Logo
Η ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (Β’ Μέρος)
 
ΕΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Η «ΑΙΤΙΑ» ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ  ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΚΑΚΟ,  Ο ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ;
 
Αυτή η ερώτηση είναι η μεγαλύτερη πρόκληση εναντίον της πίστεως προς το Θεό. Γιατί υποφέρουμε αν ο Θεός μας αγαπά και όλα εξαρτώνται από Αυτόν; Αυτή η ερώτηση συνοδεύει και βασανίζει όλη την ιστορία της ανθρωπότητας.
 
Και άμεσα ή έμμεσα, έχουμε ήδη αναφερθεί σ’ αυτό το πρόβλημα του κακού με τη μορφή του πόνου και της αμαρτίας, σε σχέση με το Θεό. Πάντως ότι και να πούμε για να φωτίσουμε το πρόβλημα του κακού, αυτό δεν παύει να ανήκει στην περιοχή του μυστηρίου. Εντούτοις, νομίζουμε ότι οι ακόλουθες σκέψεις μπορεί κάπως να βοηθήσουν τον προβληματισμό μας γύρω από τον πόνο. Ωστόσο, μόνο η πίστη μας βοηθάει να μη «σκανδαλιστούμε» μπροστά στο δράμα του πόνου.     
Ο ΘΕΟΣ ΔΕ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ
 
Ο Θεός αποκαλύπτεται σ’ ένα λαό για να τον βοηθήσει ν’ απελευθερωθεί από τη σκλαβιά και από τα βάσανα, για να τον βοηθήσει να ζήσει ευτυχισμένος (βλ το βιβλίο της Εξόδου). Ο Θεός της Αγίας Γραφής δε διαψεύδει ποτέ τη βασική Του θέληση να προάγει τη ζωή, το καλό, την πάλη εναντίον κάθε μορφής κακού. Και πραγματικά ο Θεός έπλασε τον κόσμο και τον άνθρωπο και είδε «ότι ήταν καλόν» (βλ.  Α’ και Β’ κεφάλαιο του βιβλίου της Γέννησης).
 
Ο ΠΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΩΣ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
 
Ο Θεός θέλει τη ζωή. Όχι όμως μια ζωή εύκολη και χωρίς καμία προσωπική συνεισφορά από μέρους του ανθρώπου. Ο Θεός θέλει τη ζωή ως μια κατάκτηση του ανθρώπου. Ο Θεός στην δημιουργία, όπως ο λαός του Ισραήλ στη διαθήκη - συμφωνία, τοποθετείται μπροστά σ’ ένα δίλημμα: ή να εισαχθεί στη ζωή με το να προσκολληθεί στο Θεό ή να τον κυριαρχήσει ο θάνατος με το ν’ απαρνηθεί το Θεό. Αυτό δεν είναι ιδιοτροπία ενός τυράννου, αλλά είναι ο νόμος της δομής του κόσμου. Ο κόσμος είναι καλός, γιατί τον διαπερνά η λογική της αγάπης του Δημιουργού. Απορρίπτοντας αυτή τη λογική, ο άνθρωπος διακόπτει το ρεύμα της ζωής που κυκλοφορεί στο σύμπαν. Ο πόνος, λοιπόν, είναι απών από τον κόσμο του Θεού, είναι, όμως παρών σαν δυνατότητα στην επιλογή που θα κάνει ο άνθρωπος.
 
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΟ ΚΑΚΟ
 
Η διδασκαλία της προπατορικής αμαρτίας σημαίνει ουσιαστικά, ότι εάν υπάρχει σήμερα ο πόνος και η δυστυχία, αυτή οφείλεται στην ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου, που απέρριψε το κάλεσμα του Θεού. Μήπως δεν έχουμε και εμείς σήμερα την ίδια εμπειρία; Ένα μεγάλο μέρος της δυστυχίας του ανθρώπου οφείλεται στον εγωισμό, στη δίψα για την εξουσία, στην αχόρταγη επιθυμία για κατοχή αγαθών. Οι πόλεμοι, η φτώχεια του προλεταριάτου, η πείνα, η παιδική θνησιμότητα και άλλα φοβερά σημεία της εποχής μας, οφείλονται στον εγωισμό του ανθρώπου. Τρομερές ασθένειες όπως ο καρκίνος, θα’ χαν τεθεί υπό έλεγχο, εάν οι κυβερνήσεις αφιέρωναν λίγα από τα αστρονομικά ποσά που σπαταλούν στους εξοπλισμούς, για τη ιατρική έρευνα. 
 
