Ένας ορθόδοξος φίλος μου, που του αρέσει μερικές φορές να παρακολουθεί και καθολικές θρησκευτικές ακολουθίες, με ρώτησε γιατί, κατά την τέλεση του Δρόμου του Σταυρού, δεν χρησιμοποιούνται πάντοτε τα ίδια κείμενα, αλλά κάθε ιερέας χρησιμοποιεί διαφορετικά, μάλιστα, ο ίδιος ιερέας αλλάζει το κείμενο από Παρασκευή σε Παρασκευή.
Για εμάς τους Ορθοδόξους, μου είπε, θα ήταν αδιανόητο να αλλάξουμε τα κείμενα, λ.χ. στους «Χαιρετισμούς».
Το πρώτο πράγμα που προσπάθησα να εξηγήσω στον φίλο μου είναι ότι ο Δρόμος του Σταυρού δεν αποτελεί «λειτουργική προσευχή», δηλαδή δεν είναι επίσημη και δημόσια προσευχή της Εκκλησίας, που τελείται από την χριστιανική κοινότητα σύμφωνα με καθορισμένες τελετές και εγκεκριμένα κείμενα, όπως η θεία Λειτουργία και η χορήγηση των ιερών μυστηρίων. Πρόκειται, αντίθετα, για «λαϊκή ευλάβεια», όπως το Ροζάριο της Παναγίας, τα τριήμερα ή τα εννιαήμερα. Οι λαϊκές ευλάβειες είναι μορφές ιδιωτικής ή κοινοτικής ευσέβειας, που δεν ανήκουν επισήμως στη λειτουργική λατρεία, αλλά γεννήθηκαν από την παράδοση και την πίστη του λαού.
Τι είναι ο Δρόμος του Σταυρού;
Ο Δρόμος του Σταυρού αποτελεί μία από τις πιο διαδεδομένες και αγαπημένες ευλάβειες στην Καθολική Εκκλησία. Κατά την τέλεσή του, οι πιστοί, ενώ προσεύχονται και ψάλλουν τον γνωστό μεσαιωνικό ύμνο «Stabat Mater» («Στέκει η Μήτηρ»), διαλογίζονται την πορεία του Ιησού προς τη Σταύρωση μέσα από μία σειρά «στάσεων», για την ακρίβεια δεκατέσσερις, παρμένες από τα Ευαγγέλια αλλά και από αρχαίες παραδόσεις της Εκκλησίας.
Σε όλους τους καθολικούς ναούς υπάρχουν, κατά μήκος των τοίχων, αναπαραστάσεις αυτών των στάσεων, που αφηγούνται την πορεία του Ιησού προς τον Γολγοθά. Ο Δρόμος του Σταυρού τελείται κυρίως τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως στιγμή προσευχής και περισυλλογής πάνω στα Πάθη του Χριστού.
Η φραγκισκανική πηγή της ευλάβειας
Φέτος, που συμπληρώνονται 800 χρόνια από τον θάνατο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι η λαϊκή ευλάβεια του Δρόμου του Σταυρού προέρχεται έμμεσα από τον ίδιο τον Άγιο και άμεσα από τα πνευματικά του παιδιά, τους Φραγκισκανούς.
Οι πρώτοι βιογράφοι του Αγίου, και ιδιαίτερα ο Tommaso da Celano, τονίζουν τον φλογερό έρωτά του για τον Εσταυρωμένο. Ο Φραγκίσκος προσευχόταν επί μακρόν μπροστά στον Εσταυρωμένο, ιδίως ενώπιον του Σταυρού του Αγίου Δαμιανού, από τον οποίο έλαβε την κλήση να «επισκευάσεις τον οίκο μου».
Σε εκείνες τις σιωπηλές και φλογερές προσευχές γεννήθηκε και η περίφημη δέησή του: «Δύο πράγματα σου ζητώ, Κύριε: να αισθανθώ στην καρδιά μου, όσο ζω, εκείνον τον πόνο που εσύ, γλυκύτατε Ιησού, υπέμεινες την ώρα του πικρότατου Πάθους σου, και να αισθανθώ εκείνη την αγάπη χωρίς μέτρο, από την οποία εσύ, Υιέ του Θεού, καιγόσουν όταν υπέφερες τόσο μεγάλο Πάθος για εμάς τους αμαρτωλούς».
Η επίκληση αυτή αποκαλύπτει τη βαθιά επιθυμία του Φραγκίσκου: όχι μόνο να ατενίζει τον Εσταυρωμένο, αλλά να μετέχει εσωτερικά στα αισθήματά Του, να συμμερίζεται τον πόνο και την αγάπη Του.
Το ίδιο πνεύμα εκφράζεται και σε άλλη προσευχή του: «Άρπαξε, σε παρακαλώ, ω Κύριε, με την πύρινη και γλυκιά δύναμη της αγάπης σου, τον νου μου από όλα τα πράγματα που υπάρχουν κάτω από τον ουρανό, ώστε να πεθάνω από αγάπη για την αγάπη σου, όπως εσύ ευδόκησες να πεθάνεις από αγάπη για την αγάπη μου».
