Η διαδοχή δύο τόσο σημαντικών εορτών του χριστιανικού ημερολογίου υποδηλώνει έναν δεσμό που συνδέει τον θάνατο με την αιώνια ζωή και καλεί το βλέμμα του πιστού να στραφεί «πέρα από τα όρια της παρούσας ζωής».
Ο Θεός είναι ο Ελεήμων. Αυτό είναι γραμμένο στο βιβλίο της Εξόδου και διακηρύσσεται από το στόμα του Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Κύριος, Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός» (Εξ 34,6). Αυτή η ταυτότητα αντηχεί και ακτινοβολεί στο Πρόσωπο του Υιού, ο οποίος είναι «ομοούσιος τω Πατρί» και ομολογεί: «Όποιος δεν αγαπά δεν γνώρισε τον Θεό, διότι ο Θεός είναι αγάπη» (Α΄ Ιω 4,8).
Η Αγάπη ολοκληρώνεται στον Υιό. «Ενθυμήθηκε το έλεός Του», ψάλλει η Μητέρα Του (Λκ 1,54). Στη συνέχεια, εμφυτεύεται στις καρδιές των πιστών μέσω των δωρεών του Αγίου Πνεύματος.
Η καθολική παράδοση μάς παραδίδει τα Έργα της ευσπλαχνίας. Είναι δεκατέσσερα: επτά έργα σωματικής και επτά έργα πνευματικής ευσπλαχνίας. Το τελευταίο, ως επιστέγασμα όλων, αφορά εκείνο που η Εκκλησία εορτάζει την 1η και την 2α Νοεμβρίου: την εορτή των Αγίων Πάντων και τη Μνήμη των κεκοιμημένων. Διατυπώνεται ως εξής: «Να προσευχόμαστε στον Θεό για τους ζωντανούς και τους νεκρούς».
Να προσευχόμαστε για τους νεκρούς των οικογενειών μας: για τον εξάδελφό μου Αιγίστιο, που έφυγε τόσο άδικα από τη ζωή, εξαιτίας μιας πτώσης από σκάλα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, καθώς και για τον γιο του, ο οποίος αναρωτιέται απορημένος: «Μπορεί κανείς να πεθάνει έτσι;».
Είναι ιστορίες που αφορούν όλους μας. Πόσοι συγγενείς, πόσοι φίλοι χάθηκαν από έναν καρκίνο που μέσα σε λίγους μήνες τούς άρπαξε από τη ζωή! Και πόσες άλλες συμφορές μάς στέρησαν τους πιο αγαπημένους μας ανθρώπους!
Το να προσευχόμαστε για τους νεκρούς σημαίνει επίσης να διαμαρτυρόμαστε, να αναρωτιόμαστε, να βασανιζόμαστε από το ερώτημα του γιατί πεθαίνουμε, από αυτόν τον τρομερό λήσταρχο του φωτός που είναι ο θάνατος. Προσεύχομαι σημαίνει παραμένω και αντιστέκομαι μέσα στην αγάπη που μας συνδέει με τους κεκοιμημένους μας, μια αγάπη «δυνατή σαν τον Άδη» (Άσμ 8,6).
Το έργο της ευσπλαχνίας καλεί τους χριστιανούς να προσεύχονται όχι μόνο για τους συγγενείς τους, αλλά και για τους νεκρούς ολόκληρης της εκκλησιαστικής και ανθρώπινης κοινότητας.
Ας θυμηθούμε όσα συνέβησαν κατά τις ημέρες της εξοδίου ακολουθίας του Πάπα Φραγκίσκου, η οποία διήρκεσε σχεδόν μία εβδομάδα μετά το Πάσχα του περασμένου Αγίου Έτους. Πλήθος ανθρώπων, αυθόρμητα, προσήλθε για να προσευχηθεί στην απέραντη πλατεία του Αγίου Πέτρου.
«Γιατί βρίσκεστε εδώ;», ρώτησε ένας δημοσιογράφος μια γυναίκα. Η απάντησή της ήταν: «Επειδή ο Πάπας Φραγκίσκος αγαπούσε τους φτωχούς κι εγώ είμαι φτωχή».
Μέσα σε εκείνη την προσευχή για τον Πάπα, η γυναίκα αυτή γευόταν την αξιοπρέπεια της φτώχειας της, την αξία και την ομορφιά της ίδιας της ζωής της.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου τελέσαμε την εξόδιο ακολουθία του Έντσο Μπιάνκι, ο οποίος μάς άφησε ένα πολύτιμο μήνυμα: ο θάνατος δεν είναι η ζωή που διακόπτεται, αλλά μάλλον η «συγκομιδή» της, κατά το φθινόπωρο του τρύγου…
Μας επιβεβαίωσε ότι «για τους πιστούς Σου, Κύριε, η ζωή δεν αφαιρείται, αλλά μεταβάλλεται» (από την Ευχαριστιακή Προσευχή).
Όπως το ώριμο σταφύλι μετατρέπεται σε εξαίρετο κρασί, με το οποίο μπορούμε να υψώσουμε ένα ποτήρι στην υγεία της Ζωής και να συμφιλιώσουμε όσα είχαν διαχωριστεί, ώστε να γίνουν ένα μέσα στο Άγιο Ποτήριο του Χριστού.
Την ίδια ημέρα του Σεπτεμβρίου τελέστηκε η επιμνημόσυνη λειτουργία για τον Άντζελο Καζάτι, έναν θαυμαστό άνθρωπο και ιερέα της Αρχιεπισκοπής του Μιλάνου, ποιητή του Θεού και προφήτη της Εκκλησίας.
