Οφείλω εξαρχής να ομολογήσω ότι δεν είμαι ειδικός στην ιστορία της τέχνης, διαθέτω, ωστόσο, ορισμένες ερασιτεχνικές γνώσεις και, πάνω απ’ όλα, μια ειλικρινή αγάπη για την τέχνη. Κινούμενος περισσότερο από περιέργεια παρά από οποιαδήποτε επιστημονική αρμοδιότητα, βρέθηκα στην ευχάριστη θέση να διατυπώσω τη γνώμη μου για μια σειρά φωτογραφικών αναπαραγωγών έργων ενός ιερέα-ζωγράφου, τις οποίες μου προσέφερε ευγενικά ένας φίλος.
Ο ζωγράφος-αγιογράφος αυτός ήταν ο γνωστός πατήρ Σταμάτης Σκλήρης, ο οποίος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1946. Σπούδασε Ιατρική, Θεολογία, Ιστορία της Τέχνης και Ζωγραφική στην Αθήνα, στο Βελιγράδι και στο Παρίσι. Έχει παρουσιάσει έργα του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα έχει αγιογραφήσει πολλούς ναούς. Η τέχνη του συνδυάζει στοιχεία βυζαντινής, παιδικής και ανατολικής ζωγραφικής, αφομοιώνοντας δημιουργικά ποικίλες επιδράσεις από σημαντικούς καλλιτέχνες. Κατά την περίοδο 1988–1990 ίδρυσε και διηύθυνε το Εργαστήριο Εικονογραφίας του Ιδρύματος Γουλανδρή-Χορν.
Για το έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη έχουν εκφραστεί με ιδιαίτερη θέρμη σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και της θεολογίας. Ο σπουδαίος ζωγράφος Αλέκος Φασιανός υπογράμμισε ότι ο π. Σταμάτης ανανέωσε τη θρησκευτική εικονογραφία με ένα προσωπικό, φωτεινό και βαθιά ανθρώπινο ύφος, συνδέοντας τη θρησκευτικότητα με την πραγματικότητα της ζωής και δημιουργώντας μορφές που φέρνουν τον άνθρωπο πιο κοντά στο θείο. Από την πλευρά του, ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου, κορυφαίος θεολόγος της Ορθοδοξίας, Ιωάννης Ζηζιούλας, ανέδειξε ως βασικό χαρακτηριστικό του έργου του το ιδιαίτερο «βλέμμα» των μορφών του, το οποίο, όπως σημείωσε, διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του θεατή και προσδίδει στα έργα μια μοναδική πνευματική ταυτότητα. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς φιλοφρονήσεις, φωτίζουν ουσιαστικά τη φύση ενός έργου που κατορθώνει να συνδυάζει την πιστότητα στην παράδοση με τη δημιουργική υπέρβασή της.
Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να συγχαρώ τον π. Σταμάτη για το θάρρος και την ευφυΐα του. Παρότι παραμένει εντός του πλαισίου της βυζαντινής τέχνης, κατορθώνει να ανανεώσει δημιουργικά την παράδοσή της και να την εμπλουτίσει με στοιχεία της δυτικής τεχνοτροπίας. Γνωρίζω, βέβαια, ότι οι καινοτομίες του δεν αντιμετωπίζονται από όλους με την ίδια ευμένεια, ωστόσο, χάρη σε δημιουργούς σαν κι αυτόν, η τέχνη εξακολουθεί να παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός και όχι ένα μουσειακό απολίθωμα.



Θα μου επιτραπεί, λοιπόν, έχοντας κυρίως υπόψη μου μερικές από τις είκοσι καλλιτεχνικές αναπαραγωγές που περιέχονται στο λεύκωμα που διαθέτω, να διατυπώσω ορισμένες προσωπικές εντυπώσεις από το έργο αυτού του καλλιτέχνη.