 Ένα μέρος από τις δυστυχίες και τον πόνο που πλήττουν τον κόσμο οφείλεται στην ίδια την υπόσταση του κόσμου, που εξελίσσεται προοδευτικά. Ο κόσμος από φυσική άποψη δεν είναι κάτι το δεδομένο, το οριστικό, αλλά βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη. Αυτή η κοσμολογική εξέλιξη ωστόσο, μπορεί να ζημιώσει τον άνθρωπο (σεισμοί, πλημμύρες, πυρκαγιές, ξηρασία…). Και σ’ αυτόν τον τομέα θα μπορούσαν να αποφευχθούν αρκετές δυστυχίες, εάν υπήρχε εκ μέρους του ανθρώπου λιγότερη επιπολαιότητα, προχειρότητα και εγωισμός. Όλοι γνωρίζουμε σήμερα ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη με τις επακόλουθες οικολογικές καταστροφές οφείλονται στον εγωισμό του ανθρώπου που δεν τον ενδιαφέρει να καταστρέψει το περιβάλλον μας, αρκεί να απολαύσει μόνο αυτός εδώ και τώρα τα αγαθά της γης, που ο Θεός έπλασε  για όλους τους ανθρώπους.    
 
 Ωστόσο, μολονότι μπορεί να προκαλέσει ζημιές, είναι καλό να υπάρχει ένας τέτοιος κόσμος, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος με την πάλη του και τη δράση του μπορεί να συμμετάσχει στη δημιουργική δραστηριότητα του Θεού. Ένας κόσμος «έτοιμος» θα’ ταν το χειρότερο κακό, που θα μπορούσε να κάνει στα πλάσματά του ο Πλάστης.
 
ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ «ΚΑΛΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ
 
Συχνά αναρωτιόμαστε «αν ο Θεός είναι τόσο καλός, πώς επιτρέπει τόσο κακό ή γιατί δε μου κάνει αυτή τη χάρη»;
 
Αυτό οφείλεται είτε στο ότι δεν ξέρουμε τι σημαίνει «Αγαθότητα» του Θεού, είτε στο ότι έχουμε μια λανθασμένη αντίληψη για το Θεό. Συχνά, προβάλλουμε στο Θεό τη δική μας φτωχική εμπειρία καλοσύνης. Για πολλούς, ο «καλοκάγαθος» Θεός είναι ένα είδος ασφαλιστικής εταιρείας κατά των ατυχημάτων ή ένα είδος «Άη-Βασίλη» ή ένας θείος από την Αμερική, που δωρίζει στους ανθρώπους ότι επιθυμούν και επεμβαίνει για να ξελαφρώσει τους ανθρώπους από τη δοκιμασία, τη δυσκολία, την κούραση, να τους δώσει την υγεία... Κι όταν δεν βλέπουμε να υλοποιείται ένα τέτοιο είδος θεϊκής «καλοσύνης», τότε βγάζουμε το συμπέρασμα πως ο Θεός δεν είναι «καλοκάγαθος» ή ακόμα χειρότερα αμφιβάλλουμε για την ύπαρξή Του.
 
Ήδη, σ’ ένα ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει ένα υψηλότερο είδος καλοσύνης: είναι αυτή που δεν αρκείται να δίνει, αλλά βοηθά τον άλλο να είναι και να γίνει πραγματικά αυτό που πρέπει να είναι. Τον βοηθά να είναι αυτόνομος, ενήλικος, ώριμος ανεξάρτητος. Ο Θεός αντιμετωπίζει με σοβαρό τρόπο τα πλάσματά Του, δεν τα θεωρεί μικρά παιδιά, αλλά ενήλικους που αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους και παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο. Αυτό βέβαια είναι σκληρό και οδυνηρό, όμως είναι αξιοπρεπέστερο για τον άνθρωπο. Εξ’ άλλου ο Θεός, με πολλούς τρόπους, από το κακό και τη δυστυχία βγάζει τελικά το καλό. Εισέρχεται σ’ αυτόν τον γεμάτο αμαρτία και πόνο κόσμο, προπάντων με την ενανθρώπιση και τη Σωτηρία του Υιού Του, του Ιησού Χριστού, που φορτώθηκε όλες τις αμαρτίες και τον πόνο του ανθρώπου και θυσιάστηκε, αλλάζοντας την ανθρώπινη κατάσταση, σε μια στάση ελπίδας, που ζωοποιείται από την αναμονή της αιώνιας ζωής.
 
ΜΠΟΡΕΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΟ ΘΕΟ;
 
Πώς μπορεί η προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι από το Θεό, να είναι αποτελεσματική; Μπορούμε δηλαδή, να επηρεάσουμε το Θεό με την προσευχή μας; Η προσευχή αιτήσεως είναι ένα είδος μαγείας, με το οποίο αναγκάζουμε το Θεό να μας εισακούσει; Αφού ο Θεός γνωρίζει τα πάντα, γιατί να του ζητήσουμε μια χάρη; Σ’ αυτά τα ερωτήματα θα δώσουμε μια σύντομη απάντηση.
 
Η προσευχή ασφαλώς δεν είναι μαγεία. Δεν αναγκάζουμε το Θεό με τη φωνή μας να μας εισακούσει, ούτε με τα τάματά μας, ούτε με οτιδήποτε άλλο. Γι’ αυτό, για να είναι πραγματική η προσευχή μας, πρέπει να έχουμε υπόψη όλα όσα ακολουθούν:
 
Προσευχή αιτήσεως είναι προσευχή μόνο εάν, μαζί με τη θέληση μας, ν’ αποκτήσουμε κάτι το συγκεκριμένο και γήινο, περιέχει και την απόλυτη διάθεσή μας να υποταχθούμε στη θέληση του Θεού. Δεν μπορούμε να πλησιάσουμε το Θεό με την προσευχή μας, χωρίς να εγκαταλείψουμε σ’ Αυτόν, με εμπιστοσύνη και αγάπη, την ύπαρξή μας, αναγνωρίζοντας, μάλιστα ότι όχι μόνο δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη φύση του Θεού, αλλά και τη δράση Του και την ελεύθερη θέλησή Του (βλ. Ματθαίος 26, 29).
 
Το γεγονός ότι με την προσευχή, ο άνθρωπος εγκαταλείπει εντελώς τον εαυτό του στο Θεό, σημαίνει ότι όλα τα γήινα αγαθά που ζητάμε από το Θεό, δεν αποτελούν για μας το απόλυτο: ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι και το αντίθετο από εκείνο που ζητά, μπορεί να συμβάλλει στη σωτηρία του, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού.
 
Όλα, ζωή ή θάνατος, υγεία ή αρρώστια, παύουν να αποτελούν για τον άνθρωπο ένα ιδεολογικό ή φυσιολογικό απόλυτο, όταν αυτός ο άνθρωπος προσφέρεται με αγάπη στον Θεό. Μόνο μ’ αυτές, συνεπώς τις προϋποθέσεις, η αίτηση που απευθύνεται προς το Θεό, είναι πραγματικά προσευχή και έχει τη βεβαιότητα, ότι θα φτάσει στο Θεό.
 
Ο άνθρωπος, που πλησιάζει το Θεό μ’ αυτό τον τρόπο και εγκαταλείπεται σ’ Αυτόν χωρίς όρους, είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος κι όχι μια αφηρημένη ιδέα, δεν είναι δηλαδή, ο καθαρά θρησκευόμενος άνθρωπος που λαχταρά μόνο το Θεό. Είναι ο καθημερινός άνθρωπος, με τους φόβους του και το καθημερινό του δράμα. Και φυσικά, είναι ο ίδιος ο Θεός που έκανε έτσι τον άνθρωπο, με τις ορμές του και τις ζωτικές του ανάγκες. Δεν ξέρουμε τι θέλει ο Θεός από μας, αν θέλει, δηλαδή, ή δε θέλει να μας χορηγήσει αυτό που Του ζητάμε. Γι’ αυτό όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπεται ολοκληρωτικά στο Θεό και ταυτόχρονα τον ικετεύει για ένα συγκεκριμένο αγαθό, κάνει μια προσευχή αιτήσεως και ταυτόχρονα εγκαταλείπεται σε Αυτόν με την εμπιστοσύνη του μικρού παιδιού, που έχει απόλυτη ανάγκη από τον Πατέρα του.   
 
Δεν χρειάζεται να ξέρει ότι αυτή η αίτησή του, συμβαδίζει με το Παντοδύναμο, Πάνσοφο και Αμετάβλητο σχέδιο του Θεού. Μπορούμε να σκεφτούμε πως ο Θεός έχει ήδη προβλέψει να εισακούσει την προσευχή μας απ’ όλη την αιωνιότητα. Μπορούμε όμως -ακόμα- να σκεφτούμε, πως το πραγματικό αποτέλεσμα της προσευχής, είναι, ότι αυτό που ζητάμε, εισάγεται στο σχέδιο της σωτηρίας μας, γίνεται δηλαδή, για μας σωτηρία, όποιο αποτέλεσμα κι αν έχει η προσευχή μας.
 
