27 Οκτωβρίου 2026
Expand search form

Ειδήσεις από την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

Το Κανονικό Δίκαιο να αντικατοπτρίζει μια    Εκκλησία που δεν διαχωρίζεται ποτέ από τη δικαιοσύνη και την αλήθεια

Η Εκκλησία, με τις ποικίλες πραγματικότητές της, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους και συγκλίνουν προς «το υπερφυσικό αγαθό των προσώπων», δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί πλήρως στη γλώσσα του Κανονικού Δικαίου. Το δίκαιο, ωστόσο, καλείται να αντικατοπτρίζει το Μυστήριό της, υπηρετώντας μια δικαιοσύνη που δεν διαχωρίζεται ποτέ από την αλήθεια και το έλεος.

Πρόκειται για ένα έργο που απαιτεί γνώση ικανή να υπερβεί την επιφανειακή και απλώς εγκυκλοπαιδική πληροφόρηση, ώστε να διεισδύει στην πραγματικότητα και να την εξετάζει σε βάθος.

Αυτά είναι μερικά από τα θέματα που ανέπτυξε ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ το πρωί της 23ης Οκτωβρίου, κατά την ομιλία του προς τους συμμετέχοντες στο διεθνές συνέδριο για την 150ή επέτειο της Σχολής Κανονικού Δικαίου του Ποντιφικού Γρηγοριανού Πανεπιστημίου.

Το συνέδριο περιλαμβάνει πέντε ημέρες συναντήσεων και επιστημονικών εισηγήσεων, από τις 20 έως τις 24 Οκτωβρίου, στην έδρα του Πανεπιστημίου στη Ρώμη.

Η ιστορία της Σχολής

Ο Ποντίφικας συναντά περίπου 400 συμμετέχοντες στην ακρόαση που πραγματοποιείται στην Αίθουσα του Αγίου Κλήμεντος στον Αποστολικό Οίκο του Βατικανού.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται ο πρύτανης του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου Ιησουίτης πατήρ Μαρκ Άντριου Λιούις, και ο κοσμήτορας της Σχολής, επίσης Ιησουίτης, πατήρ Νταμιάν Γκιγιέρμο Αστιγκιέτα.

Στην ομιλία του, ο Λέων ΙΔ΄ ανατρέχει συνοπτικά στην ιστορία των σπουδών Κανονικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν στις 16 Αυγούστου 1876, με πρωτοβουλία του μακαρίου Πάπα Πίου Θ΄.

«Ήταν η ολοκλήρωση μιας μακράς παράδοσης μελέτης και διδασκαλίας του Κανονικού Δικαίου, η οποία συνόδευε την ιστορία του Ρωμαϊκού Κολλεγίου και της Εταιρείας του Ιησού».

Το αδιάλειπτο νήμα του δικαίου

Η 150ή επέτειος, η οποία εορτάζεται το 2026, αποτελεί, επομένως, έναν σημαντικό σταθμό στην πορεία μιας διδασκαλίας που είχε ήδη διαμορφώσει τη δική της επιστημονική παράδοση, χάρη στη συμβολή πολλών διδασκάλων, οι οποίοι τίμησαν τη Σχολή και συνέβαλαν ουσιαστικά στην ανάπτυξη της επιστήμης του Κανονικού Δικαίου.

«Αυτοί αποτελούν ένα είδος αδιάλειπτου νήματος που συνδέει τις γενεές και το οποίο εξακολουθεί και σήμερα να μεταδίδει μια πολύτιμη επιστημονική και εκκλησιαστική παρακαταθήκη».

«Όχι πολλά, αλλά σε βάθος»

Το αποστολικό έργο της Εταιρείας του Ιησού αποτελεί, σύμφωνα με τον Ποντίφικα, τον κοινό παρονομαστή που συνδέει τη Σχολή και, ευρύτερα, ολόκληρο το Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο.