Πρώτα απ’ όλα, εκείνο που με εντυπωσιάζει σχεδόν σε όλα τα έργα του είναι τα μάτια των εικονιζόμενων προσώπων. Πρόκειται για μεγάλα, ανοιχτά μάτια, που σε κοιτούν κατάματα, σαν να επιθυμούν να σου μεταδώσουν κάτι από τον εσωτερικό τους κόσμο, σαν να σε καλούν να γίνεις συμμέτοχος μιας μυστικής ζωής που πάλλεται πίσω από τη μορφή. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ο τίτλος του λευκώματος είναι Το βλέμμα του Παντοκράτορα (βλέπε φωτογρ.). Το βλέμμα εδώ δεν λειτουργεί απλώς ως μορφοπλαστικό γνώρισμα, μετατρέπεται σε πνευματικό γεγονός, σε αθόρυβη αλλά ισχυρή γέφυρα ανάμεσα στην εικόνα και στον θεατή.
Εξίσου εντυπωσιακή μου φαίνεται η πανδαισία των χρωμάτων. Ο καλλιτέχνης απομακρύνεται από τη μονοτονία και τη στατικότητα του χρυσού φόντου, που χαρακτηρίζει συχνά τις παραδοσιακές βυζαντινές εικόνες, και αξιοποιεί σχεδόν ολόκληρη τη χρωματική κλίμακα του ουράνιου τόξου. Αρκεί να παρατηρήσει κανείς την εικόνα της Μεταμορφώσεως, της Γέννησης, της Δημιουργίας των πρωτοπλάστων (βλέπε φωτογραφίες) για να αντιληφθεί πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος του χρώματος στη συγκρότηση της πνευματικής ατμόσφαιρας του έργου. Τα χρώματα δεν λειτουργούν διακοσμητικά, μοιάζουν να φέρουν το δικό τους πνευματικό βάρος, να συμμετέχουν οργανικά στη μετάδοση του νοήματος και της εσωτερικής έντασης της εικόνας.
Μια τελευταία παρατήρηση αφορά τη μορφοπλαστική γλώσσα του. Στη βυζαντινή τέχνη οι μορφές είναι συχνά επίπεδες, άκαμπτες και συμβολικές, με περιορισμένη αίσθηση όγκου. Στις εικόνες του πατρός Σταμάτη, αντίθετα, συναντούμε μορφές πιο συμπαγείς και σωματικές, μορφές που μοιάζουν να καταλαμβάνουν πραγματικό χώρο χάρη στη χρήση της φωτοσκίασης. Επιπλέον, ενώ η κλασική βυζαντινή τέχνη τείνει να παρουσιάζει πρόσωπα επιβλητικά, ακίνητα και εξιδανικευμένα πνευματικά, συχνά χωρίς έντονη εκφραστικότητα, ο καλλιτέχνης εδώ αποδίδει αναγνωρίσιμα ανθρώπινα συναισθήματα: οικειότητα, έκπληξη, τρυφερότητα, συμμετοχή. Έτσι, οι μορφές του δεν περιορίζονται στο να συμβολίζουν, μοιάζουν να ζουν, να πάλλονται, να απευθύνονται προσωπικά στον θεατή (βλέπε 5η φωτογρ. η Θεοτόκος η «Πονοελύτρια). Η εικόνα, χωρίς να χάνει τον λειτουργικό και θεολογικό της χαρακτήρα, αποκτά μια σπάνια αμεσότητα και μια σχεδόν υπαρξιακή θερμότητα.
Δεν γνωρίζω, φυσικά, αν όλες αυτές οι παρατηρήσεις αποτελούν απλώς προσωπικές εντυπώσεις ή αν διαθέτουν ένα ουσιαστικότερο υπόβαθρο αλήθειας. Εκείνο, πάντως, που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι το έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη δεν αφήνει τον θεατή αδιάφορο, αντιθέτως, τον προσκαλεί να σταθεί, να παρατηρήσει, να συλλογιστεί και, τελικά, να αναμετρηθεί με το ίδιο το μυστήριο της ιερής εικόνας. Και ίσως αυτή να είναι η πιο αυθεντική δοκιμασία κάθε μεγάλης τέχνης: όχι απλώς να ευχαριστεί το βλέμμα, αλλά να αφυπνίζει τον εσωτερικό άνθρωπο.