Η ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
 
Έχουμε ήδη αναφερθεί στο πρόβλημα του πως συμβαδίζει η παντοδυναμία του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου. Τώρα αντιμετωπίζουμε το ίδιο πρόβλημα σχετικά με την παντογνωσία του Θεού.
 
 Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Τα πάντα υπάρχουν και είναι αληθινά, ακριβώς γιατί ο Θεός τα γνωρίζει. Ότι υπάρχει στα πλάσματα προέρχεται από το Θεό και είναι καρπός της ελεύθερης εκλογής Του. Ο Θεός, γνωρίζοντας τη θέλησή Του, δημιουργεί τα πάντα, γι’ αυτό και δεν υπάρχει κάτι που να μην το γνωρίζει ο Θεός. Γνωρίζει τα πάντα όχι ως παρελθόντα ή μέλλοντα, αλλά τα πάντα ως παρόντα. Εάν ο Θεός είναι εκτός του χώρου και του χρόνου, αν υπερβαίνει τον κόσμο και επομένως τη ροή του χρόνου, και αν ο κόσμος και η παγκόσμια τάξη εξαρτώνται από το Θεό, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός γνωρίζει ως παρών (τώρα) ότι είναι στον κόσμο σ’ οποιαδήποτε χρονική διάσταση.
 
Για το Θεό τα πάντα είναι παρόντα, όχι με την έννοια ότι ο Θεός και το αντικείμενο της γνώσης Του υποκύπτουν στην χρονική πραγματικότητα (όπως δηλαδή όταν λέμε ότι κάτι από μας είναι παρόν) αλλά με την έννοια ότι η θεϊκή γνώση συμπίπτει με τη δημιουργία της πραγματικότητας που ο Θεός γνωρίζει: Δηλαδή, στο Θεό, αιτία και αποτέλεσμα (αίτιο και αιτιατό) είναι ταυτόχρονα. Ο Θεός γνωρίζει τα πράγματα γιατί είναι η δημιουργική αιτία των πάντων. Ωστόσο, αν ο Θεός γνωρίζοντας το μέλλον το έχει ήδη δημιουργήσει, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν υπάρχουν ελεύθερες πράξεις του ανθρώπου και ότι όλα είναι ήδη προκαθορισμένα; Αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη εντύπωση. Πραγματικά, η παντοδυναμία του Θεού εκφράζεται ακριβώς με το να μπορέσει ο άνθρωπος να έχει ελεύθερες επιλογές, να μπορέσει δηλαδή να δράσει, χωρίς να έχει προκαθοριστεί οποιαδήποτε κίνηση του από το Θεό. Γι’ αυτό, όπως ο Θεός επεμβαίνει ως δημιουργική αιτία, σύμφωνα με τις συνθήκες που εμείς ελεύθερα διαμορφώνουμε, έτσι, επίσης, γνωρίζει τα πάντα σύμφωνα μ’ αυτές τις ίδιες τις συνθήκες. Γνωρίζει τις μέλλουσες ελεύθερες πράξεις μου, σύμφωνα με τις εκλογές που εγώ θα κάνω, πραγματικά ελεύθερα. Κι αυτό, γιατί ο ίδιος ο Θεός, ελεύθερα θέλει να γνωρίζει και να δρα μ’ αυτό τον τρόπο. Αυτό που για τη δική μας λογική είναι αδύνατο να συνυπάρξει, για το Θεό συνυπάρχει και σ’ αυτό συνίσταται η παντοδυναμία του. Κάνει ώστε, αυτός να είναι παντογνώστης και ο άνθρωπος να είναι ελεύθερος. 
  
Πάντως, για όποιον πιστεύει, ένα είναι βέβαιο: Σε όλα τα συμβάντα της ζωής μας ο Θεός παραμένει κοντά μας, για να μας βοηθήσει και να μετατρέψει σε όφελός μας κάθε τι που φαινομενικά μας παρουσιάζεται σαν «κακό». Όσες δυσκολίες και αν παρουσιάζονται στα ανθρώπινα λόγια μας, όταν μελετάμε το μυστήριο του Θεού, παραμένει σταθερή η πίστη μας ότι ο Θεός είναι ο Θεός-Αγάπη και είναι πάντα μαζί μας.
  
 
+ Ιωάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος
 
cen.gr 2016