Επιδιώκοντας μία προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα,επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε το Μυστήριο που εορτάζουμε αυτές τις μέρες: το Μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων. Αμέσως, όμως, τίθεται το ερώτημα: «Σώζονται μονάχα οι χριστιανοί;», «Ο Χριστός είναι Σωτήρας μόνο των χριστιανών;».
Ούτε καν δεν θα έπρεπε να τίθενται τέτοια ερωτήματα. Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα, και θα έλεγα ιδιαίτερα σήμερα, συναντάμε μία σταθερή, σχεδόν, τάση και αντιμετώπιση στην ιστορία των θρησκειών: την «αποκλειστική ιδιοποίηση» του Θεού. Είναι σύνηθες να χρησιμοποιείται η κτητική αντωνυμία «δικός μας» για τον Θεό, με αναφορά στο δικό μας λαό κι έτσι, οδηγούμαστε να περιορίζουμε την εμβέλεια της σωτηρίας. Δημιουργείται η τάση να θεωρούνται ορισμένοι λαοί ως «εκλεκτοί» από τον Θεό και να αποκλείονται κάποιοι άλλοι. Δεν ξεκινάμε από τον Θεό για να κατευθυνθούμε προς τους λαούς, αλλά από την εθνική μας ταυτότητα για να κατευθυνθούμε προς τον Θεό, τοποθετώντας την στο κέντρο των πάντων. Χρησιμοποιούμε τον Θεό και τη θρησκεία ως εργαλείο ενοποίησης του λαού, ως μέσο για να αποκτήσουμε ταυτότητα με τον αποκλεισμό των άλλων. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το φαινόμενο του εθνοκεντρισμού.
Και όμως, ο Λόγος του Θεού καταρρίπτει την ιδέα μιας περιορισμένης σωτηρίας για μια ομάδα ανθρώπων. Αρκεί να αναφέρουμε από την Α΄ επιστολή του Παύλου προς τον Τιμόθεο(2, 3-4) ότι : «Ο σωτήρας μας Θεός, θέλει όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να φθάσουν στην επίγνωση της αλήθειας». Αυτό το χωρίο υπογραμμίζει τη βούληση του Θεού να σώσει όλους τους ανθρώπους και τον μοναδικό και καθοριστικό ρόλο του Ιησού Χριστού ως μεσίτη μεταξύ του Θεού και της ανθρωπότητας.
Με βάση αυτά, αλλά και παρόμοια κείμενα,από την αρχή οι Πατέρες της Εκκλησίας, αντιτάχθηκαν σε κάθε μορφή αριστοκρατισμού, σεκταρισμού ή περιορισμού, λάθη που εγκλωβίζουν τη χάρη του Θεού μονάχα σε μια φυλή, κοινωνική τάξη ή σχολή.
Η καθολικότητα της σωτηρίας προκύπτει από όλα όσα αναπτύξαμε προηγουμένως. Εάν το αρχικό σχέδιο του Θεού είναι να ενώσει τον άνθρωπο μαζί Του, αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος, απλά και μόνο λόγω της δημιουργίας του, εντάσσεται στη δυναμική της σωτηρίας. Και εάν ο Χριστός, με την ενσάρκωσή Του, ανακεφαλαιώνει όλη την ανθρωπότητα, ακόμη και το σύμπαν, τότε κανείς δεν εξαιρείται από το σωτήριο έργο Του. Η σωτηρία, από τη φύση της, δεν μπορεί παρά να είναι καθολική. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, από τους αποστολικούς και μετά-αποστολικούς χρόνους, είχαν πλήρη επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Ας θυμηθούμε τη σκέψη μερικών εξ’ αυτών.
Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας (πέθανε περί το 165)
Η ελληνική απολογητική τον 2ο αιώνα αντιμετώπιζε μια δυσκολία την οποία έθεταν στους χριστιανούς οι Ιουδαίοι και οι εθνικοί: «Αν ο Χριστιανισμός ήταν μια νέα θρησκεία, πώς μπορούσε να είναι η μόνη αληθινή, αφού δεν εγγυόταν σωτηρία για όλους τους ανθρώπους; Αν ο Χριστός ήταν η μόνη πηγή σωτηρίας, ποια ήταν η μοίρα όσων έζησαν πριν από Αυτόν;». Η απάντηση των απολογητών, ξεκινώντας από τον Ιουστίνο, ήταν: «Σύμφωνα με τις Γραφές (Εβρ. 1,1-3), υπάρχει μια ιστορία σωτηρίας που αγκαλιάζει ολόκληρη τη δημιουργία. Ο Λόγος, μέσω του οποίου ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, αποκαλύπτει τον Εαυτό Του σε όλους τους ανθρώπους. Μέσω αυτής της αποκάλυψης, προσβάσιμης σε Εβραίους και εθνικούς, ο Λόγος νίκησε το σκοτάδι και έφερε το φως. Η νίκη Του, που πραγματοποιήθηκε με την ενσάρκωση και την ταπείνωσή Του, θα αποκαλυφθεί πλήρως μόνο στην Παρουσία Του».
