6 Σεπτεμβρίου 2026
Expand search form

Ειδήσεις από την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

«Με ποια έννοια ο Θεός “μιλούσε” στον Μωυσή και τους Προφήτες», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Στο βιβλίο της Εξόδου, όπως και σε άλλα βιβλία  της Παλαιάς Διαθήκης, συναντούμε συχνά τη φράση ότι «ο Θεός μίλησε στον Μωυσή». Μάλιστα, σε ένα σημείο διαβάζουμε: «Ο Κύριος μιλούσε με τον Μωυσή πρόσωπο προς πρόσωπο, όπως μιλά ένας άνθρωπος με τον φίλο του» (Έξοδος 33,11). Και το Δευτερονόμιο (34,10), σχεδόν ως επικήδειος έπαινος για τον Μωυσή, προσθέτει: «Δεν παρουσιάστηκε πια στο Ισραήλ προφήτης σαν τον Μωυσή, τον οποίο ο Κύριος γνώριζε πρόσωπο με πρόσωπο». Παρομοίως, και στα προφητικά βιβλία, ο Θεός μιλά στους προφήτες και τους εμπιστεύεται εκτενή μηνύματα για τον λαό και για συγκεκριμένα πρόσωπα.

Για όποιον διαβάζει τη Βίβλο ή ακούει αυτές και παρόμοιες εκφράσεις, προκύπτει εύλογα το ερώτημα: «Έχει ο Θεός φωνή; Πώς συνομιλεί με τον Μωυσή και του αναθέτει να μεταφέρει μηνύματα στον λαό;». Πρόκειται για μια ακουστή φωνή ή για κάποια διαφορετική εμπειρία;

Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα, και όχι απλώς θεωρητικό, αφού τίθεται συχνά από τους πιστούς μας. Η απάντηση θα απαιτούσε εκτενέστερη ανάπτυξη. Εδώ θα περιοριστούμε να προσεγγίσουμε το ζήτημα με σύντομο και κατηχητικό τρόπο, κάνοντας χρήση σκέψεων από μια  διάλεξη του μεγάλου καθολικού βιβλιστή, του Καρδιναλίου Gianfranco Ravasi.

Η Βίβλος μιλά για τον Θεό χρησιμοποιώντας ανθρώπινες εικόνες: πρόκειται για τη λεγόμενη ανθρωπομορφική γλώσσα. Γίνεται λόγος για το «πρόσωπο», το «χέρι», τη «φωνή» του Θεού. Αυτές, όμως, οι εκφράσεις δεν πρέπει να κατανοούνται με υλικό τρόπο.

Όπως παρατηρεί ο Gianfranco Ravasi, το «πρόσωπο» στη βιβλική κουλτούρα δεν δηλώνει απλώς τα φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά το πρόσωπο στην εσωτερικότητά του και στην ικανότητά του για σχέση. Γι’ αυτό, όταν λέγεται ότι ο Μωυσής μιλούσε με τον Θεό «πρόσωπο με πρόσωπο», δεν σημαίνει ότι έβλεπε πραγματικά το θείο πρόσωπο. Το ίδιο το βιβλικό κείμενο το αποκλείει ρητά: «Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει» (Έξοδος 33,20).

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια συμβολική γλώσσα, όχι όμως μη πραγματική. Πρόκειται για έναν τρόπο έκφρασης μιας βαθιάς αλήθειας: ο Μωυσής, όπως και οι προφήτες, ζούσαν μια μοναδική και άμεση σχέση με τον Θεό. Η φράση «ο Κύριος μιλούσε με τον Μωυσή πρόσωπο με πρόσωπο» δηλώνει ακριβώς αυτή την εξαιρετική οικειότητα.

Στη Βίβλο διακρίνεται μια σημαντική αντίθεση: από τη μία πλευρά, ο Θεός είναι αόρατος και υπερβατικός· από την άλλη, είναι κοντά και επικοινωνεί με τον άνθρωπο. Ο Ravasi τονίζει αυτό το παράδοξο: ο Θεός παραμένει αόρατος, και όμως φανερώνεται μέσω του λόγου και της δράσης του στην ιστορία. Το «πρόσωπο του Θεού» γίνεται έτσι ένα ισχυρό σύμβολο: το να αναζητά κανείς το πρόσωπο του Θεού σημαίνει να αναζητά τον ίδιο τον Θεό, και το να «βλέπει» το πρόσωπό του σημαίνει να εισέρχεται στην παρουσία του. Ο Μωυσής βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την κατάσταση: δεν βλέπει τον Θεό με τα μάτια, αλλά ζει στην παρουσία Του με άμεσο και προσωπικό τρόπο. Πρόκειται για μια μυστική εμπειρία, δύσκολο να εκφραστεί με λόγια.

