Και στον τόπο μας, ορισμένα ΜΜΕ μετέδωσαν την είδηση ότι ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ ζήτησε συγγνώμη για το τραύμα της δουλείας και της αποικιοκρατίας. Και καλά έπραξε.
Αυτό μου θύμισε, όταν, κατά την επίσκεψη του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ στην Ελλάδα το 2001, του ζητήθηκε να εκφράσει τη συγγνώμη του για την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Σταυροφόρους. Λέγεται ότι αρχικά δεν είχε πλήρη γνώση των λεπτομερειών του γεγονότος και ζήτησε να ενημερωθεί για το ιστορικό πλαίσιο. Αφού το έπραξαν, εξέφρασε βαθιά λύπη για όσα έκαναν άνθρωποι εναντίον ανθρώπων, και μάλιστα χριστιανοί εναντίον χριστιανών, τονίζοντας ότι όλοι έχουμε ανάγκη από τη συγχώρεση του Θεού για την ανθρώπινη κακία μας. Ζήτησε, έτσι, εκ μέρους όλων μας συγχώρεση στον Θεό.
Όσον αφορά τον Πάπα Λέοντα, στο εξωτερικό η είδηση ότι ζήτησε συγγνώμη για τη δουλεία, έλαβε μεγάλες διαστάσεις. Διάφορες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επαναλάμβαναν πως, επιτέλους, η Καθολική Εκκλησία, έστω και καθυστερημένα, ζητά συγγνώμη για τη δουλεία και την αποικιοκρατία.
Αυτό πράγματι έγινε στην πρώτη εγκύκλιο του σημερινού Ποντίφικα Magnifica Humanitas («Μεγαλειώδης Ανθρωπότητα») (βλ. αρ. 173–179), που αναφέρεται κυρίως στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Στην πραγματικότητα, σε εκείνο το σημείο της Εγκυκλίου, η κύρια πρόθεση του Πάπα είναι να επιστήσει την προσοχή σε νέες μορφές δουλείας και σε νέες μορφές αποικιοκρατίας, ακόμη πιο ύπουλες και επικίνδυνες από τις παλαιότερες, που είναι σε σχέση ακριβώς με την AI.
Αρκεί να διαβάσει κανείς τον αρ. 173 της Εγκυκλίου για να καταλάβουμε τι εννοεί ο Πάπας με τις «νέες μορφές δουλείας». Η «νέα δουλεία» που γεννά η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι μόνο τεχνολογική εξάρτηση, αλλά βαθιά ανθρώπινη και κοινωνική, διδάσκει ο Ποντίφικας.
Πίσω από την εικόνα της άμεσης και «έξυπνης» λειτουργίας της AI κρύβεται η αόρατη εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων, συχνά νέων και γυναικών, που εργάζονται με ελάχιστες αμοιβές σε εξαντλητικές συνθήκες για την εκπαίδευση και υποστήριξη των ψηφιακών συστημάτων. Παράλληλα, η παραγωγή των τεχνολογικών μέσων στηρίζεται σε εκμετάλλευση φυσικών πόρων και ακόμη και παιδική εργασία σε επικίνδυνες συνθήκες: «Σώματα σημαδεμένα, ακρωτηριασμένα, εξαντλημένα, ώστε η ροή των υπολογισμών να μην διακοπεί», καταγγέλλει ο Πάπας. Επιπλέον, οι ίδιες οι ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να γίνουν εργαλεία εμπορίας και ελέγχου ανθρώπων. Έτσι, η νέα δουλεία συνίσταται στη μετατροπή ανθρώπων, σωμάτων και ζωών σε αόρατα «καύσιμα» ή ακόμη και «δεδομένα» για τη λειτουργία της ψηφιακής οικονομίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Πάπας επιβεβαιώνει την απόλυτη ασυμβατότητα μεταξύ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και κάθε μορφής δουλείας, εμπορίας ανθρώπων και εμπορευματοποίησης των προσώπων, καλώντας στη διαμόρφωση ενός ευρέος ηθικού κινήματος που θα θέτει στο επίκεντρό του το κοινό καλό. Υπό αυτό το πρίσμα αναγνωρίζει, με ιστορική ειλικρίνεια, ότι η Εκκλησία χρειάστηκε πολλούς αιώνες για να καταδικάσει επίσημα και απόλυτα τη δουλεία, παρόλο που πάντοτε διαφύλασσε την αλήθεια της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, ο οποίος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Αυτή η καθυστέρηση αποτελεί, κατά τα λόγια του, «μια πληγή στη χριστιανική μνήμη» και, εξ ονόματος της Εκκλησίας, ο Πάπας ζητά ειλικρινά συγγνώμη.