Το Πανεπιστήμιο εμπνέεται, επομένως, από μια πνευματικότητα που πηγάζει από τις Πνευματικές Ασκήσεις του Αγίου Ιγνατίου Λογιόλα και βρίσκει μία από τις εκφράσεις της στο ρητό «Non multa, sed multum», δηλαδή: «Όχι πολλά, αλλά σε βάθος».

«Σημασία έχει, δηλαδή, όχι να γνωρίζουμε πολλά πράγματα, αλλά να διεισδύουμε βαθιά στην πραγματικότητα, να την κατανοούμε και να την αφομοιώνουμε εσωτερικά. Όπως γράφει ο Άγιος Ιγνάτιος: “Δεν είναι η πολυμάθεια εκείνη που χορταίνει και ικανοποιεί την ψυχή, αλλά η εσωτερική αίσθηση και γεύση των πραγμάτων”».

Το Κανονικό Δίκαιο καλείται να αντικατοπτρίζει την Εκκλησία και όχι απλώς να την περιγράφει

Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι ο πνευματικός προσανατολισμός που υπογραμμίζει ο Πάπας βρίσκει την έκφρασή του και στον τρόπο με τον οποίο η Σχολή αντιλαμβάνεται τη διδασκαλία του εκκλησιαστικού δικαίου.

Σκοπός της δεν είναι απλώς η γνώση των κανόνων που ρυθμίζουν τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και η διαμόρφωση προσώπων ικανών να αναπτύξουν το εκκλησιαστικό αισθητήριο του iustum, δηλαδή του δικαίου και του ορθού.

Η προοπτική αυτή κατακτάται «μέσω της προσεκτικής μελέτης των πηγών, της κανονικής παράδοσης και των θεολογικών αρχών που φωτίζουν τον κανόνα δικαίου».

Όπως προσθέτει ο Επίσκοπος Ρώμης, η διαμόρφωση αυτή καθίσταται δυνατή όταν η μελέτη του Κανονικού Δικαίου πραγματοποιείται υπό το φως του μυστηρίου της Εκκλησίας, όπως αυτό παρουσιάζεται στην περί Εκκλησίας Δογματική Διάταξη Lumen gentium της Β΄ Συνόδου του Βατικανού.

«Εάν είναι αληθές ότι “είναι αδύνατον να μεταφραστεί τέλεια στη γλώσσα του Κανονικού Δικαίου η εικόνα της Εκκλησίας”, εντούτοις το Κανονικό Δίκαιο οφείλει να την αντικατοπτρίζει» έγραψε ο Άγιος Ιωάννης Παύλος Β΄ στο Αποστολικό Σύνταγμα Sacrae disciplinae leges, στο οποίο δημοσιεύθηκε ο Κώδικας Κανονικού Δικαίου για τη Λατινική Εκκλησία.

Το αγαθό του προσώπου και της Εκκλησίας

Το εσωτερικό δίκαιο της Εκκλησίας επιτελεί, επομένως, ουσιώδη υπηρεσία για τη διαφύλαξη της ίδιας της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

«Σκοπός του είναι να δημιουργήσει μια τέτοια τάξη στην εκκλησιαστική κοινωνία, ώστε, αποδίδοντας το πρωτείο στην αγάπη, τη χάρη και τα χαρίσματα, να διευκολύνει την οργανική ανάπτυξή τους» εξηγεί ο Λέων ΙΔ΄.

«Το αγαθό του προσώπου και της εκκλησιαστικής κοινότητας, πράγματι, δεν μπορούν να υφίστανται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο».

«Η δικαιοσύνη είναι η αγάπη που έχει τεθεί σε τάξη»

Σε αυτή την προοπτική εντάσσεται και το πρόγραμμα σπουδών της Σχολής, στο οποίο αναφέρεται:

«Το δίκαιο της Εκκλησίας πρέπει πάντοτε να αποβλέπει στο υπερφυσικό αγαθό των επιμέρους πιστών και στην οικοδόμηση της εκκλησιαστικής κοινωνίας».

