Σε άρθρο του, ο επίτιμος Πρόεδρος της Ποντιφικής Συνόδου για τους Επισκόπους, αναστοχάζεται τη θέση λαϊκών και μοναχών που κλήθηκαν από τον Πάπα Μπεργκόλιο σε ρόλους διακυβέρνησης στην Εκκλησία: προσωρινή παραχώρηση ή εκκλησιολογική πρόοδος;
του Marc Ouellet*
Μεταξύ των τολμηρών αποφάσεων του Πάπα Φραγκίσκου συγκαταλέγεται ο διορισμός λαϊκών και μοναχών σε θέσεις εξουσίας που συνήθως επιφυλάσσονταν σε χειροτονημένους λειτουργούς, Επισκόπους ή Καρδιναλίους, στις Ποντιφικές Συνόδους της Ρωμαϊκής Κουρίας. Ο Πάπας δικαιολόγησε αυτή την καινοτομία με βάση τη συνοδική αρχή, η οποία απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή των πιστών στην κοινωνία και την αποστολή της Εκκλησίας.
Η πρωτοβουλία αυτή, ωστόσο, προσκρούει στην αρχαία συνήθεια να ανατίθενται θέσεις εξουσίας σε χειροτονημένους λειτουργούς. Η συνήθεια αυτή μπορεί ασφαλώς να στηριχθεί στη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, η οποία όρισε τη μυστηριακότητα της επισκοπής (Lumen gentium 21). Από εδώ προκύπτει η αμηχανία απέναντι σε μια Παπική απόφαση που γίνεται σεβαστή, αλλά ίσως θεωρείται προσωρινή. Σε σημείο μάλιστα ώστε ορισμένοι, στην αυγή μιας νέας Ποντιφικής εκλογής, να εύχονται την επαναβεβαίωση του στενού δεσμού μεταξύ της χειροτονημένης διακονίας και της λειτουργίας διακυβέρνησης στην Εκκλησία.
Δεν πρόκειται βεβαίως για αμφισβήτηση της αποφασιστικής δογματικής προόδου της Συνόδου, η οποία αναγνώρισε ότι η Επισκοπή αποτελεί ίδιο βαθμό του μυστηρίου της Τάξεως, με τον οποίο συνδέονται αναγκαία οι λειτουργίες της διδασκαλίας, του αγιασμού και της διακυβέρνησης (tria munera). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το μυστήριο της Τάξεως αποτελεί την αποκλειστική πηγή κάθε μορφής διακυβέρνησης στην Εκκλησία.
Επανέρχομαι εδώ συνοπτικά στον προβληματισμό που μου προκάλεσε η Παπική αυτή απόφαση με αφορμή τη δημοσίευση της Αποστολικής Διατάξεως Praedicate Evangelium για τη μεταρρύθμιση της Ρωμαϊκής Κουρίας. Η κανονική αιτιολόγηση που παρουσιάστηκε τότε δεν έτυχε γενικής συναίνεσης, διότι φάνηκε να επιλύει με βουλησιαρχικό ή αυθαίρετο τρόπο ένα ζήτημα αμφισβητούμενο επί αιώνες, υιοθετώντας μία θέση την οποία ο Πάπας θα είχε αναλάβει εις βάρος του προηγούμενου διαλόγου μεταξύ θεολόγων και κανονολόγων.
Πρότεινα μια θεολογική ανάγνωση της απόφασης του Υπέρτατου Ποντίφικα, που υπερβαίνει το πλαίσιο των αμφιλεγόμενων κανονικών θέσεων περί προελεύσεως και διακρίσεως μεταξύ εξουσίας της Τάξεως και εξουσίας της δικαιοδοσίας στην Εκκλησία. Την εξέθεσα σε άρθρο που δημοσίευσα στις 21 Ιουλίου 2022 στην L’Osservatore Romano και την ανέπτυξα περαιτέρω στο βιβλίο μου Parola, Sacramento, Carisma. Chiesa sinodale, rischi, opportunità (Siena, Cantagalli, 2024).