Στο πρόσωπό του η μικρότητα έγινε ευωδία της Χάριτος για τους αγίους του σήμερα και του αύριο.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, τον Αύγουστο, στους λόφους της περιοχής της Μόντενα, ο Καρδινάλιος Τζούπι τέλεσε την απλή και ιδιωτική εξόδιο ακολουθία του Φραντσέσκο Γκουτσίνι, ενός τραγουδοποιού που ύμνησε τη ζωή στις κοινωνικές και υπαρξιακές της διαστάσεις.
«Έμοιαζε σαν να μην επρόκειτο να τελειώσει, κι όμως, κάθε χειμώνα τελείωνε το καλοκαίρι», αναστέναζε στο τραγούδι του «Τραγούδι για τον Πιέρο».
Τα χρόνια περνούν και τα πάντα αλλάζουν… Γι’ αυτό χρειάζεται να ανακαλύψουμε, μέσα στον παρόντα χρόνο, τη σχετικότητα της διάστασής του, η οποία μάς ωθεί να αποκτήσουμε μια αντικειμενικότερη θεώρηση, μια πνευματική προοπτική του «ήδη και όχι ακόμη». Ένα όνειρο και μια λύτρωση ελευθερίας.
Στην Αγία Γραφή, η ταφή των νεκρών αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες εντολές. Η προσευχή γι’ αυτούς είναι απόλυτο ηθικό καθήκον. Εκείνος, άλλωστε, που παραμένει άταφος αποτελεί σώμα κατάρας.
Η σκέψη μας στρέφεται τότε στα αναρίθμητα παιδιά και στους ενηλίκους που ακόμη και σήμερα δολοφονούνται με φρικτό τρόπο εξαιτίας της ανθρώπινης κακίας και εγκαταλείπονται χωρίς ταφή.
Διαμελισμένοι, όπως η σύζυγος του Λευίτη, για την οποία εξακολουθεί να μας διηγείται η Αγία Γραφή. Μια γυναίκα βιάστηκε μέχρι θανάτου και κατόπιν ο σύζυγός της τη διαμέλισε σε δώδεκα κομμάτια, τα οποία στάλθηκαν στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, συνοδευόμενα από το ακόλουθο μήνυμα:
«Σκεφθείτε το, συσκεφθείτε και αποφασίστε! Έχει ποτέ συμβεί κάτι τέτοιο από τότε που οι Ισραηλίτες ανέβηκαν από τη γη της Αιγύπτου μέχρι σήμερα;» (Κριτ 19,30).
Και μια άλλη φοβερή σελίδα του προφήτη Ιερεμία αναφέρει: «Δεν θα θρηνηθούν ούτε θα ταφούν, αλλά θα γίνουν σαν κοπριά πάνω στο έδαφος» (Ιερ 16,4).
Όμως, δεν θα είναι αυτό το τέλος!
Ο λόγος του Προφήτη, η προσευχή των επιζώντων και η μεταστροφή των καρδιών των νέων γενεών θα παρέμβουν υπέρ εκείνων των βεβηλωμένων σωμάτων. Θα αναπεμφθεί μια δέηση για αναγέννηση και, ασφαλώς, μέσα από τη λάσπη θα αναδυθεί μια νέα Ρίζα της Ζωής.
Οι Άγιοι και οι κεκοιμημένοι είναι, επομένως, αδιάρρηκτα συνδεδεμένοι κατά τις ημέρες της πρώτης και της δεύτερης Νοεμβρίου για την Καθολική Εκκλησία, αλλά και πάντοτε στη ζωή κάθε πιστού.
Άγιοι είναι τόσο οι κεκοιμημένοι όσο και εκείνοι που, όπως εμείς, εξακολουθούν να βρίσκονται στη ζωή. Όλοι συνδεόμαστε με εκείνον τον ομφάλιο λώρο που ενώνει το αίμα της μήτρας με την κραυγή του νεογέννητου: το Μυστικό Σώμα του Χριστού, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε.
Ένα νεύρο Αγάπης, ένας δεσμός αγκαλιάς ανάμεσα στο εδώ και στο Επέκεινα.
Το να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους σημαίνει, συνεπώς, να προσευχόμαστε ταυτόχρονα και για τους ζωντανούς. Είμαστε ένα ενιαίο Σώμα, μέσα στο οποίο όλοι μαζί θα βρούμε τη σωτηρία, όπως εξακολουθεί να μας υπενθυμίζει, με ήρεμη αλλά αποφασιστική επιμονή, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄.
Είναι, λοιπόν, ημέρα χαρμόσυνη, πάρα πολύ χαρμόσυνη! Ημέρα ευγνωμοσύνης και Χάριτος, ανάμνησης και Μνήμης, δακρύων και Ελπίδας.
Ημέρα πίστεως, κατά την οποία βλέπουμε στα αποσυντεθειμένα φύλλα την απαρχή της μεταμόρφωσής τους σε νέους, ιερούς βλαστούς.
Διότι όλοι εμείς, οι άγιοι, αναγεννώμαστε μέσα στο γόνιμο χώμα εκείνου του «Άγιος, Άγιος, Άγιος» που είναι ο «Κύριος, ο Θεός του Σύμπαντος».
ΠΗΓΗ: AVVENIRE
+Νικόλαος,
Αρχιεπίσκοπος, πρώην Νάξου-Τήνου κλπ.