Ωστόσο, πρέπει να αναρωτηθούμε με ιστορική ειλικρίνεια τι έκανε στο παρελθόν ο Χριστιανισμός, και ειδικότερα η Καθολική Εκκλησία, σχετικά με τη δουλεία. Ο Χριστιανισμός υπήρξε μία από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη σταδιακή εξαφάνιση της δουλείας στην προνεωτερική Ευρώπη. Μόνο με τη χριστιανική διδασκαλία, ότι όλες οι ανθρώπινες ζωές έχουν την ίδια αξία, η δουλεία, που αποτελούσε κανόνα στον αρχαίο κόσμο, άρχισε να φθίνει.
Επιπλέον, ήδη από το 1537, στην αρχή της αποικιακής επέκτασης στην Αμερικανική ήπειρο, ο Πάπας Παύλος Γ΄ εξέδωσε τη βούλα Sublimis Deus («Ο Ύψιστος Θεός»), στην οποία διακήρυττε ξεκάθαρα την πλήρη ανθρώπινη υπόσταση των ιθαγενών, το δικαίωμά τους στην ελευθερία και την ιδιωτική περιουσία, αλλά, κυρίως, την απαγόρευση της υποδούλωσής τους, ακόμη και αν δεν είχαν ασπαστεί τον Χριστιανισμό. Στο ίδιο πλαίσιο, η βούλα Pastorale Officium («Ποιμαντικό Καθήκον») προέβλεπε ακόμη και άμεσο αφορισμό για όποιον υποδούλωνε άλλους ανθρώπους.
Εκκλησιαστικές μορφές, όπως ο Δομινικανός Bartolomé de las Casas (1484–1566), άνοιξαν έντονη συζήτηση εναντίον των θηριωδιών των Ισπανών, ενώ οι Ιησουίτες ίδρυσαν κοινότητες γνωστές ως reducciones, οργανωμένους οικισμούς όπου συγκέντρωναν κυρίως αυτόχθονες πληθυσμούς, ιδιαίτερα τους Guaraní («Γκουαρανί»), προστατεύοντάς τους από τη δουλεία και την αποικιακή βία.
Φυσικά, όλοι γνωρίζουμε ότι πολλές κυβερνήσεις, κατακτητές (conquistadores) και τυχοδιώκτες, κινούμενοι από οικονομικά συμφέροντα, αγνόησαν αυτές τις διατάξεις. Δεν έλειψαν επίσης εκκλησιαστικοί και καθολικοί θεσμοί που, στην πράξη, εμπλέκονταν ή δεν αντιτάχθηκαν με αρκετή αποφασιστικότητα σε συστήματα εκμετάλλευσης και δουλείας.
Νομίζω πως γι’ αυτές τις περιπτώσεις ο Πάπας ζήτησε συγγνώμη, επειδή Ισπανοί, Πορτογάλοι και άλλοι καθολικοί, σε διάφορες εποχές, δεν υπήρξαν συνεπείς προς τις ίδιες τις αρχές που διακήρυττε η Εκκλησία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Πάπας ζητά συγγνώμη επειδή θεωρεί πως η ίδια η Εκκλησία, ως θεσμός και μέσω της διδασκαλίας της, στήριξε ιστορικά τη δουλεία.