Κατόπιν αυτής της σκέψης, αφιέρωσα πολλές δυνάμεις στη μελέτη της σχέσεως μεταξύ Αγίου Πνεύματος και Εκκλησίας, και ειδικότερα μεταξύ Αγίου Πνεύματος, των επτά μυστηρίων και της μυστηριακότητας της Εκκλησίας στο σύνολό της. Οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι η μυστηριακή μας θεολογία πάσχει από ένα πνευματολογικό έλλειμμα, το οποίο συμβαδίζει με μια μονομερή Χριστολογική θεώρηση.
Αν είναι αλήθεια ότι τα επτά μυστήρια είναι πράξεις του Χριστού, είναι επίσης πράξεις της Εκκλησίας, που προκύπτουν από τη δράση του Αγίου Πνεύματος. Το Πνεύμα συνοδεύει πάντοτε τις μυστηριακές πράξεις του Αναστάντος Χριστού, για να οικοδομήσει την Εκκλησία-Μυστήριο, όπως διδάσκει από την πρώτη παράγραφο το δογματικό Σύνταγμα Lumen gentium. Επιπλέον, η δράση του Αγίου Πνεύματος υπερβαίνει τα μυστήρια και εκδηλώνεται ελεύθερα στα χαρίσματα και στις διακονίες, τα οποία η Σύνοδος ευτυχώς επανεκτίμησε έπειτα από αιώνες καχυποψίας και υποανάπτυξης.
Η Συνοδική αυτή κατεύθυνση προϋποθέτει, λοιπόν, ανανεωμένη προσοχή στην παρουσία και στη δράση του Αγίου Πνεύματος στην υπηρεσία της κοινωνίας και της αποστολής της Εκκλησίας. Παραδεχόμαστε, ωστόσο, ότι δεν είμαστε συνηθισμένοι να διακρίνουμε την παρουσία και τη δράση Του, διότι μάθαμε να μιλάμε για τη χάρη με ανθρωπολογικούς όρους, χωρίς να ονομάζουμε το Θείο Πρόσωπο που διαμορφώνει τα αποτελέσματα του Πασχαλινού Μυστηρίου στις ψυχές και στις δομές της Εκκλησίας.
Είναι άραγε αυτή η αναφορά στο Άγιο Πνεύμα, δημιουργό της εκκλησιαστικής κοινωνίας, συναφής με το λειτούργημα της διακυβέρνησης στην Εκκλησία; Δεν αρκούν οι υποσχέσεις του Ιησού προς τους Αποστόλους στο Ευαγγέλιο, που εγγυώνται την εξουσία τους και βεβαιώνουν τη μόνιμη παρουσία Του; Ποιο πρόσθετο νόημα ή αποτελεσματικότητα προσφέρει το Άγιο Πνεύμα στη μυστηριακότητα της Εκκλησίας;
Τα ερωτήματα αυτά δείχνουν ότι υπάρχει ακόμη ανεξερεύνητο πεδίο έρευνας, ικανό να φωτίσει περαιτέρω την προφητική χειρονομία του Πάπα Φραγκίσκου. Εκείνος διακρίνει την εξουσία του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί πέραν του καθιερωμένου δεσμού μεταξύ χειροτονημένης διακονίας και διακυβέρνησης της Εκκλησίας. Δεν πρόκειται για αντικατάσταση της ιεραρχικής διακυβέρνησης από μια χαρισματική. Σύμφωνα, όμως, με την κατεύθυνση που ήδη είναι εγγεγραμμένη στην κανονική τάξη (καν. 129 §2), είναι αναγκαίο οι χειροτονημένοι λειτουργοί να μπορούν να υπολογίζουν σε πρόσωπα προικισμένα με χαρίσματα, αναγνωρισμένα ως τέτοια και ενταγμένα χωρίς επιφυλάξεις στον διοικητικό, νομικό και ποιμαντικό μηχανισμό της Ρωμαϊκής Κουρίας.