Η κορύφωση αυτής της συμμόρφωσης φανερώνεται στα στίγματα που έλαβε στο όρος La Verna το 1224. Σύμφωνα με τους βιογράφους, τα στίγματα αποτελούν το ορατό σφράγισμα μιας μεταμόρφωσης που είχε ήδη συντελεστεί εσωτερικά. Δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά η ύψιστη έκφραση της πλήρους ταύτισής του με τον Εσταυρωμένο Χριστό.
Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι ο Δρόμος του Σταυρού, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αντιπροσωπεύει μια λαϊκή ευσέβεια βαθιά εμπνευσμένη από τη φραγκισκανική πνευματικότητα.
Η προϊστορία: από τα Ιεροσόλυμα σε ολόκληρη την Εκκλησία
Ωστόσο, υπάρχει και μια προϊστορία. Ο Δρόμος του Σταυρού γεννήθηκε από την επιθυμία των χριστιανών να ξαναζήσουν πνευματικά την πορεία του Ιησού προς τον Γολγοθά, κατά μήκος της Οδού του Μαρτυρίου (Via Dolorosa) στα Ιεροσόλυμα, έως τον Πανάγιο Τάφο. Ήδη από τον 4ο αιώνα, μετά την ειρήνη του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι προσκυνητές μετέβαιναν στους Αγίους Τόπους για να διαλογιστούν τα Πάθη. Επειδή όμως δεν μπορούσαν όλοι να ταξιδέψουν εκεί, κατά τον Μεσαίωνα άρχισε να αναπαράγεται συμβολικά η πορεία του Πάθους σε ναούς και μοναστήρια της Ευρώπης.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι Φραγκισκανοί, οι οποίοι από το 1342 έγιναν επίσημοι φύλακες των Αγίων Τόπων με εντολή της Αγίας Έδρας. Αυτοί διέδωσαν στην Ευρώπη την πρακτική των «στάσεων» του Πάθους.
Ο Άγιος Λεονάρδος και το Κολοσσαίο
Καθοριστική μορφή για την επίσημη διάδοση του Δρόμου του Σταυρού υπήρξε ο φραγκισκανός Άγιος Λεονάρδος του Πόρτο Μαουρίτσιο.
Τον 18ο αιώνα κήρυξε λαϊκές ιεραποστολές σε όλη την Ιταλία, ίδρυσε περισσότερους από 570 Δρόμους του Σταυρού και συνέβαλε στην οριστική καθιέρωση των δεκατεσσάρων σταθμών. Το 1750, κατά το Ιωβηλαίο που προκήρυξε ο Πάπας Βενέδικτος ΙΔ΄, ήταν ο ίδιος ο Άγιος Λεονάρδος που ίδρυσε τον Δρόμο του Σταυρού στο Κολοσσαίο της Ρώμης.
Το Κολοσσαίο θεωρούνταν, σύμφωνα με αρχαία παράδοση, τόπος μαρτυρίου πολλών χριστιανών των πρώτων αιώνων. Αν και ιστορικά δεν διαθέτουμε ακριβείς αποδείξεις για τον αριθμό ή τα ονόματα των μαρτύρων που θανατώθηκαν εκεί, έχει καταστεί σύμβολο του αίματος των χριστιανών μαρτύρων.
Το 1750 αφιερώθηκε ως ιερός τόπος: τοποθετήθηκε ένας μεγάλος σταυρός στο κέντρο και καθιερώθηκε ο Δρόμος του Σταυρού ως μνήμη των μαρτύρων και του Πάθους του Χριστού. Από τότε, ιδίως τη Μεγάλη Παρασκευή, ο Πάπας προΐσταται του Δρόμου του Σταυρού στο Κολοσσαίο.
Το «Stabat Mater» και οι σύγχρονες εξελίξεις
Ακόμα και το «Stabat Mater» αποδίδεται από πολλούς μελετητές στον φραγκισκανό μοναχό Iacopone da Todi, ποιητή του 13ου αιώνα.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, το κείμενο αυτού του ύμνου μελοποιήθηκε από πάρα πολλούς συνθέτες, μεταξύ των οποίων: Giovanni Battista Pergolesi, Gioachino Rossini, Antonín Dvořák.
Στη σύγχρονη εποχή καταβάλλεται προσπάθεια να προσφερθεί μια πιο βιβλική μορφή του Δρόμου του Σταυρού. Σημαντικό βήμα έγινε το 1991, όταν προτάθηκε μια μορφή εξ ολοκλήρου θεμελιωμένη στα ευαγγελικά κείμενα, αφαιρώντας ορισμένους σταθμούς ευσεβούς προέλευσης και εισάγοντας επεισόδια που αναφέρονται ρητά στα Ευαγγέλια.
Ήδη σήμερα, σε πολλές ενορίες, προστίθεται και 15ος σταθμός: η Ανάσταση. Η πρακτική αυτή διαδόθηκε κυρίως μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού. Η ιδέα ενός σταθμού «στην αναμονή της Αναστάσεως» είναι θεολογικά ενδιαφέρουσα, διότι αναδεικνύει τη σιωπή του Μεγάλου Σαββάτου, την πίστη στην υπόσχεση και την ελπίδα στη νίκη επί του θανάτου.
Ωστόσο, επισήμως, η παραδοσιακή μορφή παραμένει εκείνη των δεκατεσσάρων σταθμών.
+ Ιωάννης Σπιτέρης