Από ερμηνευτική άποψη, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η θεία επικοινωνία στη Βίβλο δεν περιγράφεται ως μια συνηθισμένη αισθητηριακή αντίληψη. Σε άλλα χωρία διαβάζουμε: «Ακούσατε φωνή, αλλά δεν είδατε καμία μορφή» (Δευτερονόμιο 4,12). Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός δεν εμφανίζεται με ορατή μορφή και ότι ο λόγος Του δεν είναι κατ’ ανάγκην μια φυσική φωνή. Αντίθετα, πρόκειται για μια εσωτερική εμπειρία. Σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, ο Θεός μιλά μέσω σημείων (όπως το νέφος, η φωτιά, το όρος Σινά), μέσω γεγονότων, αλλά κυρίως μέσα στην καρδιά και στη συνείδηση του προφήτη.

Το να λέμε ότι ο Θεός μιλούσε με τον Μωυσή σημαίνει πρωτίστως ότι ο Θεός δεν είναι μακρινός ούτε σιωπηλός. Η Βίβλος αποτελεί έναν μεγάλο διάλογο μεταξύ Θεού και ανθρώπου, μια συνεχή «ανταλλαγή» μέσα στην ιστορία. Ο Μωυσής είναι το πρότυπο εκείνου που ακούει, δέχεται και μεταδίδει τον λόγο του Θεού. Ωστόσο, αυτή η εμπειρία δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Το ερώτημα προκύπτει αυθόρμητα: μιλά ακόμη ο Θεός; Η απάντηση της πίστης είναι καταφατική, αλλά χρειάζεται να κατανοήσουμε πώς. Ο Θεός δεν μιλά με φωνή που ακούγεται με τα αφτιά. Μιλά μέσα από την Αγία Γραφή, τη συνείδηση, την προσευχή και τα γεγονότα της ζωής. Η φωνή Του δεν είναι εκκωφαντική· απαιτεί προσοχή και εσωτερική περισυλλογή. Με αυτή την έννοια, η εμπειρία του Μωυσή γίνεται πρόσκληση για κάθε πιστό: να μάθει να ακούει τον Θεό στη σιωπή της καρδιάς.

+ Ιωάννης Σπιτέρης

φωτογραφία :
Michelangelo’s Moses, Basilica di San Pietro in Vincoli, Rome, Italy.

Προηγούμενο Άρθρο

Πέρα από τις διαιρέσεις, για να είμαστε μάρτυρες ειρήνης

Επόμενο Άρθρο

Ο Πάπας παραχωρεί την Εκκλησιαστική Κοινωνία στον Πατριάρχη Βαγδάτης των Χαλδαίων

You might be interested in …

«Η κοινή ημερομηνία του Πάσχα για όλους τους Χριστιανούς: Μια παλαιά έριδα που διχάζει τους Χριστιανούς», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Φέτος, ένα από τα θέματα που συζητούνται, τόσο στους καθολικούς όσο και στους ορθόδοξους εκκλησιαστικούς κύκλους, είναι αυτό του κοινού εορτασμού του Πάσχα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι φέτος εορτάζουμε την 1700η επέτειο της Συνόδου […]

«Όταν ο Θεός έρχεται, η ελπίδα αναγεννιέται», του σεβαμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Η περίοδος της Παρουσίας (προετοιμασία για τα Χριστούγεννα) ως χρόνος βεβαίας ελπίδας Ένα Ιωβηλαίο γεμάτο προσδοκία Στις 24 Δεκεμβρίου 2024 ξεκίνησε το Ιωβηλαίο Έτος με το άνοιγμα της Αγίας Πύλης στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου […]

«Ο Δρόμος του Σταυρού από τον Άγιο Φραγκίσκο στο Κολοσσαίο», του σεβασμ. Ιωάννη Σπιτέρη

Ένας ορθόδοξος φίλος μου, που του αρέσει μερικές φορές να παρακολουθεί και καθολικές θρησκευτικές ακολουθίες, με ρώτησε γιατί, κατά την τέλεση του Δρόμου του Σταυρού, δεν χρησιμοποιούνται πάντοτε τα ίδια κείμενα, αλλά κάθε ιερέας χρησιμοποιεί […]