12 Φεβρουαρίου 2026
Expand search form

Ειδήσεις από την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

Σινδόνη: επιστημονική αμφισβήτηση της υπόθεσης του μεσαιωνικού ανάγλυφου

Το περιοδικό Archaeometry, που είχε φιλοξενήσει τη θεωρία του Βραζιλιάνου ερευνητή Μοράες, δημοσιεύει απάντηση των ειδικών Καζαμπιάνκα, Μαρινέλι και Πιάνα

Το περασμένο καλοκαίρι διαδόθηκε ευρέως μια είδηση, την οποία είχε καλύψει άμεσα και το Vatican News. Ο Βραζιλιάνος ερευνητής Σίσερο Μοράες πρότεινε μια ψηφιακή ανακατασκευή της εικόνας της Σινδόνης, η οποία στήριζε την υπόθεση ότι αυτή δημιουργήθηκε τον Μεσαίωνα με τη χρήση ενός ανάγλυφου. Ένα σχόλιο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό Archaeometry αμφισβητεί σημείο προς σημείο την εγκυρότητα των ισχυρισμών του Μοράες.

Τρεις ειδικοί της Σινδόνης του Τορίνο –ο Τριστάν Καζαμπιάνκα, η Εμανουέλα Μαρινέλι και ο Αλεσάντρο Πιάνα– άσκησαν έντονη κριτική στη μελέτη αυτή, η οποία, όπως υποστηρίζουν, στηρίζεται σε ασαφείς στόχους, μεθοδολογικές αδυναμίες και εσφαλμένο συλλογισμό. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνουν την κριτική που είχε ήδη διατυπωθεί το περασμένο καλοκαίρι από τον Αρχιεπίσκοπο του Τορίνο και Θεματοφύλακα της Σινδόνης, Καρδινάλιο Ρομπέρτο Ρεπόλε, καθώς και από το Διεθνές Κέντρο Σπουδών για τη Σινδόνη του Τορίνο (CISS). Αξίζει όμως να τονιστεί –και αυτή είναι η είδηση των τελευταίων ημερών– η σημασία του γεγονότος, ότι η κριτική τους δημοσιεύθηκε στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό όπου είχε εμφανιστεί και το αρχικό άρθρο του Μοράες.

Η συζήτηση

Η συζήτηση για την αυθεντικότητα της Σινδόνης υπήρξε πάντοτε ζωηρή, ήδη από την πρώτη φωτογραφία που τραβήχτηκε το 1898 από τον φωτογράφο Σεκοντό Πία. Σήμερα η αντιπαράθεση συνεχίζεται κυρίως στις διεθνείς ακαδημαϊκές επιθεωρήσεις. Το 2019 η περίφημη χρονολόγηση με άνθρακα-14 (1260–1390 μ.Χ.), που είχε δημοσιευθεί στο Nature το 1989, αμφισβητήθηκε από μια νέα ανάλυση των πρωτογενών δεδομένων, η οποία δημοσιεύθηκε ακριβώς στο Archaeometry, περιοδικό συνδεδεμένο με το εργαστήριο της Οξφόρδης που είχε συμμετάσχει στην αρχική χρονολόγηση.

Το περασμένο καλοκαίρι, στο ίδιο περιοδικό, ο Σίσερο Μοράες είχε δημοσιεύσει άρθρο υπέρ της θεωρίας του μεσαιωνικού πλαστού. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα ανάγλυφο θα παρήγαγε επαφή που αντιστοιχεί καλύτερα στα περιγράμματα που διακρίνονται στη Σινδόνη από ό,τι ο όγκος ενός ανθρώπινου σώματος. Από αυτό αντλούσε επιχειρήματα υπέρ μιας μεσαιωνικής καλλιτεχνικής προέλευσης. Ωστόσο, ήδη από τη δημοσίευσή του, το άρθρο του Μοράες είχε προκαλέσει πολλές επιφυλάξεις μεταξύ των ειδικών. Στην ανακοίνωσή του, ο Καρδινάλιος Ρεπόλε είχε εκφράσει την «ανησυχία για την επιπολαιότητα ορισμένων συμπερασμάτων, τα οποία συχνά δεν αντέχουν σε πιο προσεκτική εξέταση της παρουσιαζόμενης εργασίας».

