού εν Χριστώ είτε ακουμπώντας στον εαυτό του, με όλες τις συνέπειες: την αιώνια ζωή ή τον θάνατο.

Καθοριστική, στη διαδικασία της πίστης, είναι η πρωτοβουλία του Θεού στο να ανατείλει και να αναπτυχθεί η πίστη και να αναγνωριστεί ο Χριστός ως Υιός: «Κανένας δε μπορεί να έλθει σε μένα αν ο Πατέρας που με έστειλε δεν τον ελκύσει κι εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη ημέρα» (Ιω. 6, 44). Υπό αυτή την έννοια, πιστεύω σημαίνει συγκατατίθεμαι στην έλξη του Θεού ακούγοντάς τον με υπακοή. Ο πιστός, αποφασίζοντας υπέρ της πίστης με μια πράξη υπακοής γεμάτη εμπιστοσύνη και αγάπη, συγκαταβαίνει στην έλξη του Θεού, μια έλξη που έρχεται με το Χριστό, μέσα από τα λόγια του και τα θαύματά του.

Στην ιωάννεια γραμματεία λείπει ο όρος μετάνοια. Αντίθετα, η βαθιά έννοια της διαδικασίας της μεταστροφής ενσωματώνεται και εκφράζεται στην στάση «πίστης» η οποία νοείται ως υπακοή ή διαθεσιμότητα της ελευθερίας του ανθρώπου να ακολουθήσει την σωστική πρωτοβουλία του Θεού εν Χριστώ: όποιος πιστεύει έχει τη «ζωή».

Στα γραπτά του Ιωάννη, τα ρήματα «πιστεύω» και «γνωρίζω» έχουν συχνά το ίδιο αντικείμενο: τον Ιησού ως Υιό του Θεού (Ιω. 8, 24.28). Πιστεύω σημαίνει αναγνωρίζω ότι ο Ιησούς είναι ο απεσταλμένος του Πατέρα (Ιω. 11, 41), ο Μεσσίας (Ιω. 11, 27), ο Υιός του Θεού (Α’ Ιω. 5, 5) και αποδέχομαι τη μαρτυρία που δίνει για τον εαυτό του ο Ιησούς (Ιω. 3, 11). Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πρόκειται για μια σχέση πίστης-γνώσης που συνεπιφέρει μια βαθιά προσωπική συμμετοχή στην πράξη πίστεως, κατά τρόπο δυναμικό και υπαρξιακό. Αυτός ο δυναμισμός εκφράζεται μέσα από μια σειρά ρημάτων, συνώνυμων του «πιστεύω», όπως «πιστεύω στο Χριστό», «έρχομαι σ’ Αυτόν», «Τον ακολουθώ», κτλ. Επομένως, πιστεύω στο Χριστό ισοδυναμεί με το «έρχομαι σ’ Αυτόν» (Ιω. 5, 40), «Τον αποδέχομαι» (Ιω. 12), «Τον αγαπώ» (Ιω 8, 42).

 

+ Ιωάννης Σπιτέρης

Αρχιεπίσκοπος

Greek Armenian English Filipino French Italian Ukrainian