Δεν πρόκειται να τους ανατεθούν καθαυτό μυστηριακά καθήκοντα με Χριστολογική έννοια, αλλά να ενσωματωθούν τα χαρίσματά τους στην υπηρεσία του Αγίου Πνεύματος, που προεδρεύει της κοινωνίας της Εκκλησίας σε όλες τις εκφράσεις της. Το ότι Ποντικές Σύνοδοι αφιερωμένες στην επικοινωνία, στη γενική διακυβέρνηση του Κράτους του Βατικανού, στην προώθηση της ολοκληρωμένης ανθρώπινης ανάπτυξης, στη ζωή, στην οικογένεια και στους λαϊκούς, ή στην προώθηση των θρησκευτικών χαρισμάτων και των εταιρειών αποστολικής ζωής, διευθύνονται από ικανά πρόσωπα, λαϊκά ή μοναχικά, με χάρισμα αναγνωρισμένο από την Ανώτατη Αρχή, δεν μειώνει την αξία της διακονίας τους λόγω έλλειψης της εξουσίας της Τάξεως.
Η ιστορική εμπειρία της Εκκλησίας δείχνει ότι η παράδοση των μεγάλων θρησκευτικών ταγμάτων και των διαφόρων μορφών αφιερωμένης ή αποστολικής ζωής προϋποθέτει εσωτερική διακυβέρνηση σύμφωνα με το χάρισμα, όταν αυτό έχει αναγνωρισθεί και εγκριθεί επισήμως από την ιεραρχική αρχή.
Η κανονική προσέγγιση, που τείνει να βλέπει το Άγιο Πνεύμα μόνο ως γενικό εγγυητή του Θεσμού, φαίνεται να στερείται των μέσων για να διακρίνει τα σημεία και τα ιδιαίτερα χαρίσματα που Εκείνο παρέχει στα μέλη του Σώματος του Χριστού. Είναι αναγκαίο να επαναληφθεί ο διάλογος μεταξύ κανονολόγων και θεολόγων υπό το φως της πνευματολογίας, ώστε να αναπτυχθεί ειρηνικά ένα «δίκαιο της χάριτος», ικανό να ενσωματώνει ελεύθερα χαρισματικά πρόσωπα, λαϊκά ή μοναχικά, σε θέσεις εξουσίας τόσο στη Ρωμαϊκή Κουρία όσο και στις επισκοπικές διοικήσεις.
Προσωρινή παραχώρηση προς αναθεώρηση ή εκκλησιολογική πρόοδος; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η απόφαση του Πάπα Φραγκίσκου είναι ελπιδοφόρα για το μέλλον, διότι εγκαινιάζει την αναγνώριση της αυθεντίας των χαρισμάτων από την ιεραρχική αυθεντία, σύμφωνα με τον προσανατολισμό της Συνόδου, που καλεί τους ποιμένες να «αναγνωρίζουν στους λαϊκούς τα διακονήματα και τα χαρίσματα, ώστε όλοι να συνεργάζονται κατά τις δυνατότητές τους και με μία καρδιά στο κοινό έργο» (Lumen gentium 30, 33).
Αυτό θα συμβάλει ιδίως στην αποκατάσταση της εικόνας της ποιμαντικής αυθεντίας, που έχει απαξιωθεί από τη μάστιγα του κληρικαλισμού, από το πνεύμα κάστας και από μια νοοτροπία κλειστή, η οποία αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση ως εξουσία και όχι ως διακονία. Διότι, όπως διακηρύσσει η Σύνοδος, είναι αναγκαίο όλοι «με την άσκηση ειλικρινούς αγάπης να αυξάνουμε προς Εκείνον που είναι η κεφαλή, ο Χριστός· από Αυτόν όλο το σώμα, αρμονικά συναρμολογημένο και συνδεδεμένο διά πάσης αρθρώσεως, κατά την ενέργεια που αναλογεί σε κάθε μέλος, επιτελεί την αύξησή του και οικοδομείται εν αγάπη» (Εφ 4, 15-16· Lumen gentium 30).
* + Καρδινάλιος, επίτιμος Πρόεδρος της Ποντιφικής Συνόδου για τους Επισκόπους.
ΠΗΓΗ: Vatican news
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
