Μία από τις λίγες ικανοποιήσεις που μπορεί να έχω σήμερα είναι να συναντώ κάποιον μέχρι εκείνη τη στιγμή άγνωστο, ο οποίος σου λέει:
«Ξέρετε, είμαστε φίλοι στο Facebook και διαβάζω με ενδιαφέρον τις αναρτήσεις σας. Κάθε φορά μαθαίνω κάτι».
Η ικανοποίηση γεννιέται κυρίως από αυτή τη σκέψη: «Κοίτα να δεις, υπάρχει ακόμη κόσμος που διαβάζει μέσα σε αυτά τα κοινωνικά δίκτυα και βρίσκει κάτι χρήσιμο, άρα αξίζει να συνεχίσω να γράφω».
Και ακόμη περισσότερο όταν, όπως μου συνέβη πρόσφατα, συναντάς έναν ιερέα της αδελφής Ορθόδοξης Εκκλησίας που σου λέει:
«Διαβάζω τις αναρτήσεις σας και μου αρέσουν, γιατί ως Ορθόδοξος μπορώ κι εγώ να τις συμμεριστώ».
Και εγώ του απάντησα απλά: «Χαίρομαι πραγματικά γι’ αυτό, γιατί δεν γράφω για να κάνω προσηλυτισμό, αλλά για να μεταδώσω τον Λόγο του Θεού. Και ο Λόγος του Θεού, από τη φύση του, ενώνει και δεν διαιρεί».
Το πρόβλημα όμως είναι ότι ανάμεσα στον λαό μας υπάρχει ακόμη μεγάλη άγνοια της Αγίας Γραφής και του αληθινού της νοήματος. Από εδώ προέρχονται πολλοί, καμιά φορά «περίεργοι», τρόποι βίωσης της χριστιανικής πίστης και, κυρίως, οι διαιρέσεις μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών εξαιτίας των ίδιων των βιβλικών κειμένων.
Και εκείνο που προκαλεί μεγαλύτερη έκπληξη είναι ότι οι διαιρέσεις υπάρχουν ακόμη και μέσα στις ίδιες τις χριστιανικές ομολογίες: μεταξύ προοδευτικών και παραδοσιακών, μεταξύ «οικουμενιστών» και «αντιοικουμενιστών», μεταξύ εκείνων που υπερασπίζονται αποκλειστικά τις λεγόμενες «ιερές γλώσσες» και εκείνων που επιθυμούν μια λειτουργία πιο κατανοητή στον απλό λαό. Και ούτω καθεξής.
Κι όμως, ο Κύριος Ιησούς ήρθε ακριβώς για να γκρεμίσει τα τείχη του διαχωρισμού. Ο απόστολος Παύλος γράφει ότι ο Χριστός:
«εἶναι ἡ εἰρήνη μας,
αὐτὸς ποὺ ἀπὸ τὰ δύο ἔκανε ἕνα,
γκρεμίζοντας τὸ μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ,
δηλαδὴ τὴν ἔχθρα»
(Εφ. 2,14)
Στο συγκεκριμένο χωρίο ο Απόστολος μιλά για την ένωση Ιουδαίων και εθνικών, που συμφιλιώθηκαν εν Χριστώ. Όμως γεννιέται αυθόρμητα το ερώτημα: τι θα έλεγε σήμερα ο απόστολος Παύλος βλέποντας τους χριστιανούς να διαιρούνται εξαιτίας ακριβώς εκείνου του Λόγου που θα έπρεπε να τους ενώνει;
Γι’ αυτόν τον λόγο γίνεται ολοένα και περισσότερος λόγος για μια κοινή εργασία των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών στη μετάφραση, στη μελέτη και στη διάδοση της Αγίας Γραφής.
Το «Διευθυντήριο για τον Οικουμενισμό» της Καθολικής Εκκλησίας, στην §183, αναφέρει:
«Η ευλάβεια προς τις Γραφές αποτελεί θεμελιώδη δεσμό ενότητας μεταξύ των χριστιανών… Ό,τι είναι δυνατόν ας γίνει, ώστε τα μέλη των Εκκλησιών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων να διαβάζουν τον Λόγο του Θεού και, αν γίνεται, να το κάνουν μαζί».
Και ακριβώς, εδώ βρίσκεται το αποφασιστικό σημείο: όταν η Αγία Γραφή διαβάζεται με πνεύμα πίστεως, ταπεινώσεως και ειλικρινούς αναζήτησης της αλήθειας, δεν γίνεται όπλο διαίρεσης, αλλά φως που βοηθά τους ανθρώπους να αναγνωρίζονται ως αδέλφια.
Ίσως ο αληθινός οικουμενισμός να μη γεννιέται πρωτίστως από τα έγγραφα ή τις θεολογικές συζητήσεις, όσο αναγκαίες κι αν είναι, αλλά από την κοινή ακρόαση του Λόγου του Θεού. Διότι μπροστά στο Ευαγγέλιο, όταν αυτό γίνεται αυθεντικά δεκτό, πέφτουν πολλά από τα τείχη που ύψωσαν οι άνθρωποι.
Η Αγία Γραφή, πράγματι, δεν ανήκει σε μια παράταξη εναντίον μιας άλλης· ανήκει στον Χριστό και στην Εκκλησία Του. Και όταν διαβάζεται με ειλικρινή καρδιά, δεν οδηγεί στην αλαζονεία των προσωπικών θέσεων, αλλά στην προσωπική μεταστροφή, στην ειρήνη και στην κοινωνία.
Σε μια εποχή όπου πολλοί φωνάζουν, αντιδικούν και διαιρούνται ακόμη και στο όνομα της θρησκείας, ίσως η πιο αξιόπιστη μαρτυρία που μπορούν να προσφέρουν οι χριστιανοί είναι ακριβώς αυτή: να δείξουν ότι ο Λόγος του Θεού μπορεί και σήμερα να ενώνει.
Τρανό παράδειγμα εδώ στη Χώρα μας είναι η Βιβλική Εταιρία, η οποία έχει ως σκοπό τη μετάφραση, τη μελέτη και τη διάδοση της Αγίας Γραφής και στην οποία συνεργάζονται αρμονικά Ορθόδοξοι, Ευαγγελικοί και Καθολικοί. Είχα τη χαρά και την τιμή να είμαι και εγώ μέλος μέχρι πρόσφατα. Εκεί πραγματικά έχει κανείς χειροπιαστά την εμπειρία πως ο Λόγος του Θεού ενώνει τις πιο διαφορετικές χριστιανικές παραδόσεις.