Τα ελαττώματα της ανάλυσης Μοράες

Αφού καταλάγιασε ο αρχικός επικοινωνιακός θόρυβος, το σχόλιο που μόλις δημοσιεύθηκε στο Archaeometry από τους Καζαμπιάνκα, Μαρινέλι και Πιάνα επιβεβαιώνει πλήρως τη βασιμότητα εκείνης της αρχικής αμφισβήτησης. Οι συγγραφείς επισημαίνουν τα πολυάριθμα ελαττώματα της ανάλυσης του Μοράες: ανεπαρκή ανατομική μοντελοποίηση, καθώς αναπαράγει μόνο την πρόσθια εικόνα, αντιστρέφει τη δεξιά και την αριστερή πλευρά τόσο στα πόδια όσο και στα χέρια και επιλέγει αυθαίρετα ύψος (180 εκ.) εκτός του επιστημονικά αποδεκτού εύρους (173–177 εκ.). Επιπλέον, κάνει επανειλημμένη χρήση ασαφών όρων για να πιστοποιήσει μια υποτιθέμενη ομοιότητα χωρίς να παρέχει ποτέ ακριβείς μετρήσεις, επιλέγει μία μόνο εικόνα –εκείνη του 1931– ενώ υπάρχουν πολύ πιο πρόσφατες, και προσομοιώνει τη μοντελοποίηση όχι σε λινό αλλά σε βαμβάκι.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η τρισδιάστατη μοντελοποίηση του Μοράες παραβλέπει τις κύριες ιδιαιτερότητες της Σινδόνης: την εξαιρετική επιφανειακότητα της εικόνας (βάθος ενός πέμπτου του χιλιοστού του χιλιοστού) και τις πολλαπλές ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις της παρουσίας αίματος, στοιχεία που δεν συμβιβάζονται με καμία μεσαιωνική καλλιτεχνική πρακτική. Οι συγγραφείς διερωτώνται ποιο είναι το πραγματικό ενδιαφέρον μιας μοντελοποίησης που δεν αναπαράγει πιστά τα ανατομικά χαρακτηριστικά του Ανθρώπου της Σινδόνης και αγνοεί τις σημαντικότερες φυσικοχημικές ιδιότητές της. Η μελέτη του Μοράες παραβλέπει επίσης το γεγονός ότι διάφορες εκδοχές της υπόθεσης του αναγλύφου είχαν ήδη μελετηθεί και απορριφθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε ακαδημαϊκά περιοδικά. Παραβλέπει, τέλος, ότι το ζήτημα της ανατομικής παραμόρφωσης ενός σώματος σε επαφή με ύφασμα είχε εξεταστεί διεξοδικά ήδη από το 1902 από τον Γάλλο επιστήμονα Πολ Βινιόν.

Εύθραυστες ιστορικές βάσεις

Σύμφωνα με τους σχολιαστές, εύθραυστες εμφανίζονται και οι ιστορικές βάσεις της αρχικής μελέτης. Ο Μοράες αναγκάζεται να αντλήσει παραδείγματα από εποχές και τόπους χωρίς μεταξύ τους σύνδεση, προκειμένου να εξηγήσει πώς ένας καλλιτέχνης ή ένας πλαστογράφος θα μπορούσε να συλλάβει διανοητικά και να υλοποιήσει πρακτικά αυτή τη μοναδική εικόνα ενός γυμνού Χριστού, με πρόσθια και οπίσθια απεικόνιση, σε σκηνή μετά τη σταύρωση. Όπως όμως υπογραμμίζουν οι Καζαμπιάνκα, Μαρινέλι και Πιάνα, πρόκειται για σοφισμό σύνθεσης, μια ερμηνευτική μέθοδο που, αν γενικευθεί, θα υπονόμευε τα ίδια τα θεμέλια της ιστορίας της τέχνης. Η εικόνα βρίσκεται τόσο έξω από το παραδοσιακό καλλιτεχνικό πλαίσιο, ώστε ο βασικός ιστορικός στον οποίο στηρίζεται ο Μοράες, ο Ουίλιαμ Σ. Α. Ντέιλ, ήταν πεπεισμένος ότι δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί τον 14ο αιώνα στη Γαλλία, αλλά μάλλον στη βυζαντινή εποχή, τουλάχιστον 200 χρόνια νωρίτερα και 2.000 χιλιόμετρα μακριά από τη Σαμπάνια.