«Σας προτρέπω να εργάζεστε πιστά σύμφωνα με αυτόν τον σκοπό, δηλαδή για το υπερφυσικό αγαθό των προσώπων, το οποίο πραγματώνεται με την επιδίωξη της αληθινής δικαιοσύνης, η οποία στην Εκκλησία δεν διαχωρίζεται ποτέ από την αλήθεια και το έλεος».

«Ο Άγιος Αυγουστίνος, εκφράζει αυτή τη σύνδεση με τη φράση “Ordinata dilectio est iustitia”, δηλαδή: “Η δικαιοσύνη είναι η αγάπη που έχει τεθεί σε τάξη”» υπενθυμίζει ο Λέων ΙΔ΄.

Βιώνοντας την καθολικότητα της Εκκλησίας

Ο Ποντίφικας υπογραμμίζει, τέλος, ένα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα της Σχολής, το οποίο περιλαμβάνεται και στο καταστατικό της: την αναγνώριση του ιδιαίτερου ρόλου της στην υπηρεσία της Πέτρειας διακονίας.

«Σας καλώ, επομένως, να προσφέρετε στους φοιτητές σας μια ζωντανή εμπειρία της καθολικής Εκκλησίας, η οποία βρίσκει στον Επίσκοπο Ρώμης τη διαρκή και ορατή αρχή και θεμελίωση της ενότητας.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες —κληρικοί, αφιερωμένοι στον Θεό και λαϊκοί— που έρχονται από πολλά μέρη του κόσμου για να πραγματοποιήσουν τις σπουδές τους στη Ρώμη, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να βιώνουν, και μέσω της πανεπιστημιακής ζωής, ότι η Εκκλησία είναι μια καθολική κοινωνία.

Και, όταν επιστρέφουν στις επιμέρους Εκκλησίες τους, να μεταφέρουν μαζί τους αυτή την εμπειρία ως πλούτο που αξίζει να μοιραστούν, θέτοντάς την στην υπηρεσία των κοινοτήτων τους».

ΠΗΓΗ: Vatican news

                        +Νικόλαος,

Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

Προηγούμενο Άρθρο

Η συνάντηση της Ασίζης: Σαράντα χρόνια προσευχής και διαλόγου για την ειρήνη

Επόμενο Άρθρο

«Είμαι ευτυχής που μπορώ να επιστρέψω στη Λατινική Αμερική»

You might be interested in …

Στα βήμα του Ιωάννη 23ου και της Μητέρας Τερέζας

Ο προσωρινός διευθυντής του γραφείου Τύπου της Αγίας Έδρας, συνοψίζει τα κεντρικά σημεία του αποστολικού ταξιδιού του Πάπα Φραγκίσκου ως εξής:  «στήριξη των αδελφών στην πίστη, διάλογος για την οικουμενικότητα και την αλληλεγγύη». Το ταξίδι […]

Ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ στη Γαλλία από 25 έως 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η Αίθουσα Τύπου της Αγίας Έδρας ανακοίνωσε το επόμενο αποστολικό ταξίδι του Ποντίφικα, ο οποίος θα επισκεφθεί επίσης την έδρα της UNESCO Μετά την Ισπανία, επόμενος προορισμός ενός αποστολικού ταξιδιού του Πάπα Λέοντος ΙΔ΄ θα […]

Αμαζονία: Ιησουίτες στο πλευρό των ιθαγενών ενόψει της Συνόδου

Συνέντευξη με τον πατέρα Renato Colizzi, πρόεδρο των Magis, το Κίνημα Δράσης των Ιησουιτών για την ανάπτυξη: να ευαισθητοποιήσουμε τις τοπικές κοινότητες ξεκινώντας από τους νέους. Η προστασία της τοπικής γλώσσας και της περιβαλλοντικής κληρονομιάς […]