Η ασφάλεια των κρατών ενισχύεται στους προϋπολογισμούς της άμυνας, αλλά κινδυνεύει να υποχωρήσει στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαρτώνται από τη διεθνή βοήθεια. Αυτό είναι το παράδοξο που αναδεικνύει η νέα έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute – SIPRI), η οποία δημοσιεύθηκε στις 27 Οκτωβρίου και επισημαίνει το ολοένα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών και της συρρίκνωσης των πόρων που προορίζονται για τη συνεργασία με σκοπό την ανάπτυξη και την ανθρωπιστική βοήθεια.
Πρόκειται για μια τάση η οποία, όπως προειδοποιούν οι ερευνητές, ενδέχεται να έχει σοβαρές συνέπειες όχι μόνο για την ασφάλεια των πλέον ευάλωτων πληθυσμών, αλλά και για τη διεθνή πολιτική σταθερότητα.
Οι στρατιωτικές δαπάνες σε ιστορικά υψηλά επίπεδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI, το 2025 οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ανήλθαν στα 2,9 τρισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο που έχει σημειωθεί ποτέ και αντιστοιχώντας στο 2,5% του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ).
Η αύξηση αυτή τροφοδοτείται από τις γεωπολιτικές εντάσεις και τον πολλαπλασιασμό των ένοπλων συγκρούσεων. Την ίδια στιγμή, όμως, παρατηρείται σταδιακή μείωση της δημόσιας αναπτυξιακής βοήθειας.
Τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) δείχνουν ότι οι σχετικές πιστώσεις άρχισαν να μειώνονται το 2024. Η έκθεση του SIPRI, ωστόσο, τοποθετεί την έναρξη της επιβράδυνσης της διαρθρωτικής αναπτυξιακής βοήθειας ήδη στο 2021, επισημαίνοντας ότι η πραγματική έκταση της μείωσης συγκαλύφθηκε από την καταγραφή της αύξησης των χρηματοδοτήσεων προς την Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή, καθώς και από τους πόρους που διέθεσαν οι δωρήτριες χώρες για την υποδοχή προσφύγων στο έδαφός τους.
Οι σημαντικότερες περικοπές έπληξαν κυρίως τις επενδύσεις στις οικονομικές υποδομές και στον τομέα της υγείας, δηλαδή σε πεδία καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη των πλέον ευάλωτων κοινοτήτων.
Έλλειμμα 179 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2028
Οι προοπτικές που σκιαγραφούν οι ερευνητές προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, οι ανάγκες για διεθνή βοήθεια θα μπορούσαν να ανέλθουν στα 326 δισεκατομμύρια δολάρια το 2028, ανάλογα με την εξέλιξη των ένοπλων συγκρούσεων, των φυσικών καταστροφών και άλλων παραγόντων που προκαλούν κρίσεις.
Σε αυτό το σενάριο, το χάσμα μεταξύ των αναγκών και της διαθέσιμης χρηματοδότησης θα έφθανε τα 179 δισεκατομμύρια δολάρια.
«Βρισκόμαστε εν μέσω μιας παρατεταμένης υποχώρησης της ουσιαστικής ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας, ακριβώς τη στιγμή που οι ανάγκες για τέτοιου είδους παρεμβάσεις εξακολουθούν να αυξάνονται», καταγγέλλει ο Nan Tian, διευθυντής του προγράμματος του SIPRI για τις στρατιωτικές δαπάνες και την παραγωγή οπλικών συστημάτων.
Ο ερευνητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι πόροι που απαιτούνται για την κάλυψη αυτού του χάσματος αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος των νέων χρηματοδοτήσεων που προορίζονται για την άμυνα.
«Η κάλυψη των μελλοντικών αναγκών για δημόσια αναπτυξιακή βοήθεια είναι οικονομικά εφικτή», τονίζει.
Οι επιλογές των ευρωπαϊκών χωρών
Η μελέτη εξετάζει επίσης τις δημοσιονομικές πολιτικές της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις της αυξανόμενης αντιπαράθεσης μεταξύ των στρατιωτικών δαπανών και της διεθνούς συνεργασίας.
Και στις δύο χώρες, παρατηρούν οι συντάκτες της έκθεσης, οι κυβερνήσεις δικαιολόγησαν τις περικοπές της αναπτυξιακής βοήθειας επικαλούμενες την ανάγκη χρηματοδότησης της ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων. Ωστόσο, η εξοικονόμηση πόρων που προκύπτει από αυτές τις περικοπές αντιπροσωπεύει μόνο ένα οριακό μέρος των προγραμματισμένων αυξήσεων στις αμυντικές δαπάνες.
«Τα πλουσιότερα κράτη, στην Ευρώπη και αλλού, αύξησαν δραστικά τις στρατιωτικές δαπάνες τους ως απάντηση στις αυξανόμενες απειλές κατά της ασφάλειας», εξηγεί ο Xiao Liang, ερευνητής του SIPRI.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνοδεύθηκε από βαθιές περικοπές σε άλλες κατηγορίες δημοσίων δαπανών, συμπεριλαμβανομένης της ανθρωπιστικής βοήθειας.
Ο συνδυασμός αυτός κινδυνεύει να δημιουργήσει νέες μορφές ανασφάλειας στις χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τη διεθνή αλληλεγγύη.
Η συνεργασία ως επένδυση στην ειρήνη
Η έκθεση καλεί να ξεπεραστεί μια αντίληψη για την ασφάλεια που στηρίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ.
Οι επενδύσεις στη διεθνή συνεργασία, υπογραμμίζουν οι συντάκτες της, συμβάλλουν στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της αστάθειας, από τη φτώχεια και την αδυναμία των θεσμών έως την έλλειψη βασικών υπηρεσιών.
«Οι στρατιωτικές δυνατότητες από μόνες τους δεν εγγυώνται την ασφάλεια», παρατηρεί ο Liang, αναγνωρίζοντας ότι οι αυξανόμενες διεθνείς εντάσεις ωθούν εύλογα τα κράτη να ενισχύσουν την άμυνά τους.
Ακριβώς γι’ αυτό, καταλήγει ο ερευνητής, η αναπτυξιακή βοήθεια θα πρέπει να θεωρείται συμπληρωματική προς τις στρατιωτικές δαπάνες και όχι ανταγωνιστική ή εναλλακτική προς αυτές.
ΠΗΓΗ: Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