Στην απάντησή του στις επικρίσεις αυτές, που επίσης φιλοξενείται στο περιοδικό, ο Μοράες επιμένει στα συμπεράσματά του, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι το άρθρο του προσφέρει μια «αυστηρά μεθοδολογική» οπτική, επικεντρωμένη στην αξιολόγηση της μορφολογικής παραμόρφωσης στο πλαίσιο της προβολής ενός σώματος σε ύφασμα. Παρ’ όλα αυτά, ο Μοράες εξέρχεται από αυτό το μεθοδολογικό πλαίσιο για να επικαλεστεί τέσσερα καλλιτεχνικά έργα από τον 11ο έως τον 14ο αιώνα, τα οποία θα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να είχαν εμπνεύσει τον δημιουργό της Σινδόνης. Κανένα όμως από αυτά δεν απεικονίζει τον Χριστό γυμνό σε σκηνή μετά τη σταύρωση και, συνεπώς, κανένα δεν μπορεί να εξηγήσει την εμφάνιση της εικόνας σε ένα μικρό γαλλικό χωριό στα μέσα του 14ου αιώνα.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, ο Άνθρωπος της Σινδόνης έχει προκαλέσει αμέτρητα ερωτήματα και επιστημονικές έρευνες. Αυτή η τελευταία ακαδημαϊκή αντιπαράθεση δείχνει ότι, παρότι τα σύγχρονα εργαλεία –συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών– μπορούν να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας, οι ερμηνείες σχετικά με την προέλευση ενός τόσο μοναδικού αντικειμένου όπως η Σινδόνη απαιτούν ιδιαίτερη αυστηρότητα, τόσο σε μεθοδολογικό όσο και σε ιστορικό επίπεδο.

ΠΗΓΗ:  Vatican news

                        +Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.

Προηγούμενο Άρθρο

Έκτη Παγκόσμια Ημέρα Παππούδων και Ηλικιωμένων

You might be interested in …

Παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης της Εγκυκλίου Επιστολής του πάπα Φραγκίσκου «ΔΟΞΑΣΜΕΝΟΣ ΝΑ’ΣΑΙ»

Τη Δευτέρα 18 Απριλίου πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος και της Κίνησης Καθολικών Επιστημόνων και Διανοουμένων Ελλάδος η παρουσίαση της ιστορικής Εγκυκλίου Επιστολής του πάπα Φραγκίσκου για την προστασία του περιβάλλοντος […]

Ο διάλογος μεταξύ χριστιανών και άλλων θρησκειών και πολιτισμών καθιστά δυνατή την ειρήνη

Ο Πάπας, μετά την Μαριανή προσευχή (του Angelus), αναφέρθηκε στο πρώτο του αποστολικό ταξίδι σε Τουρκία και Λίβανο Κάλεσε σε ανανέωση της δέσμευσης για τον οικουμενικό διάλογο, υπενθύμισε τη συνάντηση με τους Καθολικούς και των […]

Κάριτας Ευρώπης: Για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ελάχιστου εισοδήματος με σκοπό τον τερματισμό της φτώχειας

  Για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ελάχιστου εισοδήματος με σκοπό τον τερματισμό της φτώχειας   Επ’ ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας για την Εξάλειψη της Φτώχειας, 17 Οκτωβρίου