Ειρηναίος της Λυών (π. 140-202)
Ο Ειρηναίος αποκαλείται «θεολόγος της ιστορίας της σωτηρίας». Γι’αυτόν, η σωτηρία ξεκινά με τη δημιουργία και πραγματοποιείται μέσω του Χριστού, που εκδηλώνεται σταδιακά σε όλους τους λαούς. Το Άγιο Πνεύμα φανερώνει τον Χριστό σε όλους, επειδή η σωτηρία αφορά τους πάντες. Ο Χριστός είναι Σωτήρας όλης της ανθρωπότητας και κάθε εποχής: «Ο Ιησούς Χριστός δεν ήρθε μόνο για όσους πίστεψαν σε Αυτόν από την εποχή του Τιβέριου. Ο Πατέρας δεν άσκησε την πρόνοιά Του μόνο για τους σημερινούς ανθρώπους, αλλά για όλους όσους, από την αρχή, φοβήθηκαν και αγάπησαν τον Θεό, ζούσαν με δικαιοσύνη και αγιότητα, και πόθησαν να δουν τον Χριστό και να ακούσουν τη φωνή Του».
Στις ημέρες μας,το θέμα του ευσπλαχνικού Θεού που θέλει να σώσει όλους τους ανθρώπους και της Εκκλησίας που ανοίγει την αγκαλιά της για όλους, αποτελεί για τον Πάπα Φραγκίσκο, ένα από τα πιο συχνά του κηρύγματα. Χαρακτηριστικό είναι το κάτωθι, μικρό δείγμα από μία ομιλία του, στο οποίο τόνιζε: «Αν η σωτηρία προορίζεται για όλους, ακόμη και για τους πιο μακρινούς… μη τυχαίνει λοιπόν να δηλώνουμε έναν Θεό με μεγάλη και ευρεία καρδιά, αλλά στην πραγματικότητα να είμαστε μια Εκκλησία στενόκαρδη, γιατί αυτό θα ήταν κατάρα. Μη συμβεί να κηρύττουμε σωτηρία για όλους, αλλά να κάνουμε αδύνατο το μονοπάτι για να τη δεχτούν…Ο Θεός θέλει οι άνθρωποι να υπερβούν κάθε εθνικό φραγμό και να ανοίξουν στην καθολικότητα της σωτηρίας. Αυτός είναι ο σκοπός: η σωτηρία είναι για όλους».
Τότε ίσως ρωτήσετε: Τι σημαίνει λοιπόν η ρήση του Αγίου Κυπριανού της Καρθαγένης «Extra Ecclesiam nulla salus» («Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»); Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε και απασχολεί τον θεολογικό προβληματισμό. Δεν είναι όμως ο χώρος αυτός κατάλληλος για να αναπτύξουμε σε βάθος αυτό το θέμα. Επιχειρούμε μονάχα μια νύξη για τη λύση του, όπως αυτή αντανακλά στη σύγχρονη καθολική θεολογία.
Βέβαια, αν η Εκκλησία (ως Σώμα Χριστού με τα μυστήρια και τη διδασκαλία της) δεν ήταν απαραίτητη για τη σωτηρία, γιατί ο Κύριος να την είχε ιδρύσει; Ωστόσο ένα παραμένει αληθές: Εφόσον ο Θεός θέλει να σώσει όλους και να τους ενώσει μαζί Του, δεν μπορεί να βάλει ο ίδιος όρια σε αυτήν την θέλησή Του. Βέβαια ο ορατός τρόπος για να πραγματοποιηθεί αυτή η βούληση του Θεού, παραμένει η Εκκλησία ως «μυστήριο κοινωνίας». Αλλά, ο Θεός, στην πανάγαθη και παντοδύναμη θέληση να σώσει όλους τους ανθρώπους, βρίσκει τρόπους να φτάσει σε κάθε άνθρωπο και να τον προσκαλέσει σε κοινωνία μαζί Του. Οι πρώτοι Πατέρες, όπως αναφέραμε,σε μία εποχή που ο κόσμος, στην πλειοψηφία του, δεν ήταν ακόμα χριστιανικός, κατανοούσαν ότι ο Θεός και ο Λόγος Του μπορούσαν να φωτίσουν και να προσκαλέσουν κάθε άνθρωπο. Σήμερα μερικοί μεγάλοι καθολικοί θεολόγοι κάνουν λόγο για τους «ανωνύμους χριστιανούς», αυτούς δηλαδή που είναι χριστιανοί χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν, αλλά ο τρόπος ζωής τους αντανακλά, κατά έναν τρόπο, τη διδασκαλία του Ιησού.
Ένα είναι βέβαιο: Τα όρια της Εκκλησίας ξεπερνούν τα ίδια τα κανονικά όρια της Εκκλησίας!
+ Ιωάννης Σπιτέρης,
Αρχιεπίσκοπος